Δ ι ά θ λ α σ η (Κωνσταντίνα Κοράκη VS Γιώργο Χατζηκυριάκο)

2016-07-26 06:47

Μια σειρά συνομιλιών γύρω από το βιβλίο με συγγραφείς, αναγνώστες και δημιουργούς με την ελπίδα ότι θα προκύψει κάτι, έστω και ελάχιστα, διαφορετικό.

 

Ας μιλήσουμε με τον Γιώργο Χατζηκυριάκο, συγγραφέα και ηθοποιό.

 

Γιατί ένας συγγραφέας επιλέγει να γράψει μια ιστορία φαντασίας; Λειτουργεί η φαντασία ως συμβολισμός για πιο δύσκολα θέματα ή είναι, απλώς, θέμα διασκέδασης και εντυπωσιασμού;

Κατά πρώτον, ένας συγγραφέας γράφει για να μοιραστεί είτε έναν προβληματισμό είτε μια όμορφη ιδέα που τον γεμίζει με διάθεση. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, η φαντασία τον βοηθά να απελευθερωθεί από μερικούς αυστηρούς κανόνες ή, έστω, να τους παραλλάξει. Από εκεί και έπειτα το κάθε έργο που γράφεται, διαφέρει ως προς τον τελικό σκοπό του (ή μάλλον μετά από αυτόν, διότι ο βασικός σκοπός του είναι να ολοκληρωθεί). Κάποιες ιστορίες θέλουν να μας διασκεδάσουν και κάποιες να μας διδάξουν. Όπως και να έχει, τα μυαλά που κατασκευάζουν τέτοιες ιστορίες, θέλουν να επικοινωνήσουν. Και είναι πιο εύκολο να επικοινωνείς μέσα από σύμβολα και αρχέτυπα παρά με την άγνωστη καθημερινότητα του καθενός που συχνά καταντά αδιάφορη και βαρετή.

 

Θα έγραφες ποτέ με ψευδώνυμο; Νιώθεις ότι η ελληνική αγορά είναι συντηρητική και ότι πρέπει να προσέχεις τι γράφεις;

Για να πω την αλήθεια μετάνιωσα που δεν ξεκίνησα εξαρχής με ψευδώνυμο. Για την ακρίβεια με κάτι μικρό και εύηχο, που θα μπορούσε να παραμείνει εύκολα στη μνήμη του κόσμου, αντίθετα με το δικό μου, το οποίο εκτός από σιδηρόδρομος, τυχαίνει να είναι αρκετά διαδεδομένο. Υπάρχει κι άλλος Γιώργος Χατζηκυριάκος συγγραφέας, κι άλλος ηθοποιός, καθώς και πολλοί άλλοι με διαφορετικές ειδικότητες. Όλ’ αυτά τα αγνοούσα μέχρι πριν από λίγο, διαφορετικά θα το είχα αλλάξει. Ποτέ δεν είναι αργά!

Η ελληνική αγορά παραμένει κατά βάση συντηρητική και αυτό φαίνεται από τις επιλογές του κόσμου που αγοράζει τα ίδια και τα ίδια όλα αυτά τα χρόνια, με εξαίρεση τα κραυγαλέα best sellers ανεξαρτήτως θεματολογίας, που σκάνε από το πουθενά. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει κανέναν να γράφει ό,τι θέλει και όπως το θέλει. Απλώς οι περισσότεροι συναντούν την απόρριψη και στο τέλος καταφεύγουν στην αυτοέκδοση ή στην ελεύθερη διακίνηση μέσω ίντερνετ. Κι έτσι η αγορά παραμένει συντηρητική και χωρίς καμία πρόοδο.

 

Σε μια έκθεση βιβλίου σε ένα δημοτικό σχολείο παρατήρησα ότι δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου βιβλία φαντασίας, πέρα από τα παραμύθια για τα μικρότερα παιδιά και ορισμένα του Ιουλίου Βερν. Αντιθέτως, είδα πολλές παραλλαγές τύπου ημερολογίων με αστείες περιπέτειες στο σχολείο για παιδιά προεφηβικής ηλικίας και γενικά πολλά βιβλία σχετικά με την καθημερινότητα των παιδιών. Έχω την αίσθηση ότι τα βιβλία φαντασίας σε αυτές τις ηλικίες τα θεωρούν ως κάτι εξεζητημένο στη χώρα μας. Ποια είναι η γνώμη σου;

Δεν πιστεύω ότι τα παιδιά ταυτίζονται με τους διάφορους “σπασίκλες” και “ξενέρωτες” επειδή είναι πιο κοντά στον τρόπο ζωής τους, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Απλώς έχουν διαφημιστεί καλύτερα από άλλα βιβλία, έχουν περισσότερες εικόνες από ότι κείμενα, πράγμα που σημαίνει πως δεν κουράζουν και επίσης βρίσκονται κάτω από τη στέγη μεγάλου εκδοτικού που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια καθορίζει τι θα διαβάζει η νεολαία και τι όχι. Από την άλλη οι ιστορίες φαντασίας (τουλάχιστον οι πιο γνωστές) έχουν γίνει ταινίες, οπότε τα παιδιά σπάνια μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν τα βιβλία, εκτός και αν είναι φαν του είδους και του διαβάσματος. Όμως τα παιδιά διψούν για περιπέτεια και νέες εμπειρίες. Χρειάζονται καθοδήγηση από έμπειρους αναγνώστες, ακόμα και από συγγραφείς. Η άγνοια είναι, δυστυχώς, αυτή που μας κρατά κρυμμένες τις ωραιότερες ιστορίες. Έτσι αγνοούσα κι εγώ τον μαγικό κόσμο του Τόλκιν όταν ήμουν παιδί, μέχρι που ένας συμμαθητής έφερε το “Χόμπιτ” στην τάξη. Ομολογώ ότι μέχρι τότε τα βιβλία μου φαίνονταν απίστευτα βαρετά, σε βαθμό που τα μισούσα. Με τον Ιούλιο Βερν δε, ποτέ δεν είχα καλές σχέσεις.

 

Είναι γνωστό ότι στον χώρο του παιδικού βιβλίου παίζει μεγάλο ρόλο το σχολείο είτε με τη φιλαναγνωσία είτε με τις παρουσιάσεις βιβλίων από γνωστούς συγγραφείς. Θεωρείς ότι συμβάλλουν στην εξοικείωση του παιδιού με την ανάγνωση ή ότι το απομακρύνουν; Η αλήθεια είναι ότι έχω ακούσει παράπονα από μαθητές ότι τους «αναγκάζουν» να διαβάζουν συγκεκριμένα βιβλία. Έχεις κάποια πρόταση για το πώς θα μπορούσαν τα παιδιά να έρθουν σε επαφή με τα βιβλία με φυσικό τρόπο;

Κι εγώ θυμάμαι κάποτε που μας είχαν πάει να επισκεφτούμε μια γνωστή συγγραφέα και είχα βαρεθεί όσο ποτέ. Πολύ αργότερα, όταν με κάλεσαν να μιλήσω σε ένα Δημοτικό σχολείο, είχα την ίδια ανησυχία: μήπως και κάνω τα παιδιά να βαρεθούν ή να νιώσουν ότι βρίσκονται μαζί μου παρά τη θέλησή τους. Ευτυχώς συνέβη το αντίθετο, τα παιδιά πέρασαν όμορφα και συμμετείχαν στην κουβέντα που κάναμε γύρω από το “Τραγούδι του Χρόνου”. Ίσως όλα πήγαν τόσο ομαλά επειδή, λόγω ηλικίας, μιλούσα κι εγώ τη γλώσσα τους. Αρχικά μιλήσαμε για παιχνίδια, τραγούδια, και γνωστά μυθικά πρόσωπα.  Έπειτα, είπαμε για τη φαντασία και τη δύναμή της κι έτσι προχωρήσαμε στη δική μου μυθοπλασία. Τα παιδιά θέλουν περιπέτεια, θέλουν ν’ ανακαλύπτουν συναρπαστικά πράγματα. Οπότε ας μην τα πιέζουμε να διαβάζουν “κλασικά” αναγνώσματα. Κάποια μέρα θα τα αναζητήσουν από μόνα τους. Πρώτα, όμως, πρέπει το διάβασμα να γίνει μια ευχάριστη ασχολία γι’ αυτά και όχι κάτι το καταναγκαστικό.

 

Ποιο βιβλίο θα πρότεινες σε κάποιον που δεν έχει διαβάσει ποτέ του βιβλίο φαντασίας και γιατί;

Το “Ιστορία Χωρίς Τέλος” του Μίχαελ Έντε. Γράφτηκε πολύ αργότερα από τον “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών”, αλλά για μένα αποτελεί την επιτομή του φανταστικού. Εκτός από το κλασικό πακέτο της ιστορίας (φανταστικός κόσμος, ήρωας, σύντροφος, αποστολή, δοκιμασίες, κακό-απειλή) ο συγγραφέας ασχολήθηκε με την επίδραση που έχει το διάβασμα στον αναγνώστη καθώς και το ανάποδο, δηλαδή πως ο αναγνώστης μπορεί να δώσει ζωή σε όσα διαβάζει. Αυτή η γέφυρα ανάμεσα στους δύο κόσμους, τον πραγματικό και τον ονειρικό, είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του Έντε.

(Σημείωση: Χαίρομαι πολύ που επέλεξες τον συγκεκριμένο συγγραφέα. Υπέροχη η “Ιστορία Χωρίς Τέλος”, και το έθεσες πολύ όμορφα. Ο Έντε καλεί τον αναγνώστη να “μπει” μέσα στο βιβλίο... )

 

Πρόσφατα, σε άρθρο για τον χώρο του βιβλίου στην Ελλάδα είδαμε ότι οι εκδοτικοί οίκοι πληρώνουν για να καταλαμβάνουν μία περίοπτη θέση στις βιτρίνες των μεγάλων βιβλιοπωλείων. Τελικά, πόσο μεγάλο ρόλο παίζει το μάρκετινγκ στα βιβλία; Ένας συγγραφέας που θα ανεβάσει τη δουλειά του στο ίντερνετ ανεξάρτητα (ακόμα και δωρεάν) έχει πιθανότητες να βρει αναγνωστικό κοινό;

Τίποτα δεν κινείται χωρίς μάρκετινγκ. Στην περίπτωση της έντυπης έκδοσης (πόσο μάλλον της αυτοέκδοσης και της συνέκδοσης) χρειάζονται πολλά χρήματα για διαφήμιση και προώθηση, αλλιώς το βιβλίο περνάει απαρατήρητο ή πέφτει πολύ αργά στην προσοχή του κοινού. Δυστυχώς πολλοί καλοί τίτλοι -εγχώριοι αλλά και μεταφρασμένοι- χάθηκαν, επειδή οι εκδοτικοί τους δεν επένδυσαν στα παραπάνω. Στην περίπτωση της δημοσίευσης μέσω ίντερνετ πάλι χρειάζεσαι μάρκετινγκ, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρέπει απαραίτητα να διαθέσεις χρήματα. Κοινό αποκτάς εύκολα, αρκεί να έχεις γράψει κάτι καλό ή έστω ξεχωριστό. Η ανταγωνιστικότητα είναι μεγάλη και ο χρόνος περιορισμένος. Όμως το ίντερνετ και η δωρεάν προσφορά βοηθούν έναν νέο συγγραφέα να χτίσει σιγά-σιγά το κοινό του. 

 

Νομίζω ότι έχει δημιουργηθεί μια δυσπιστία για τις σειρές φαντασίας. Έχουμε παραδείγματα συγγραφέων που ενώ ξεκίνησαν πολύ δυνατά στον 1ο και στο 2ο τόμο μιας σειράς, στη συνέχεια ξεχείλωσαν τις ιστορίες απογοητεύοντας το κοινό. Σου έχει συμβεί και πού νομίζεις ότι οφείλεται;

Πιστεύω πως σε κάθε ιστορία, λίγο-πολύ, υπάρχει ένα κομμάτι που είναι βαρετό. Από εκεί και πέρα έχουμε να κάνουμε με το μέγεθος της ιστορίας. Με τις σειρές είναι πιο εύκολο να χαθεί το ενδιαφέρον ή να εντοπιστούν αδύναμα σημεία, και όταν κάτι το τραβάς για να μεγαλώσει, φθείρεται. Στην τελική πρέπει οι συγγραφείς να μάθουν πότε πρέπει να σταματούν και πότε να συνεχίζουν. Δύσκολο, βέβαια, αν έχεις φτιάξει έναν ήρωα ή έναν κόσμο που έχει αγαπηθεί τόσο από εσένα όσο και από το κοινό σου. Έχεις την ανάγκη να δώσεις περισσότερα, ακόμα κι αν έχεις φτάσει στο σημείο να τα έχεις δώσει όλα.

 

Τελικά ισχύει ότι οι καλύτερες παιδικές ιστορίες είναι αυτές που αρέσουν και στους μεγάλους; Ο Τόλκιν, συγκεκριμένα, έλεγε ότι “There is no writing for children”. Συμφωνείς;

Μια ιστορία που είναι γραμμένη μόνο για παιδιά, είναι μια κακή ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταινίες και τα κινούμενα σχέδια. Οι ιστορίες πρέπει να είναι για όλους, αφού άλλωστε οι ίδιες δεν έχουν ηλικία. Απλώς διαφέρει ο τρόπος που θα τις δώσεις, θα τις εξιστορήσεις, θα τις αφηγηθείς. Τρανό παράδειγμα η ελληνική μυθολογία. Θεωρητικά, με τόσες σφαγές, βιασμούς, βασανιστήρια και δύστροπους χαρακτήρες, το  μεγαλύτερο της μέρος είναι ακατάλληλο για τους μικρότερους. Κι όμως υπάρχουν χίλια δύο βιβλία για παιδιά που την αποδίδουν με τέτοιον τρόπο, ώστε πολλοί λαθεμένα νομίζουν ότι πρόκειται για παιδικές ιστορίες που δεν αφορούν τους μεγάλους.

 Προσωπικά χαίρομαι πάρα πολύ όποτε κάποιος ενήλικος διαβάζει τα βιβλία μου χωρίς να υπολογίζει την ετικέτα “παιδικό”.

 

Ποιος «κακός» χαρακτήρας της λογοτεχνίας θεωρείς ότι είναι ο πιο επιτυχημένος; Γενικά, πιστεύεις ότι η μισή επιτυχία ενός βιβλίου φαντασίας οφείλεται σε έναν πολύ χαρακτηριστικό «κακό»;

Αυτό με τους “κακούς” το πιστεύω στα κόμικς, στα video-games και στα κινούμενα σχέδια. Κι αυτό, επειδή εκεί υπάρχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα γύρω από τη φύση του χαρακτήρα, αν και τις περισσότερες φορές μετράει το image, ο σχεδιασμός του και το εικαστικό “δέσιμο” με τον πρωταγωνιστή. Για παράδειγμα πάντα μου άρεσε το δίδυμο “Batman-Joker” όπως επίσης “Spider-Man με Green Goblin”, “Sub-Zero με Scorpion”,  “Ryu με M. Bison” και “Cloud με Sephiroth”. Συχνά οι “κακοί” κερδίζουν πιο πολλούς οπαδούς από ότι οι “καλοί”, αφού όπως και να το κάνουμε η “σκοτεινή” πλευρά” γοητεύει και παρασύρει. Γι’ αυτό και ναι, οι ιστορίες που έχουν χαρακτηριστικούς “κακούς” κερδίζουν, πόσο μάλλον εκείνες των οποίων οι “κακοί” ήταν κάποτε οι ίδιοι ήρωες, όπως ο μάγος Raistlin στη σειρά Dragonlance.

 

Η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ δημιούργησε έναν δικό της κόσμο. Το ίδιο και ο Tζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν. Πόσο δύσκολο είναι για έναν συγγραφέα να πετύχει κάτι τέτοιο; Πιστεύεις ότι είναι προϊόν μελέτης μυθολογίας και ιστορίας ή καθαρά θέμα έμπνευσης;

Οι μύθοι είναι κι αυτοί με τη σειρά τους εμπνεύσεις αλλοτινών εποχών. Από την άλλη, η σύγχρονη μυθολογία των συγγραφέων του φανταστικού είναι η εξέλιξη των παλιότερων. Θα δώσω το δικό μου παράδειγμα με το “Τραγούδι του Χρόνου”. Όταν θέλησα να φτιάξω έναν κόσμο Χριστουγέννων, αρχικά βασίστηκα  στη δική φαντασία μου. Στη συνέχεια, μελέτησα παραδόσεις και θρύλους που σχετίζονταν με το Δωδεκαήμερο και ανακάλυψα πως υπήρχε τεράστιο υλικό, που μπορούσε να αξιοποιηθεί, ώστε να γίνει ακόμα πιο πειστική η Νοέλα και η ιστορία της. Έτσι κι έγινε.

 

Παλιότερα τα παραμύθια είχαν έντονο το στοιχείο του φόβου. Μάλιστα, αν διαβάσουμε γνωστά παραμύθια, στην πρωταρχική τους μορφή, μπορεί να τρομάξουμε. Πώς το ερμηνεύεις και τι έχει αλλάξει στην εποχή μας που συναντούμε πιο “στρογγυλεμένες” εκδοχές;

Όντως, τα αυθεντικά παραμύθια δεν έχουν καμία σχέση έτσι όπως τα ξέρουμε ή  (για να είμαστε ακριβείς), όπως τα μάθαμε από την Disney. Τα πράγματα ωραιοποιήθηκαν  στην πορεία και έγιναν πιο “παιδικά”. Είναι αυτό που ανέφερα παραπάνω με την ελληνική μυθολογία, μόνο που εδώ τα παραμύθια δεν πέρασαν από φίλτρα, αλλά είτε παραλλάχτηκαν είτε “χειρουργήθηκαν” για να τους αφαιρεθούν κομμάτια φρίκης και βιαιότητας. Εκείνους τους καιρούς το Παιδί είχε γίνει προϊόν, όπως έγινε αργότερα ο Έφηβος, και ό,τι σχετιζόταν με τα παιδιά έπρεπε να έχει μορφή αγνή, χαρούμενη, φιλική και φυσικά όμορφη. Αυτό από τη μία ήταν καλό. Από την άλλη, όμως, θάφτηκαν ορισμένες πολύ σημαντικές διδαχές των παραμυθιών και τα πρότυπα-ήρωες πήραν λαθεμένη τροπή. Για παράδειγμα, ο πρίγκιπας που αντί να δώσει το φιλί  της σωτηρίας στην κοιμωμένη ηρωίδα, την πήρε και την... κακομεταχειρίστηκε. Βλέπεις, λοιπόν, ότι ακόμα και στα παραμύθια (με την τωρινή και όχι την τότε έννοια) δεν είναι όλα ρόδινα, ενώ συχνά το τέλος τους είναι χειρότερο από την αρχή. Γιατί έτσι είναι και η ζωή, γεμάτη κινδύνους, παγίδες, ψέματα και απρόβλεπτες συναντήσεις, και τα παραμύθια ακριβώς αυτό θέλουν να μας πουν και όχι το αντίθετο, όπως κακώς νομίζουμε.

 

Γνωρίζω ότι δουλεύεις με παιδιά, όπως και ότι έχεις μία κόρη. Από την εμπειρία σου τι είναι αυτό που γοητεύει τα παιδιά και τι είναι αυτό που λείπει από τη ζωή τους;

Νομίζω ότι τους λείπει η πρωτοβουλία. Αυτό πηγάζει από την παθητικότητα που έχει δημιουργήσει η υπερπροσφορά στο καθετί. Τα παιδιά σήμερα τα έχουν όλα, γι’ αυτό και βαριούνται εύκολα. Χρειάζονται παρακίνηση από τους μεγάλους. Να γιατί είναι σπουδαίο το θεατρικό παιχνίδι και οι ιστορίες φαντασίας. Τα παιδιά γοητεύονται από το μυστήριο, τη μαγεία και την περιπέτεια. Και επειδή λόγω ηλικίας αισθάνονται άτρωτα, τους αρέσει να ταυτίζονται με ήρωες και υπερήρωες. Τα γοητεύει η δράση αλλά και πράγματα που συχνά τους απαγορεύουμε, όπως π.χ. οι ιστορίες τρόμου. Εγγυημένα σου το λέω, καθώς το έχω δοκιμάσει σε διαφορετικές ομάδες και ηλικίες. Τρελαίνονται για ιστορίες τρόμου!

(Σημείωση αρθρογράφου: Το Υπουργείο Παιδείας έκοψε το μάθημα της Θεατρικής Αγωγής στην Ε΄και ΣΤ΄ δημοτικού.)

 

Γιατί οι εκδοτικοί οίκοι στη χώρα μας είναι διστακτικοί απέναντι στα βιβλία φαντασίας;

Επειδή δεν πουλάνε. Αν δεν έρθει το βιβλίο από εξωτερικό με δυο-τρία βραβεία, δεκαπέντε μεταφράσεις, εκατομμύρια πωλήσεις, συμβόλαια για κινηματογραφικές μεταφορές και μεγάλα λόγια, ο εκδοτικός δεν μπαίνει στη διαδικασία να ασχοληθεί με το φανταστικό. Άλλωστε, το κοινό είναι περιορισμένο και δύσκολο, και όσοι εκδοτικοί έκαναν την προσπάθεια να στηρίξουν Έλληνες συγγραφείς, δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τα αποτελέσματα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που έχει ανθίσει η αυτοέκδοση και που οι περισσότεροι τίτλοι ανήκουν στη σφαίρα του φανταστικού και της λογοτεχνίας τρόμου. Ο εκδοτικός γνωρίζοντας ότι δεν θα βγάλει κέρδη από τις πωλήσεις, θέλει να είναι καλυμμένος, οπότε σου ζητά να χρηματοδοτήσεις εσύ την αρχική έκδοση του βιβλίου. Στη συνέχεια, σου ζητά ν’ αναλάβεις και όλο το απαιτούμενο τρέξιμο.

 

Τι σε δυσκολεύει περισσότερο; Οι διάλογοι, η αφήγηση ή οι περιγραφές; Προβληματίζεσαι για το αν οι διάλογοι ακούγονται φυσικοί και αν ναι, πώς το αντιμετωπίζεις; Έχεις παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής από ό,τι διάβασα. Θεωρείς ότι τέτοιου είδους σεμινάρια μπορούν να βοηθήσουν έναν συγγραφέα ή μήπως τον εγκλωβίζουν σε ένα καλούπι;

Οι περιγραφές είναι πιο δύσκολες από τα υπόλοιπα. Κι ευτυχώς που είναι, διαφορετικά θα έχανα το μέτρο περιγράφοντας το παραμικρό, ταλαιπωρώντας έτσι τον αναγνώστη. Οι διάλογοι προσπαθώ να ακούγονται όσο το δυνατότερο φυσικοί, αλλά και αυτό εξαρτάται από το είδος της ιστορίας. Π.χ  στο “Ταξίδι του Βάρδου” που είναι μια ονειρική νουβέλα, έδωσα περισσότερο ποιητική χροιά στους ήρωες παρά καθημερινή. Όσο για το “Τραγούδι του Χρόνου” έκανα μια μίξη και από τα δύο. Αλλιώς μιλάει ένα δωδεκάχρονο αγόρι της εποχής μας και αλλιώς ένα πλάσμα χιλίων ετών από έναν άλλον κόσμο.

 Στο σεμινάριο του ΕΚΕΒΙ έμαθα χρήσιμα πράγματα, αν και δεν ξέρω κατά πόσο τα χρησιμοποίησα στο γράψιμο. Οι κανόνες υπάρχουν για να τους παραβιάζεις, μας έλεγε μετά από κάθε μάθημα η συντονίστρια, πράγμα που σημαίνει πως ποτέ δεν μας  καλούπωνε σε κάποιο συγκεκριμένο είδος γραφής. Αλλά ξέρω πολλά άτομα που έχουν μπλοκάρει, επειδή ήταν σε σεμινάριο ή λέσχη γραφής. Ξέρω επίσης και άλλους που βοηθήθηκαν παρά πολύ. Άρα, το θέμα εξαρτάται από τον συντονιστή και, κάποιες φορές, από την ομάδα. Γενικά, είναι χρήσιμο να δέχεσαι συμβουλές, έστω κι αν τις τοποθετείς στο πίσω μέρος του μυαλού.

 

Θεωρείς ότι η ενασχόλησή σου με την υποκριτική σε έχει βοηθήσει, έτσι ώστε να δίνεις περισσότερο βάθος στους χαρακτήρες σου;

Μάλλον συνέβη το αντίθετο. Ακριβώς επειδή έγραφα, -οπότε και δημιουργούσα διαφορετικούς κάθε φορά χαρακτήρες- όταν ασχολήθηκα με την υποκριτική, μού ήταν περισσότερο εύκολο να μπαίνω σε έναν ρόλο ερευνώντας τα “θέλω” του, τις αδυναμίες του, τα κίνητρά του και γενικώς την ψυχοσύνθεσή του. Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι από μόνη της μια παράσταση που απαιτεί από τον συγγραφέα να ενσαρκώσει δεκάδες ρόλους, και παράλληλα να τους κατευθύνει και να τους σκηνοθετεί.

 

Συχνά βλέπουμε παραμύθια με έντονο διδακτισμό, ή αλλιώς με προφανή μηνύματα. Πιστεύεις ότι οι συγγραφείς γράφουν έχοντας στο μυαλό τους πώς θα φανεί η ιστορία στους γονείς περισσότερο και όχι τόσο στα παιδιά; Είναι μια τάση αυτή την περίοδο;

Η αλήθεια είναι πως σε ό,τι αφορά τα παιδικά, υπάρχει μια μικρή λογοκρισία σύμφωνα με το τι είναι “καλό”, τι είναι “χρήσιμο” και το τι είναι “ακίνδυνο” και “υγιές” για ένα παιδί. Αλλά αυτό γίνεται συνήθως κάτω από την κρίση των γονιών, αφού τις περισσότερες φορές αυτοί είναι που επιλέγουν τι ανάγνωσμα θα δώσουν στο παιδί. Κατά τη γνώμη μου οι συγγραφείς θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους και τις δύο ομάδες. Να γράφουν δηλαδή για γονείς που ήταν κάποτε παιδιά και για παιδιά που θα γίνουν κάποτε ενήλικοι. Κυρίως, όμως, να γράφουν σαν είναι οι ίδιοι παιδιά, γεμάτοι ενέργεια και διάθεση για εξερεύνηση και περιπέτεια.

(Σημείωση αρθρογράφου: “Κυρίως όμως να γράφουν σαν είναι οι ίδιοι παιδιά...”

Αυτό είναι το στοίχημα, πιστεύω...)

 

Γιατί ξεχώρισε η σειρά «Game of Thrones» που βασίζεται στη σειρά βιβλίων  του George R. R. Martin «Το Τραγούδι της Φωτιάς και του Πάγου»;

Καταρχήν στο ότι διαδραματίζεται σε έναν ψευδομεσαιωνικό κόσμο. Έπειτα, στους δεκάδες χαρακτήρες που έχει δημιουργήσει και στις αναποδιές στις οποίες μπλέκονται όλοι αυτοί, μέχρι να χάσουν το κεφάλι τους. Στην ουσία ο Μάρτιν έχει φτιάξει ένα κολοσσιαίο/τηλεοπτικό ριάλιτι, και το κοινό παρακολουθεί με μανία το ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. Το γεγονός ότι οι δίκαιοι σκοτώνονται και οι άδικοι θριαμβεύουν, εθίζει ακόμα περισσότερο το κοινό κάνοντάς το να περιμένει τη συνέχεια για να αποδοθεί η δικαιοσύνη. Ο Μάρτιν ξέρει τι κάνει για να μας κρατά προσκολλημένους στο έργο του. Και το κάνει καλά.

 

Μια και αναφέρθηκα στον  George R. R. Martin, θα αναφέρω πάλι κάτι που δήλωσε σε μια συνέντευξή του και θα ήθελα να μου το σχολιάσεις για να κλείσουμε: «Αυτό που έχει σημασία για μένα κοιτάζοντας το παρελθόν είναι ότι ακόμα και σε στιγμές που φοβόμουν ότι δεν θα πουλήσω ούτε ένα βιβλίο, δεν φοβόμουν να γράψω το επόμενο. Και αυτό κατά τη γνώμη μου διακρίνει τον πραγματικό συγγραφέα...»

Έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα το 2006. Απέτυχα παταγωδώς να του βρω εκδότη και έπεσα σε κατάθλιψη. Έγραψα ένα δεύτερο μες στην επόμενη χρονιά. Και πάλι απέτυχα, αυτή τη φορά χωρίς πολλές στεναχώριες. Στη συνέχεια, παράλληλα με μικρές ιστορίες και παραμύθια, έγραψα το “Τραγούδι του Χρόνου”. Αυτό κατάφερε να εκδοθεί αλλά οι πωλήσεις δεν ήταν καλές, ο εκδοτικός έκλεισε σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ το δεύτερο μέρος της σειράς αναγκάστηκα να το εκδώσω με δικά μου έξοδα. Και πάλι, εκεί που όλα έμοιαζαν χαμένα και μου έκραζαν τα παρατήσω, δεν σταμάτησα να γράφω. Και ούτε πρόκειται να το κάνω. Το πιθανότερο είναι να μην κερδίσω ποτέ ούτε χρήματα, ούτε αναγνώριση ούτε τίποτα παραπάνω από μερικές καλές κριτικές από φίλους και αναγνώστες. Αλλά δεν γίνεται να εγκαταλείψω τη συγγραφή και τη μυθοπλασία. Και αυτό, σύμφωνα με τον Μάρτιν, με κάνει πραγματικό συγγραφέα.

(Σημείωση αρθρογράφου: Πολύ όμορφο το “Τραγούδι του Χρόνου”. Αν θέλετε, δείτε τις σκέψεις μου πατώντας τον ακόλουθο σύνδεσμο.)

www.goodreads.com/review/show/1425972363?book_show_action=false

 

Βιογραφικό: Ο Γιώργος Χατζηκυριάκος είναι συγγραφέας και ηθοποιός.

Γεννήθηκε το 1983 στον Πειραιά. Σπούδασε Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων στην Κοζάνη και αργότερα παρακολούθησε σεμινάριο δημιουργικής γραφής στο Ε.ΚΕ.ΒΙ. Το 2012 κέρδισε υποτροφία για την Ανωτέρα Δραματική Σχολή Ίασμος, όπου σπούδασε υποκριτική πλάι σε σπουδαίες προσωπικότητες του χώρου.

Έχει γράψει μυθιστορήματα φαντασίας και τρόμου, διηγήματα, παραμύθια και θεατρικά έργα. Κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες του φανταστικού και περιοδικά, κάποια εκ των  οποίων έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς. Η κωμωδία του με τίτλο "The Irish Bastard!" παίχτηκε με επιτυχία την περίοδο 2014-15 σε σκηνοθεσία του ίδιου και κέρδισε την πρώτη θέση στο 1ο  Athens Comedy Festival. Το βιβλιο του “Η Χώρα των Χαμένων Ευχών” -το πρώτο μέρος της σειράς “Το Τραγούδι του Χρόνου” γνωστή και ως “Νοέλα”- εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2011 κερδίζοντας την αγάπη μικρών και μεγάλων.

Έχει συμμετάσχει σε διαλέξεις γύρω από τη λογοτεχνία του Φανταστικού, τη μουσική, τα παραμύθια και τη λαογραφία. Πρώην βιβλιοπώλης και ραδιοφωνικός παραγωγός εργάζεται με παιδιά και νέους σε εκπαιδευτικά προγράμματα, παιδικά δρώμενα και θεατρικά, κατασκηνώσεις και summer camp, θεματικά πάρκα (Εργοστάσιο Σοκολάτας) και προώθηση ταινιών (Disney Star Wars Jedi Academy)

Ζει με τη σύζυγο και την κόρη του στον Πειραιά. 

 

Για το Book Tour, Κωνσταντίνα Κοράκη.

https://konstantinakoraki.wordpress.com/

https://www.goodreads.com/book/show/22377123

 
«Σχολή μαθητευόμενων ποιητών»
 
Έναρξη: 10 Απριλίου
 
• Για κορίτσια και αγόρια δημοτικού (Ελλάδα, Κύπρο και ομογένεια)
• Ολοκληρωμένο πρόγραμμα 4 εβδομαδιαίων συναντήσεων
• Κόστος: 40 ευρώ – εφάπαξ, στο κόστος συμπεριλαμβάνεται η αποστολή του πτυχίου – βεβαίωση συμμετοχής και μια μικρή έκπληξη!
• Σύγχρονη και ασύγχρονη τηλεκπαίδευση
(συναντήσεις μέσω της πλατφόρμας Zoom)
• Πρωτότυπα βίντεο, online παιχνίδια, δραστηριότητες αξιολόγησης, αυτοαξιολόγησης, αλληλεπίδρασης και ένα εφημεριδάκι που τα σπάει!
• Αναλυτική ανατροφοδότηση στις εργασίες των παιδιών
 
Αυτή η λογοτεχνική συντροφιά θα τα έχει όλα!
 
Συντονίζει ο ελληνοκύπριος ποιητής Θεοφάνης Θεοφάνους
Δηλώσεις συμμετοχής στην ηλεκτρονική διεύθυνση: theofanis_theofanous@yahoo.gr
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6978198751

 

Απ' το οπισθόφυλλο της έκδοσης

Αυτό είναι το Αλάτι, που, εκτός απ' τα φαγητά μας, νοστιμίζει απ' το φθινόπωρο του 2019 και τη λογοτεχνία!

Άνθρωποι από Ελλάδα, Κύπρο και Αγγλία συνδεθήκαμε μέσω μιας συγγραφικής συντροφιάς μοναδικής.

Για δώδεκα εβδομάδες μοιραζόμασταν σκέψεις και συναισθήματα.

Μελετούσαμε διάφορα λογοτεχνικά είδη, γράφαμε κι ετοιμαζόμασταν σταδιακά για την έκδοση αυτού του βιβλίου.

Σήμερα ο α΄ κύκλος του εργαστηρίου συγγραφής παρουσιάζει τη δουλειά του.

ISBN: 978-618-85110-0-2

Νεοελληνική πεζογραφία, διήγημα, ποίηση

12,50

Ζητήστε το σε όλα τα φυσικά και ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.


Αποκτήστε το άμεσα: 

https://www.booktourmagazine.com/