Kύπρος… στο αδικαίωτο φως

2019-07-12 14:20

Το προσφυγόσημο του Τάσσου

 

Ογρή είναι ακόμη η γη

απ’ τις θαλασσαρμύρες των ματιών

κι από αίματα αθώων. Ογρή.

Ανάβρυσμα στο χώμα ετούτο ο βαθύς καημός,

ο σπαραγμός, οι θύμησες.

Ο πόνος μέστωσε με τον καιρό μες στις καρδιές

η πίκρα στέριωσε στ' απανωχείλι

βδέλλα να καταπίνει το χαμόγελο αχόρταγη.

 

Καράβι οι μνήμες

θαλασσοπούλια μ’ ανοιγμένα φτερά

στα βλέφαρα της τρικυμίας

φεύγουν, έρχονται.

Φουρτουνιασμένο πέλαγος ο νους

ζυγίζει τ’ άδικα 

στο σκλαβωμένο φως ξορκίζει δαίμονες.

Αγρίεψαν τα μάτια

θολωμένα ματώνουν μέσα στις αλήθειες τους.

 

Δίπλωσε τα φτερά σου αρχάγγελε

δεν υπάρχει κίνδυνος να λησμονήσω

το φωτοστέφανο άφησε,

να πέσει καταγής στο αγνοημένο χώμα

έλα, ν’ ανοίξουμε μαζί τις περγαμηνές του καιρού

σ’ ένα καθρέφτισμα της θύμησης.

Έλα, αντίκρυ απλά,

με όλες τις αισθήσεις, έλα με τα δώρα τ’ ουρανού

μαζί να νιώσουμε,

το αχ που υψώνεται απ’ τα έγκατα

για να θρηνήσει την αθέλητη άβυσσο

πάνω από τη γη του μαρτυρίου.

 

Έλα, με πανσέδες ένα λιόγερμα

όταν ο ήλιος μακριά θα βυθίζεται στο αρχιπέλαγος

όταν οι ορίζοντες θα υπόσχονται, Αύριο,

ώρα που η θύμηση φαντάζει προσευχή. Έλα.

Άλλες κι άλλες χαρές κρυμμένες πίσω απ’ τον καιρό

αιωνιότητες, χρωματιστές κορδέλες

του παρελθόντος, του παρόντος, του μέλλοντος

όλα σε χρόνο αδιαίρετο εντός,

έλα, κυλά η απόσταση σαν το νερό. Φοβάμαι.

 

Πονώ, σε κάθε ανάβλεμμα πονώ

ένα σκουριασμένο παλιομάχαιρο

σκαλίζει την πληγή βαθιά

στοχάζομαι όσα πίσω άφησα, όλα,

στην εξορία του νου να ξέρεις,

εκεί με καλούν οι φωνές.

 

Μερόνυχτα κρατώ τον ύπνο έξω απ’ τα ματόφυλλα

τα όνειρα στοιχειά της ερημιάς

μέσα απ’ τις χαραμάδες ξεπετάγονται.

Τον ψίθυρο η καρδιά αφουγκράζεται,

κάτω απ’ το βάρος της μοναξιάς σωπαίνοντας

πάνω απ’ το δίκιο ξάγρυπνη στενάζει

ενάντιος ήχος στον συμβιβασμό 

κι ανυπότακτος ο χτύπος της μένει.

 

Με τη φωνή του ανέμου

σκίζεις τα πέπλα της λήθης

«Κύπρος πολύπαθη, μαρτυρική κι αγαπημένη

Κύπρος, φως ο δικός σου τόπος, τόπος μου».

Ρωτώ, δίχως να παίρνω απόκριση,

γιατί Θεέ,

άφησες και ρήμαξαν τις στράτες σου…

 

Κλαίω τις κουρσεμένες πεθυμιές της νιότης

όνειρα ανέγγιχτα ντυμένα πένθιμα

ίσκιοι θολοί σε ξένη πατρίδα με καλωσορίζουν.

Και πώς μου φαίνεται,  κάθε φορά

σα να τελειώνει εδώ ο κόσμος…

 

Κι η αγάπη μου, που πήγε

κάτω απ’ το χώμα, χώμα πια,

ανθός μιας πένθιμης Παρασκευής

κάτω απ’ τα κυπαρίσσια

κοιμάται άραγε;

Άγγελε, τι έγινε το χνούδι αυτό το ρόδινο

που είχεν ο Έρωτας στα μάγουλα;

 

Ένας θρήνος της γης, αυτό είμαι

λειψές οι ώρες βαθαίνουν περισσότερο την απουσία

ανάμεσα στα ερείπια μια παπαρούνα αντιστέκεται.

Θαρρώ κλειστά έχουν μείνει τα παραθυρόφυλλα

κάτω απ’ το φεγγάρι

να λιτανεύουν το τραγούδι σου στην ερημιά.

 

Τρώει το χρώμα η αρμύρα

ο θάνατος κρατά πύρινες φλόγες

περνά ο καιρός ξυστά μέσα απ’ τις γρίλιες

και φέρνει τα σημάδια στο φως.

Σκουριές, αυτές που κράτησαν το αίμα

κι όλα γύρω βουβά

να καρτερούν μιαν Άνοιξη ακριβή

αγιοσύνη μυρίζει η σταυρανάσταση.

 

Μια σαϊτιά ασήμι διαγράφει τον ορίζοντα.

Ένα ασπροφτέρουγο περιστεριού

χαράζει την αλήθεια με το αίμα του

στο χάρτη της συνείδησης.

 

Τις νύχτες χαμηλώνουν τα κλεμμένα άστρα

πάνω από γκρεμισμένα σπίτια

και πάνω από αφύλακτες ψυχές.

Τις  νύχτες, ξεπλένω τις πληγές στο ακρογιάλι.

Τις νύχτες, μένω απρόθυμη να παραδεχτώ

πως όσα έζησα δεν θα γυρίσουν.

Τις νύχτες, οι φωνές ακόμη πολεμούν φοβερίζοντας

και η δική μου.

Τούτο τον χρόνο  θριάμβευσε η νοσταλγία

οι ακίνητοι λογισμοί θα βρουν ανάστημα

ν' ακουστούν αλλιώς τα λόγια

όρθιες  ψυχές πειθαρχημένες 

δεν γονατίζουν, δεν παρακαλούν.

Σημαδεύουν οι αναμνήσεις.  

Ζωή, εκείνη που μας άρπαξαν

και δεν προλάβαμε να ζήσουμε

ανέβηκε η ψυχή τον ανήφορο του ήλιου

κι αρνιέται

να συμβιβαστεί με τα επίφοβα τοπία και τα σχέδια.

 

Ορκίζομαι

στη μυστική αγρύπνια του σύμπαντος

στον ρόχθο του Αιγαίου ν’ αφουγκράζομαι το χρέος

της λησμονιάς σειρήνες μακριά.

 

Αύριο,

ένα τριαντάφυλλο και μια ηλιοδαχτυλιά ξανθή

θέλω να σου χαρίσω στην Αφάντεια

μέσα στα στάχυα μετά την πρωινή βροχή

να δεις τρέχει αίμα η ρυτίδα πλάι στο μέτωπο

και το σημάδι κάτω απ’ το πουκάμισο κρατώ.

Πάλι για εσένα το τραγούδι θ’ ανεβεί στα χείλη

και θα χορέψω με λυτά μαλλιά στον κάμπο

μα χωρίς εσένα.

 

Ξάγρυπνη μένω ώρες πολλές

κρατώντας σφαλιστά τα ματοτσίνορα

μα, πίσω τους μορφές πολλές

μένουν μαζί μου μέχρι να χαράξει η αυγή.

Μάχεται η νύχτα να καταπιεί τον άνεμο

κι εγώ να προσπεράσω τον καιρό.

Οι θύμησες καίνε, οι εικόνες τρέχουν

ένα παιδί,

άδειο βλέμμα πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα

χέρια υψωμένα στον ουρανό

χείλη μισάνοιχτα μελανιασμένα από φόβο

τρεμάμενα μέλη καθηλωμένα στο έδαφος

ρημαγμένα σπίτια, χέρσα χωράφια, έρημες κορφές.

 

Κρατάς την περηφάνια αντίδωρο.

Δεν σου μιλώ για εκδίκηση. Μη βιάζεσαι.

Για να ξεχωρίζουμε το δίκιο απ’ τ’ άδικο συζητάμε

και μιλούμε τη γλώσσα της καρδιάς

ανάμεσα σε χιλιάδες της δικαιοσύνης αναλφάβητους.

 

Ήμουν παιδί ανέμελο κάποτε

φορούσα την αθωότητα κατάσαρκα

με σταυροβελονιά ασπροκέντημα στο στήθος.

Ξυπόλητη έτρεχα στην άμμο

ώχρες χρυσές απλωμένες στον ήλιο

βήματα, να κατακτήσω με μια φλόγα τη ζωή.

Κι ύστερα, στο ξάφνιασμα του Έρωτα

μ’ έβρισκε μες τα μελισσόχορτα το λιόγερμα

μετρούσα σπίθες αστεριών στα όνειρα

και σε περίμενα.

Έδενα κόμπο το καρδιοχτύπι στο μαντήλι μου

και το κρατούσα φυλακτό

ώρες που ο αποσπερίτης έλαμπε πάνω από τον φάρο.

 

Απρόσμενα ήρθε ο χαλασμός

η  αυγή με ματωμένα ρόδα πότε χάραξε;

Απότομα έπρεπε να μεγαλώσω στον χαμό.

 

Με σιντεφένια δάχτυλα

κορφολογώ ακριβές σιωπές

βαραίνει το φορτίο.

Αγγίζω τον ξεριζωμό των ζωντανών

νεκροί ανασταίνονται, φωνές

η μνήμη με καινούριο αίμα δεν σβήνει.

'Ενα πελώριο κόκκινο φεγγάρι

ανατέλλει πάνω απ’ την Αμμόχωστο.

 

Δεν υπάρχουν χαμένες πατρίδες.

Αύριο,

στη γέφυρα του νου

ψυχανεμίσματα και βήματα βαριά

χτυπούν τα πέταλα του αλόγου στο καλντερίμι.

 

Αύριο,

παρακάμπτοντας τη μοίρα

από την ίδια τη μοίρα, η ζωή πιο δυνατή.

 

Aύριο,  

έλα να σκάψουμε τις ρίζες της αθανασίας

σ’ εκείνο τον χρόνο που δεν κοστίζει

αλλά είναι πάντα πολύτιμος.

 

Εκεί επιστρέφω στην Αφάντεια,

να εξοφλήσω το χρέος

κινώντας προς τα πίσω απ’ την αρχή.

 

Για το BOOK TOUR, Ζωή Δικταίου (Χαρούλα Βερίγου). 

Αύριο εν ονόματι της Αγάπης

Μάης του 2002 στην Κέρκυρα

 

 

ΖΗΤΗΣΤΕ ΤΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Ζωής Δικταίου (Χαρούλα Βερίγου για τα πεζογραφήματά της) αποτελείται από τρεις ενότητες:

Κόντρα στη λήθη (17 ποιήματα),

Της Κρήτης (11 ποιήματα)

και Μέτρησα τον χρόνο με λέξεις (34 ποιήματα)

Όλες οι ενότητες της συλλογής μιλούν για αξίες που θαρρείς έρχονται από άλλες εποχές, χρόνων ριζίτικου ταμπεραμέντου κι ανυποχώρητης αξιοπρέπειας. 

Γιώργος Τζιτζικάκης

Συγγραφέας.

Η ποίηση της Ζωής Δικταίου είναι ερωτευμένη με τις λέξεις και τις εικόνες. Οι δεύτερες ολοζώντανες, πολύχρωμες, ευωδιαστές. Πίσω τους φανερώνεται η μου¬μουσικότητα του ρυθμού, που δημιουργεί η επιλογή των λέξεων, καθώς παίρνουν ζωή μέσα από το νόημα της εκφραστικής επιλογής τής δημιουργού, αυτό που χαρακτηρίζει το προσωπικό της ύφος. 

Άγγελος Πετρουλάκης

Συγγραφέας, Ποιητής

Οι λέξεων, όχι μόνο στον λόγο αλλά και στη ζωή – όπως τα στάχυα μας δίνουν το ψωμί.

Οι λέξεις που κρύβει μέσα της η ποιήτρια είναι αυτές που ακόμη δημιουργικά ερμηνεύει. Οι λέξεις μεταμορφώνονται σε όραση και η όραση αποκαλύπτει τη μαύρη αλήθεια. Η όραση αυτή γίνεται όλο και πιο σκληρή και ξεφτιλίζει ως και τον έρωτα.

Ώσπου, η ανάγκη της ζωής ξαναζωντανεύει την επικράτεια του πάθους, αφού είμαστε όλοι σκλάβοι της παντοδυναμίας του Αύριο.

Αυτό το βιωματικό παιχνίδι ανάμεσα στην έντονη φαντασία και τη σκληρή πραγματικότητα το παίζει με εξαιρετική ευλυγισία η ποίηση της Ζωής Δικταίου. 

Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ

Το εξώφυλλο της έκδοσης φιλοτεχνήθηκε από  τη Μαρίλυ Βλάχου, ενώ στις σελίδες του βιβλίου φιλοξενούνται έργα του Σπύρου Τρούσα, της Ιωάννας Παληοκώστα, του Ρουσσέτου Παναγιωτάκη και της Ίνας Μελίδου. 

 

Αποκτήστε το άμεσα:

www.public.gr/product/books/greek-books/literature/poetry/ayrio-stahya-oi-lekseis/prod9490374pp/

Η κοινωνία ποτέ δεν τους χωράει όλους, γι' αυτό έχει δημιουργήσει το περιθώριο, για να στέλνει κάποιους εκεί. Όμως, τυχαίνει καμιά φορά κι αυτό το περιθώριο σημαίνει ό,τι και η κορνίζα στις φωτογραφίες των αγαπημένων μας. Συμβαίνει, επειδή η φύση της αγάπης μπορεί να κρύβεται οπουδήποτε, ακόμη κι εκεί.

Τη δεκαετία του εβδομήντα, η Χαριγένεια, έρχεται από το πουθενά κι από το περιθώριο και εγκαθίσταται με τη μητέρα και τα δυο της παιδιά στην Κρήτη. Την παρουσία της στη γειτονιά αντιλαμβάνονται πρώτα δυο μάτια καθαρά, της μικρής Ζωής. Μέσα από το βλέμμα και την αισθητική του παιδιού, έτσι όπως μεγαλώνει και εξελίσσεται στο χρόνο, καταγράφεται η διαδρομή της ζωής αυτής της γυναίκας και των ανθρώπων που συναναστρέφεται σε κωμικοτραγικές ή και ακραία τραγικές καταστάσεις. 
Η Χαριγένεια θα ζήσει τα πάντα, από ένα "αθώο" χαστούκι μέχρι τη βαριά σωματική βία, αλλά και τον έρωτα. Με αντάλλαγμα τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής της και με όρκο σιωπής, (στη διάρκεια της χούντας) θα ανταποκριθεί σε μια απρόσμενη πρόταση. Το τίμημα ακριβό. Ένα μενταγιόν, τα όνειρα και το τυχαίο θα καθορίσουν τη σχέση ανάμεσα στη Ζωή και στη Χαριγένεια στα σαράντα χρόνια που θα ακολουθήσουν μετά τον Ιούλιο του 1974.

Όταν θέλει η ζωή να σε λυτρώσει, σου ανοίγει την πόρτα σε έναν καινούριο παράδεισο, εκεί που το αχ του έρωντα ξοδεύεται στη μνήμη του νερού, για να κυλάει ο Αχέροντας με τον καιρό της αγάπης, όταν το τέλος έρχεται απλά και ανώδυνα προοικονομημένο από τη φύση.

Ένα αξιόλογο βιβλίο γεμάτο αισθήματα και εικόνες ζωντανές, σαν πίνακες ζωγραφικής. Σε ταξιδεύει, σε μαγεύει, σου αποκαλύπτει βαθιά κρυμμένες πτυχές της ψυχής. 
Αλκυόνη Παπαδάκη

 

Αποκτήστε το άμεσα:

www.captainbook.gr/book/217997/mia-koursa-gia-ti-charigeneia

 


Γυναίκες Ηπειρώτισσες  σκιορίσματα της φύσης…

Όταν κατεβαίνει παγωμένος o αέρας από τη Μουργκάνα, τον Γράμμο, το Μιτσικέλι, τα Τζουμέρκα, την Πίνδο, θαρρείς  φυσά  για να γυρίσει ακόμη μια φορά σελίδες της μνήμης και της ιστορίας. Πρόκληση και πρόσκληση μιας άλλης ανάγνωσης για να συλλαβίσεις το χρέος, να ψιθυρίσεις και να συμπληρώσεις ονόματα.

Σε τούτη την άγονη φλούδα της γης, καθεμιά γυναίκα του παλιού καιρού, είναι ένας θρύλος, ένα σύμβολο.

Γυναίκες Ηπειρώτισσες, της αντοχής, της υπομονής, της περηφάνιας, της αυτοθυσίας, της τιμής.

Θα τις ανταμώσεις, στα καταράχια και στα ρέματα, στις βρύσες, στις ρούγες, στα ρόγκια ζαλωμένες ξύλα ή και με τη σαρμανίτσα στην πλάτη καμιά φορά.

Θα τις αναγνωρίσεις από την πυρωμένη ψυχή, αυτή που κρατούν απαράδοτη στα δόντια και δεν θα τις αστοχήσεις ποτέ. Μέσα σου, θα καίει και θα φέγγει το βλέμμα τους.

Γυναίκα Ηπειρώτισσα, της άγρυπνης πάλης…

Για εσένα, με ευγνωμοσύνη τούτη η ταπεινή κατάθεση της δικής μου ψυχής.

 

Αποκτήστε το άμεσα: goo.gl/cDar9u

 
«Σχολή μαθητευόμενων ποιητών»
 
Εγγραφές όλο τον χρόνο 
 
• Για κορίτσια και αγόρια δημοτικού (Ελλάδα, Κύπρο και ομογένεια)
• Ολοκληρωμένο πρόγραμμα 4 εβδομαδιαίων συναντήσεων
• Κόστος: 40 ευρώ – εφάπαξ, στο κόστος συμπεριλαμβάνεται η αποστολή του πτυχίου – βεβαίωση συμμετοχής και μια μικρή έκπληξη!
• Σύγχρονη και ασύγχρονη τηλεκπαίδευση
(συναντήσεις μέσω της πλατφόρμας Zoom)
• Πρωτότυπα βίντεο, online παιχνίδια, δραστηριότητες αξιολόγησης, αυτοαξιολόγησης, αλληλεπίδρασης και ένα εφημεριδάκι που τα σπάει!
• Αναλυτική ανατροφοδότηση στις εργασίες των παιδιών
 
Αυτή η λογοτεχνική συντροφιά θα τα έχει όλα!
 
Συντονίζει ο ελληνοκύπριος ποιητής Θεοφάνης Θεοφάνους
Δηλώσεις συμμετοχής στην ηλεκτρονική διεύθυνση: theofanis_theofanous@yahoo.gr
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6978198751

 

Απ' το οπισθόφυλλο της έκδοσης

Αυτό είναι το Αλάτι, που, εκτός απ' τα φαγητά μας, νοστιμίζει απ' το φθινόπωρο του 2019 και τη λογοτεχνία!

Άνθρωποι από Ελλάδα, Κύπρο και Αγγλία συνδεθήκαμε μέσω μιας συγγραφικής συντροφιάς μοναδικής.

Για δώδεκα εβδομάδες μοιραζόμασταν σκέψεις και συναισθήματα.

Μελετούσαμε διάφορα λογοτεχνικά είδη, γράφαμε κι ετοιμαζόμασταν σταδιακά για την έκδοση αυτού του βιβλίου.

Σήμερα ο α΄ κύκλος του εργαστηρίου συγγραφής παρουσιάζει τη δουλειά του.

ISBN: 978-618-85110-0-2

Νεοελληνική πεζογραφία, διήγημα, ποίηση

12,50

Ζητήστε το σε όλα τα φυσικά και ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.


Αποκτήστε το άμεσα: 

https://www.booktourmagazine.com/