Αγαλιανά οι αροδαμοί…

2018-12-26 12:48

       

                Πέρασαν τα χρόνια, φτερούγισαν μακριά, μα όσο κι αν τούτη την απόσταση την όρισε μεγάλη ο χρόνος, στην καρδιά μου δεν μέτρησε ποτέ.  Αγαλιανά οι αροδαμοί ξανανθίζουν με την πρωινή πάχνη στη σκέψη. Δεν είναι αναπόληση, ούτε νοσταλγία. Απλά παίζω. Ξεθάβω μια εικόνα από τη μνήμη και λέω μέσα μου, εδώ στάσου κάτι θα έχει σωθεί για να σε σώσει, με κάτι θα γελάσεις, με κάτι θα κλάψεις, κάτι απ’ τα καλά κρυμμένα θα θυμηθείς, κάπου θα βρεις ένα σημάδι. Από το ελάχιστο γεννιέται το θαύμα. Τραβάω το σκουριασμένο σύρτη της παλιάς πόρτας. Το τρίξιμο έχει μια πρόκληση.

          Κατεβαίνω στα υπόγεια τής ψυχής. Ανάβουν χιλιάδες φανάρια. Φέγγουν ακόμα οι νύχτες μου. Και τα φεγγάρια όμως, κοιμούνται στ’ ακριβό ατλάζι τ’ ουρανού κι όταν τα ξυπνήσει η Όστρια τρέχουν και κρέμονται θριαμβολογώντας στο φεγγίτη. Και πιάνουν κουβέντα με τα γιασεμιά. Όλα ίδια τα βλέπω. Καμιά φορά φορτώνουν τα μάτια δάκρυα. Η κόκκινη κορδέλα δεμένη στα μαλλιά, οι κιτρινισμένες σελίδες στο σημειωματάριο μυρίζουν κανέλλα, τα χέρια ζυμάρι ζεστό. Επιμένω να μην αλλάζω ό,τι μού αρέσει. Δεν είναι μισοσβησμένες μορφές. Στο παχνισμένο τζάμι τού χρόνου ζωγραφίζω καινούρια άστρα, ξαναγράφω συμπληρωμένα τα ίδια ονόματα, σημαδεύω το φως. Αγαπώ αυτά τα ταξίδια πίσω απ’ τον καιρό. Βρέξει, χιονίσει, αυτό το ταξίδι στο μετερίζι τής αγάπης μυρίζει γιασεμί.

         Η Φεβρώνα, αδειάζει το νερό στο σιδερένιο κουβά, γυρίζει τη σκάφη αμπούμπουρα, έτσι το λένε στην Κρήτη, για να στεγνώσει, δένει σφιχτά το κεφαλομάντηλο κι απλώνει την μπουγάδα στην ταράτσα. Τα ρούχα στοιχημένα σε παρέλαση. Μπροστά τα τρίριγα σεντόνια, πίσω οι μαξιλαροθήκες, παραπίσω οι πετσέτες και τα σεμέν, μετά οι ζέρσεϊ κιλότες τής Φεβρώνας. Τελευταία τα τριμμένα σώβρακα τού Προκόπη, οι ποδιές του καφενείου και οι τρύπιες κάλτσες του.  Ο μπάρμπα Δήμος κρεμανταλάς και χωρατατζής, παρατηρεί τάχα μου τη μπουγάδα, περαστικός από τη γειτονιά μας και την πειράζει, τη Φεβρώνα,  αστειευόμενος τραγουδιστά:

 

Τη Δευτέρα βάνει πλύση

Και την Τρίτη την απλώνει

Την Τετάρτη τη στεγνώνει

Και την Πέμπτη τη μαζώνει

Την Παρασκευή μπαλώνει

Το Σαββάτο σιδερώνει

Και την Κυριακή αλλάζει

Και ο κόσμος κάνει χάζι

Φεβρωνιά μου, δεν πειράζει!

 

       Η θεία Ελπινίκη με το ολοστρόγγυλο πρόσωπο και τα πολλά μπιμπίκια, εκεί πίσω από το κουρτινάκι τής κουζίνας, με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι ως συνήθως κι ας νομίζει πως είναι αθέατη. Όταν παρατηρήσει κάτι που τής κινεί την περιέργεια, την προδίδει ο βήχας. Ο βήχας της που περιέχει και ένα περίεργο, σύντομο μγκ,  ανάμεσα στα γκούχ, γκουχ.

         Το ίδιο και η Μυράνθη στο διπλανό σπίτι, μόνο που εκείνη δεν βήχει. Και η θεία Κλεονίκη όμως δεν πάει πίσω. Από το παραθυράκι του οντά κατασκοπεύει τα πάντα. Η Αρσινόη πάλι δεν κρύβεται. Κάθε φορά που ψάχνει να μάθει νέα, γυρίζει όλη τη γειτονιά με το λιβανιστήρι της. Παραμιλάει κι από πάνω. Η φλυαρία της ξεσηκώνει τις πιο απίθανες λεπτομέρειες.

          Η γριά Αριστέα ξεμωραμένη εντελώς θα χορεύει με την κατσίκα της στο δώμα. Γρυλλού τη φωνάζει γιατί τα μάτια της είναι τεράστια. Δυο ολοστρόγγυλα μάτια πολύ κοντά στα κέρατα που νομίζεις δεν κλείνουν ποτέ. Η Γρυλλού, φοράει χαϊμαλιά και φιόγκο. Όταν ακούει παλαμάκια μπεμπερίζει και χοροπηδά, όπως η γριά Αριστέα. Ο Μανώλης, που είναι μεγάλος, αλλά ποτέ δεν έχει περπατήσει, γελά βλέποντας τα καμώματά τους από ψηλά. Κάπου – κάπου τραβά δυο δοξαριές στη λύρα του ενθαρρύνοντας έτσι το χορό τους, μα η Αριστέα είναι σχεδόν κουφή και δεν ακούει. Το καταλαβαίνει από τη Γρυλλού που ξαφνιάζεται, παίρνει φόρα και την κουτουλάει μαλακά. «Άδηηηηηηηη, να μη γνωρίσεις ποτέ», λέει και σέρνει το «η», μέχρι εκεί που δεν έχει άλλη πνοή.

          Ο Μανώλης κάθεται στην καρέκλα του και ακούει τραγούδια στο ραδιόφωνο. Δεν παραπονιέται ποτέ. Όλοι πηγαίνουμε και τού κάνουμε παρέα. Είναι μεγάλο πειραχτήρι. Μας κάνει φάρσες και γελάει καλόκαρδα. Γελάμε κι εμείς. Τού αρέσει να βγάζει φωτογραφίες τον κάμπο με τους ανεμόμυλους. Έχει και εκείνος ανεμόμυλο στην αυλή του. Μόνος του τον έχει φτιάξει. Κάνει πολλά πράγματα και ας μην περπατάει. «Η ζωή δεν έχει μόνο πόδια», συμβουλεύει, «ζωή είναι ο νους». Το σπίτι του, έχει τα πιο πολλά λουλούδια και την καλύτερη θέα από όλα τα σπίτια τής γειτονιάς.  

       Ο Δράκος, ανιψιός τής θείας μου, τής Ευτυχίας, μένει λίγο πιο πέρα προς τη μεσοχωριά. Κοιτάζει όλο τον κόσμο με συμπάθεια. Φοράει μια παράξενη στρατιωτική χλαίνη και δεν μιλάει πολύ. Συνέχεια λύνει ασκήσεις. Ο Δράκος λένε, είναι αυθεντία στα μαθηματικά! Εμένα, μια μέρα στο αλώνι τού μπάρμπα Μπαεράμη, όταν λίχνιζαν το στάρι τους, μού είχε μάθει, σχεδόν δηλαδή, τον πιο δύσκολο πολλαπλασιασμό, αυτόν του οκτώ. Η φωνή του, όταν μιλά για κάτι άλλο από αριθμούς, γίνεται αλλιώτικη, σαν να είναι ηθοποιός σε θέατρο. Νομίζεις πως θα κλάψει, μα όχι, μόνο στο βλέμμα του το καταλαβαίνεις, κρέμεται κάτι από λύπη στις άκριες των ματιών.

        Η Μαλαματένια με το αυτί πίσω από το πράσινο πανωπόρτι με το μπρούτζινο κερκέλι, σίγουρα δεν χάνει κανέναν ήχο και κανέναν ψίθυρο. Έξω από την πόρτα της έχει ένα ασβεστωμένο πεζούλι. Εκεί, εκτός από τη θειά Αρχοντούλα που είναι πολύ γριά, κάθονται για να ξαποστάσουν και οι περαστικοί. Απέναντι είναι ένας πολύ ψηλός κύριος, ο Γιάννης του γιατρού. Είναι καλός άνθρωπος αλλά κάπως τρομακτικός όταν τον δεις για πρώτη φορά. Φοράει ένα μαύρο πετσάκι στο μάτι του, γιατί τον είχε χτυπήσει νάρκη στα σπίτια των Γερμανών, στη Σελένα. Ο ίδιος διηγείται πως αυτή του η εμπειρία είναι η πιο άγρια θύμηση. Η γυναίκα του η Αρτεμισία, όταν τον ακούει να μιλάει γι΄αυτό, του λέει συχνά: «Σώπα Γιάννη, μην παραπονιέσαι μα και πάλι περισσεύει σου το γέλιο».

        Τα μεγάλα παιδιά, η Αρετή, ο Λεωνίδας, ο Ζαχάρης, η Ουρανία, η Έλλη, η Φαίδρα, η Πολυτίμη, ο Πολύβιος, διαβάζουν κρυφά τα περιοδικά που με στέλνουν να αγοράσω από τον Ρουσσέτο. Ο Ρουσσέτος,  όταν είναι και άλλοι στο μαγαζί του, μού λέει να πω χαιρετίσματα στη νονά μου την Γιαννούλα και πως είναι η πιο όμορφη από όλες τις κοπέλες. Τότε, μού δίνει άλλο ένα περιοδικό το οποίο δεν τού έχω ζητήσει, για να τής το πάω δώρο. Άσε που έχει χαζέψει και λέει στους άλλους πως η νονά μου με στέλνει να τής πάρω όλα αυτά τα περιοδικά. Πάντως, έχω καταλάβει πως τα παιδιά διαβάζουν κρυφά, γιατί φοβούνται τον Γυμνασιάρχη. Εκείνος δεν το επιτρέπει επειδή είναι και παππάς. Κάποιες φορές μάλιστα περνά από τα σπίτια και κάνει έλεγχο με τον αστυνόμο. Τότε φοβάμαι κι εγώ και ας μην πηγαίνω στο γυμνάσιο. Η γιαγιά μου η Γαρυφαλλιά είχε πει ένα βράδυ στον πατέρα μου όταν τρώγαμε: «επεράσανε οι δυο κεφαλές τού χωριού καμαρωτοί – καμαρωτοί, ποιος κατέχει ίντα γυρεύγουνε πάλι μόνο να ’χεις τ’ αμέντε σου». Ο τρόπος που το είπε ήταν αλλιώτικος από ό,τι συνήθιζε. Αυτός ο παράξενος τρόπος που έκρυβε φόβο και αγανάκτηση από τη μια και η Λερναία Ύδρα που μόλις είχα μάθει στην ιστορία από την άλλη, έγιναν η αιτία που έφτιαξα μια απίστευτα τρομακτική εικόνα για τις «κεφαλές του χωριού…»

      Ταξίδια αλαργινά.  Σε κάποιες πανσέληνες νύχτες επιστρέφουν οι εξόριστοι ίσκιοι και οι ψυχές ξεκουμπώνουν το πουκάμισο να φέγγει η αγάπη. Νομίζω πως στα χέρια μου κρατώ τις μέρες και τις νύχτες εκείνες και τις ξεφυλλίζω από την αρχή με περισσότερο ενδιαφέρον. Συλλαβίζω ανθισμένα γιασεμιά. Η αγάπη τρέχει και χτυπά ρόπτρα και πορτοπαράθυρα. Ο         κόσμος νυχτώνει αλλιώς, με παλιά τραγούδια και ξημερώνει μετρώντας απουσίες και ονόματα. Ξανακοιτάζω την ασβεστωμένη αυλή με τα λουλούδια και τη μικρή σκάλα που ανεβαίναμε στο πατρικό μας. Οκτώ πλατιά σκαλοπάτια όλα κι όλα, μια κορνίζα πηχτός ασβέστης γύρω από κάθε σκαλί και πάνω της, Ιούνιο μήνα, να χορεύουν οι κηλίδες τού ήλιου όταν το καταμεσήμερο περνούσε από την πυκνή φυλλωσιά του πρίνου στο χαράκι και στόλιζε βούλες – βούλες ολόκληρη τη γειτονιά του αγίου Χαραλάμπους στο Τζερμιάδων.

       Ο ξάδελφος μου ο Γιώργης είναι εκεί. Ακούω το γέλιο του, σαν να μην έσβησε ποτέ, σαν να μην έφυγε τόσο ωραίος και τόσο νέος για το μεγάλο ταξίδι. Η ματιά του πέφτει γεμάτη λαχτάρα πάνω στην Αρτεμισία, την χαρούμενη κοπελίτσα που μαθαίνει μοδιστρούλα στο ραφτάδικο τής Λαναρούς. Κυρία Μαρία την λένε τη μοδίστρα, αλλά το «Λαναρούς», τής πάει πιο πολύ, την κάνει Παριζιάνα. Η ματιά του  Γιώργη, είναι η αιτία που κάνει την Αρτεμισία να κοντοστέκεται στο κατώφλι και να χαμογελάει ντροπαλά. Μετά του πετάει ένα φιλί στον αέρα κι εκείνος κάνει πως τεντώνει τα χέρια ψηλά για να το φτάσει. « Τό ’πιασα, να μην πέσει κάτω και λερωθεί», τής ψιθυρίζει σιγανά, να μην ακούσει η θεία μου η Θωμαή. Όμως, είναι και κάτι που βλέπω πίσω από το γέλιο και πίσω από το βλέμμα του και με τρομάζει.  Θαρρείς και ένα μικρό σκοτεινό σύννεφο σηκώνεται ξαφνικά από το πουθενά και από το βάθος της σκέψης του και απλώνεται για να θολώσει τη χαρά του. Μπορεί να φταίει που είναι άρρωστος και το ξέρει, μπορεί και κάτι άλλο.

       Η θεια Σοφία που δεν έχει παιδιά, δυσκολεύεται να ντυθεί, να μαγειρέψει, να σκουπίσει, να πλύνει, να κατέβει τη σκάλα της. Δυσκολεύεται και να πάρει ανάσα πολλές φορές και βήχει ασταμάτητα. Έχει γίνει τεράστια, είναι και γριά. Κάνει το σταυρό της κοιτάζοντας τον ουρανό και παρακαλάει: «Λησμονιά και συμπόνεση κι ας είναι στα ξωκέντια, τίποτα άλλο». Κάποια μέρα είχε πει στη γιαγιά Γαρυφαλλιά: «Για εμένα ο κόσμος είναι εξορία, τίποτα από όσα ζήτησα δεν αλήθεψαν». Ακαταλαβίστικο μού είχε φανεί.

       Η άλλη θεια Σοφία, κάθεται στο μπεντένι τής εκκλησίας με άλλες γυναίκες, όλες τους γριές. Φοράει μαύρα ρούχα, μαύρο τσεμπέρι, τα χοντρά της μαύρα επίσης γυαλιά και πλέκει με το βελονάκι άσπρη κουβέρτα για την εγγονή της που και αυτή την φωνάζουν Σοφία. «Τον άντρα της,  τον Τσαμαντουρογιάννη τον συγχωρεμένο, τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί στην κατοχή, μαζί με τον Καρνόλη και τους Πυθαρούληδες.  Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που φανιστήκανε θυγατεράκι μου», έλεγε με πόνο, η άλλη μου γιαγιά, η Κατερίνα που ήταν αδελφή της.

       Αναμνήσεις. Θύμησες. Στιγμές που άντεξαν και  ξανάρχονται αναπάντεχα με ένα μόνο πισωγύρισμα τής μνήμης.  Καταστάσεις, γεγονότα, εικόνες, πρόσωπα, μυρωδιές, ήχοι, φωνές που δεν θάφτηκαν στην αθάλη τής λήθης. Όλα είσαι εσύ, όλα ζουν μέσα σου.  Στέκεσαι στην άκρη τού δρόμου τής ψυχής και αφήνεις να περνούν από μπροστά σου, όπως περνούν τα κάρα, τα ποδήλατα, τα τροχοφόρα. Κάπου – κάπου ανάβεις το κόκκινο φανάρι τού φωτεινού σηματοδότη και διαλέγεις ποιες θα σταματήσουν έστω για λίγο.  

       «Οι αναμνήσεις βολτάρουν στη ρούγα τής καρδιάς δυο - δυο, μια χαιράμενη και μια πονεμένη. Τσιτώνουν τα χείλη να γελάσουν με το στοχασμό τής μιας και προλαβαίνει, να εκεί στο χίντι - χίντι η άλλη και στρογγυλοκάθεται στυφή σαν τ’ άγουρο κυδώνι πάνω στο ράφι, μα έχει και αυτή τη μυρωδιά της», είχε πει κάποτε ο θείος μου ο Στεφανής, αδελφός του πατέρα μου.

       Αποβροχάρης ήλιος, παλιές γειτονιές. Χαλάλι ο καιρός. Μέτρησε η αγάπη βλέμματα. Είναι που κρατούν ακόμη τριαντάφυλλα εκεί που τα παράπονα αγιάζουν.

       Μεσημέριασε. Μοσχοβολούν τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα. Στην κερασιά μας, κρέμονται ακόμη κάτι μεγάλα κατακόκκινα κεράσια Δεν τα φτάνω. Δεν πειράζει, ας τα φάνε τα πουλάκια. Εμένα η γιαγιά Γαρυφαλλιά θα μου δώσει ένα δροσόμηλο. Ίσως και κάτι άλλο, όπως ένα λουκούμι με άρωμα τριαντάφυλλο.

       Το θιαμπόλι που ακούγεται αποσπά την προσοχή μου. Έχω ήδη ξεχάσει και τα κεράσια και το δροσόμηλο και το λουκούμι. Είναι πολύ ωραία η μελωδία. Ο θείος ο Γιάννης τής Ψυχογίνας, όταν παίζει θιαμπόλι και είναι νύχτα χαμηλώνει ο ουρανός και ακούει και τότε πέφτουνε τ’ αστρουλάκια στο σοκάκι κι όταν πάλι είναι μέρα, τρίζουν οι ρίζες των δέντρων και ξεπετάγονται στα κλαδιά καινούριοι αροδαμοί. Ο θείος ο Γιάννης, ό,τι σκέφτεται, ό,τι ονειρεύεται, ό,τι νιώθει, ακόμη και ό,τι συμβαίνει το κάνει σκοπό και τραγούδι.

        Φύσηξε δροσερό το αεράκι κατεβαίνοντας  από τη Σελένα ανάμεσα από φασκομηλιές, ρίγανη και ασφοδέλους. Φούσκωσε την καρδιά και την πλισέ μου φούστα. Γυρίζει το αδύνατο κορμάκι,  μια σβούρα με τα χέρια απλωμένα. Χορεύω, χορεύει κι ο νους, χορεύει. Μπροστά από τα μάτια τρέχουν πόρτες, παραθύρια, καμάρες, αυλές, βρύσες, δέντρα, ξερολιθιές, άνθρωποι. Γεμίζουν τα μάτια αλμύρα. Τα παιδιά τής γειτονιάς ξαναμαζεύονται. Όλα μαζί, να ξοδέψουμε τη λαχτάρα μας για τη ζωή, εδώ στο κατώφλι τής φλούδας τού δικού μας κόσμου.  

       Ο ήλιος έχει τραβήξει μια τεράστια πινελιά λευκό φως ψηλά προς τη Δίκτη. Τα μάτια ανοίγουν διάπλατα στο σταυροδρόμι κι ύστερα κλείνουν απαλά. Ο χρόνος περνά και ξαναπερνά από τα βλέφαρα φορτωμένος απαλή πούδρα και ροζ κορδέλες. Το θιαμπόλι ακούγεται αγαλιανά, πιο κοντά μου, μέσα στην ψυχή ένα σιγανό μυστικό. Ξυπνά τα κρυμμένα. Μια μαντινάδα με γυρίζει πίσω από όλες τις στράτες:

 

Το δάκρυ είναι δυο λογιώ,

ένα των πονεμένων

και τ' άλλο τση συνάντησης

των πολυαγαπημένων.

 

     Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έφυγα. Μπορεί τότε αλλάζοντας φόρεμα να άλλαξα και ζωή, όμως αυτό δεν με εμποδίζει περιφρονώντας τις συνήθειες των πολλών, να επιστρέφω, να δηλώνω παρούσα στη συνάντηση  αυτή και χαίρομαι. Τελικά δεν ξέρω να μετρώ απουσίες. Στο φρύδι του καιρού τής αγάπης όλα ξαναγίνονται παρόν.       

       Κάτω από το σπίτι μας, οι τρεις θείες γεροντοκόρες οι Χαριθιανές,  η Καλλιόπη, η Χαρίκλεια και η Κατίνα, είχαν ανάψει όπως το συνήθιζαν, με κλημοτόβεργες έξω στη δική τους αυλή, που δεν είχε πουθενά ούτε ένα πράσινο φύλλο, την πυροστιά. Οι φλόγες έγλειφαν ολόγυρα το μαυρισμένο βαθύ τηγάνι. Καθόμουν στο σκαμνάκι, με το εμαγιέ πιάτο στα χέρια και περίμενα.

      «Καλή ’ναι η φωτιά χειμώνα καλοκαίρι», θαύμασε η θεία Δόξα, άλλη μια γεροντοκόρη που περνούσε εκείνη την ώρα και αφού προσκλήθηκε με ενθουσιασμό από την Καλλιόπη, συμπλήρωσε την παρέα. Η θεία Δόξα παρεμπιπτόντως είχε ζήσει πολλά χρόνια στο Ηράκλειο, στο μέγαρο του Φυτάκη, εκεί εργαζόταν και δεν ήταν Χαριθιανή, ήταν Γρυνοκοκολίνα, από το σόι του πατέρα μου.

        Οι πρώτες πατάτες είχαν κιόλας ροδοκοκκινίσει. «Βάλε τού κοπελιού να φάει πρώτο», έδωσε εντολή η Χαρίκλεια.  Η Καλλιόπη έστρωνε μέσα στη μεγάλη κάμαρα το σοφρά. Είχε ήδη βάλει το βάζο με τις ελιές, το τσουκάλι με τη φάβα, έβλεπες τον λάκκο στη μέση γεμάτο κρεμμύδι ψιλοκομμένο και λάδι, μια μοσόρα πήλινη μαρουλοσαλάτα, ένα πιάτο ασκορδουλάκους, τέσσερα κομμάτια ξερό ανθότυρο, τις μαραθόπιτες, τα βραστά κολοκύθια και δυο ντάκους εφτάζυμο ψωμί.  

      Η Κατίνα έτρεξε να ανταποκριθεί στην εντολή τής Χαρίκλειας, αφού πρώτα φύσηξε και σκούπισε τη μύτη της που έσταζε σαν χαλασμένη βρύση στο κεντητό μαντηλάκι. Ύστερα,  σήκωσε την αριστερή άκρη από το μακρύ της  φουστάνι και αφού καμάρωσε με νάζι την ακόμα σφιχτή γάμπα της παρά το προχωρημένο τής ηλικίας, το μάζεψε με μια παραμάνα στη μέση και πλησίασε με την τρυπητή κουτάλα να βγάλει τις πατάτες από το λάδι. Πρόλαβα τη ματιά της γεμάτη καλοσύνη πριν μού γεμίσει το πιάτο. Τής ανταπέδωσα ένα βλέμμα ζαχαρένιο. Την ίδια στιγμή ο σκύλος μας, ο Μπόμπης, άρχισε να γαυγίζει χαρούμενος κουνώντας την ουρά.

     «Ω αναγκεμένο σώπα και να σού φέρω θέλει κι εσένα ό,τι περισσέψει», μάλωσε η Κατίνα τον σκύλο, αλλά χωρίς αγριάδα στον τόνο τής φωνής.

      Ο σκύλος συνέχισε να γαβγίζει κουνώντας την ουρά, αδιάφορος για τις τηγανιτές πατάτες. Η γιαγιά Γαρυφαλλιά τον άκουσε, άνοιξε την πόρτα και βγαίνοντας έξω πλησίασε και τού χάιδεψε το κεφάλι.

      «Ποιός έρχεται και χαίρεσαι;» τον κανάκεψε ρίχνοντας τη ματιά της λοξά στο χωματόδρομο.

      Δεν άργησε να φανεί ο πατέρας μου και πίσω του, αμέσως μετά, ένα αυτοκίνητο που τότε έμαθα πως το λένε ταξί.

      Εκείνη την ημέρα θαρρείς ο ήλιος είχε φτάσει στις πιο ασήμαντες μακρινές γωνιές τού σπιτιού μας. Όλα ντυμένα στο φως. Πρώτα ανέβηκε τη σκάλα η μητέρα κρατώντας την αδελφή μου στην αγκαλιά της, μετά η γιαγιά Γαρυφαλλιά και ακολούθησε ο πατέρας. Ήμουν η τελευταία που μπήκε στο σπίτι κι ας ήμουν η πιο ανυπόμονη. Πλησίασα με βήματα αργά στην κούνια και αντίκρισα την καινούρια ζωή που χαμογελούσε. Η γιαγιά έλεγε ευχαριστημένη, πως είχε πέσει το γέλιο από τα χείλη τού Θεού στα κεραμίδια μας κι από εκεί γλίστρησε και βρήκε τρόπο να κάνει θριαμβευτική είσοδο μαζί με το μωρό από την πόρτα.

      Πολύ καιρό πριν γεννηθεί η αδελφή μου, ένα βράδυ μαζί με τη γιαγιά τής είχαμε δώσει όνομα, «Μαρία». Και όταν καμιά φορά με στρίμωχναν οι στενοί συγγενείς και οι γείτονες πειράζοντάς με: «Και αν είναι αγόρι;» απαντούσα κατηγορηματικά σίγουρη πως εμάς, έτσι μας είχε πει η Άφαντη Μαριγιά. Η γιαγιά με κοίταζε τρυφερά. Το βλέμμα της καθαρό, συνηγορούσε στην απάντηση μου κάθε φορά και κάθε φορά πιάναμε την ιστορία από την αρχή.

      «Η Άφαντη Μαριγιά με την αφτερούγιστη καρδιά», άρχιζα πρώτη και συνέχιζε η γιαγιά: «Λίγοι την έχουν δει, αλλά περισσότεροι είναι εκείνοι που την έχουν  ακούσει να ψιθυρίζει ονόματα. Όταν βγαίνει τις νύχτες στα περιβόλια και τ’ αμπέλια, κλώθει τον ουρανό με τ’ άστρα στ’ αδράχτι της. Μετά υφαίνει τις δικές μας νύχτες που είναι αλλιώτικες και τις απλώνει πάνω από όλο τον κάμπο του Λασιθιού. Γι’ αυτό, ακόμη και στο πιο βαθύ σκοτάδι, σ’ αυτό τον τόπο βλέπεις, μπορείς να δεις τα πάντα, εκτός από τη Μαριγιά. Εκείνη είναι άφαντη.

        Φυλάει τα παιδιά και τη βρύση στη γειτονιά τού Αργουλιά. Όταν πας να γεμίσεις το σταμνί σου αν θυμηθείς να ψιθυρίσεις…»

        «Ξέρω, το ξέρω, μην το πεις»,  τη διέκοπτα κι έλεγα με περηφάνια: «Aν είναι ντουσουμάνης μου η στράτα να πληθύνει, μα αν είναι ορτάκι, αλιμπερτά κι αγαλιανά να φτάξει κι η αθιβολή ντου πεθυμιά».

        Μ’ αγκάλιαζε. Με φιλούσε στο κεφάλι. « Αφού τό ’μαθες, αύριο θα σού χαρίσει μια χούφτα ψιχαλιστό νερό από την κρυφή πηγή τής κορφής και ποτέ δεν θα διψάσεις τη ζωή και την αγάπη. Έτσι ανταμείβει εκείνη η κυρά Μαριγιά, η Άφαντη», με βεβαίωνε και η ιστορία δεν είχε ποτέ τέλος, γιατί όλο και κάτι καινούριο είχε να προσθέσει. Από όλη τη διήγησή της, άκουγα με περισσότερη προσοχή το παρακάτω: «Η Άφαντη Μαριγιά,  ξέρει τον τρόπο που κάνει τη ζωή να μη στενεύει ποτέ. Είναι πιο φτωχή από τους αγγέλους, φοράει άσπρο φουστάνι ξεφτισμένο, αλλά τα κόκκινα σαντάλια της δεν χαλάνε ποτέ. Λένε πως όσο πιο πολύ περπατάει τόσο αυτά ξανακαινουριώνουν. Πατάει με το ένα της πόδι εδώ κι όσο να πεις κύμινο, έχει πατήσει με το άλλο στα σοκάκια στην Πανέθημο στα Χανιά, γιατί αγαπά κι εκείνο το χωριό με τα πολλά πλατάνια και την πέτρινη βρύση στην πλατεία. Από κουβέντες, αν τύχει και σού φανερωθεί δεν έχει πολλές, μετρημένες με το ζύγι. Η Άφαντη Μαριγιά  είναι εκείνη που καθρεφτίστηκε στο πηγάδι τ’ αποδιαφωτίσματα και το νερό πρόλαβε και κράτησε την εικόνα της. Από τότε κάποιοι ξεγελιούνται και την ψάχνουν στο βασιλικό πηγάδι στον Μισό Ποταμό, μάταια.»  Έπαιρνε βαθιά ανάσα κι έκανε πως δεν θυμόταν και την έβγαζα από τη δύσκολη θέση λέγοντας: «Ενώ εμείς ξέρουμε πως, την Άφαντη τη Μαριγιά, την ψάχνουν όλα τα χωριά, να λύσουν τη γλωσσοφαγιά, μα όλοι ξεχνούνε, ένα, να βάψουν με καραμπογιά του ονείρου τα γραμμένα…»

        Όνειρο μου, να έχω κι εγώ μια αδελφή, όπως οι ξαδέλφες μου, η Αρετή, την Κατερίνα και η Νίκη, τη Γιαννούλα. Έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν πρώτα πώς θα ήταν τα μάτια της, τα χέρια, η φωνή, τα μαλλιά της και μετά τα παιχνίδια μας. Το μικρό μας σπίτι γέμιζε με την παρουσία της στ’ όνειρο, ώσπου μπήκε  το καλοκαίρι με τις τελευταίες παπαρούνες τού Μάη να απλώνουν την κόκκινη φορεσιά τους κάτω από τον ζεστό ήλιο των πρώτων παιδικών μου χρόνων.

       Εκείνη τη μέρα, η θεια Δεσποινιώ με τα στρογγυλά χαρούμενα μάγουλα,  καθισμένη στο χαμηλό σκαμνί τύλιγε ένα άσπρο κουβάρι λεπτή κλωστή. Δίπλα της, η Όλγα από την Πεδιάδα με τις χρωματιστές κλωστές πλεγμένες κοτσίδα στο λαιμό, έψαχνε την δαχτυλήθρα μέσα στο κουτί. Κουβέντιαζαν. «Εμείς εδώ πάνω στο Λασίθι, στο Οροπέδιο, ακούμε το χτύπο της καρδιάς μας και μ’ αυτόν πορευόμαστε για να ζήσουμε», έλεγε η θεια Δεσποινιώ, πριν πεταχτεί πάνω σαν ελατήριο. Μια ζεστή πνοή ανέμου πέρασε μαζί με το σμήνος των περιστεριών και διέκοψε την κουβέντα τους. Τα μάτια της στράφηκαν με ζωηρό ενδιαφέρον ολόγυρα. Αφού κοίταξε με το χέρι αντήλιο προς την κάτω πλευρά του δρόμου, «ήρθε η Καλλιόπη, η Καλλιόπη με το μωρό, νά ’ναι καλορίζικο και καλογραμμένο», φώναξε ενθουσιασμένη πολύ δυνατά, για να ακούσουν και οι άλλες γειτόνισσες το καλό νέο.

        Εκείνη την ημέρα, στις δεκατρείς Ιουνίου του χίλια εννιακόσια εξήντα επτά, μία εβδομάδα μετά τη γέννηση τής αδελφής μου, καθώς είχα σκύψει πάνω από την κούνια και την αντίκρισα, θαύμασα το πόσο λαμπερή μού είχε φανεί. Όλο το πρόσωπό της έφεγγε και στη μέση εκεί στο σμίξιμο των φρυδιών, ένα ροζ αντιφέγγισμα όταν ζάρωνε κάπως το μέτωπο έπαιρνε το σχήμα ενός ρόδου.

        Η μητέρα μου δεν χρειάστηκε να επιβάλει κανένα καθεστώς σεβασμού ως προς το νέο πρόσωπο της οικογένειας, δηλαδή την αδελφή μου. Είχε προνοήσει η γιαγιά Γαρυφαλλιά και είχε κάνει καλή δουλειά. «Το να μοιράζεσαι, είναι η ευκαιρία που σού δίνει η ζωή για να έχεις μεγάλο μερίδιο στην αγάπη», με συμβούλευε. Έκλεινα τα μάτια και σκεφτόμουν αυτό το «μεγάλο μερίδιο στην αγάπη», μια φέτα κίτρινο φεγγάρι που μύριζε κυδώνι. Ο τρόπος που την αγαπούσα, ήταν ο ίδιος τρόπος που γνωρίζαμε να αγαπάμε ο ένας τον άλλον στην οικογένεια.

       Η μητέρα το ίδιο χαδιάρικα συνήθιζε ν’ απλώνει τα χέρια της, πότε πάνω στο μωρό και πότε πάνω σ’ εμένα. Κι ακόμα πιο χαδιάρικα μού φαινότανε κάποιες φορές    τα φερσίματά της, όταν αισθανόμουν τη σιωπηλή μάχη που έδινε με τους σκοτεινούς κύκλους γύρω από τα μάτια της και γελούσε για να μην καταλάβω.

       Η μητέρα με την εμπριμέ ρόμπα απέξω, την καφέ φούστα και το μπεζ πουκάμισο από μέσα, να σκύβει πάνω από την κούνια να πλένει με ροδόνερο το πρόσωπο τής Μαρίας κι ύστερα με τα μακριά της δάχτυλα να ισιώνει τις τούφες από τα μαλλιά της.

     Η μητέρα να μουρμουρίζει με λεπτή, χαρούμενη φωνή λόγια προσευχής και μαντινάδες:

 

Πάρε το ύπνε το παιδί

κι άμε το στα περβόλια.

Γέμισε τα στηθάκια του

γαρύφαλλα και ρόδα.

Κοιμήσου με τη ζάχαρη,

κοιμήσου με το μέλι

και νίψου με τ’  ανθόνερο,

που νίβονται οι αγγέλοι.

 

      Η μητέρα να μού κρατά το χέρι και να ζωγραφίζουμε κύκλους και κορδέλες στον αέρα για να χορεύουν οι καλές Μοίρες. Κι ύστερα να με γαργαλάει στο λαιμό και να γελάμε, μαζί δυνατά, ν’ ακούσει η Κακή Ώρα και να μην χτυπήσει την πόρτα μας. Στη φαντασία μου, η «Κακή Ώρα», ήταν γυναίκα με ονοματεπώνυμο, έπαιρνε τρομακτική μορφή χωρίς ποτέ να βλέπω το πρόσωπό της. Την συνδύαζα με το ατύχημα του πατέρα μου στο ξυλουργείο. Είχε κλέψει και την ομπρέλα μου κι όταν την άνοιγε έπεφταν σταγόνες αίμα κι όχι βροχή. Η μητέρα να μιλά ακατάπαυστα για να κρύψει το αίσθημα ανησυχίας που είχε για την υγεία τού πατέρα μετά από αυτό το ατύχημα, που λίγο έλειψε να του κοστίσει τη ζωή.

      Η μητέρα προσπαθούσε με την καινούρια χαρά, να ξεχάσει τα ουρλιαχτά και τα κλάματα που την είχαν σημαδέψει σ’ εκείνο το άσχημο περιστατικό και τής ξέσχιζαν ακόμη την καρδιά όταν κάποιες φορές πεταγόταν τρομαγμένη στον ύπνο της, από τον ίδιο πάντα εφιάλτη και ζητούσε νερό.

      Η μητέρα έβραζε άνθη χαμομηλιού σ’ ένα τεράστιο εμαγιέ μπρίκι πάνω στο πετρογκάζ. Το σούρωνε στην γυάλινη κανάτα. Μετά γύριζε προσεκτικά την κανάτα και γέμιζε ένα φλιτζάνι. Ο θείος ο Μήτσος ο αδελφός της, τής είχε χαρίσει εκείνο το σερβίτσιο από λεπτή πορσελάνη. Πρόσθετε ένα κουταλάκι μέλι, χτυπούσε το χείλος του φλιτζανιού ανεπαίσθητα με την ανάποδη του κουταλιού και το έπινε καθισμένη στο παράθυρο τής κουζίνας αργά - αργά. Με το υπόλοιπο, ανακατεμένο με χλιαρό νερό και λίγο ξύσμα από άσπρο σαπούνι, ή  έπλενε το στήθος της ή, έκανε μπάνιο τη Μαρία μας. Περίμενα πως και τι εκείνη τη στιγμή. Θαύμαζα από την προετοιμασία μέχρι τη μυρωδιά που σκόρπιζε στο μικρό δωμάτιο η ευωδιά του χαμομηλιού. «Έτσι μυρίζει η αθωότητα», έλεγε και τύλιγε το μωρό μας με επιδεξιότητα στην υφαντή πετσέτα για να το στεγνώσει.

        Ο πατέρας με το καλοσιδερωμένο λευκό  πουκάμισο, αδυνατισμένος μετά την περιπέτειά του αλλά πάντα όμορφος, με βλέμμα βαθύ γεμάτο καλοσύνη. Μέχρι και η τσάκιση στα μανίκια ξεχωρίζει. Για τα καλοσιδερωμένα πουκάμισα του μιλούν ακόμα και στο καφενείο της Μερόπης και τον καλοτυχίζουν που έχει γυναίκα νοικοκυρά. Όρθιος στη μεσόπορτα, στηριγμένος στο μπαστούνι του ακόμα, χαμογελά ακίνητος. Σίγουρα έχει ξεφύγει τον κίνδυνο, όμως το τραύμα του απαιτεί πολλή προσοχή μέχρι να κλείσει.

    «Έχει ο Θεός Καλλιόπη», λέει με εμπιστοσύνη στο όνομα εκείνου που επικαλείται και πλησιάζοντας φιλά πρώτα εμένα και μετά τη Μαρία στο κεφάλι.

     «Εγώ δεν έχω φιλί;» Διαμαρτύρεται με νάζι η Καλλιόπη, η μητέρα, ρίχνοντάς του κλεφτές ματιές.

        Μια τούφα από τα πυκνά μαύρα σγουρά μαλλιά της πέφτουν στο πλάι αριστερά. Δεν βλέπω το φιλί. Αισθάνομαι όμως την ανάσα τους, ζεστή, τρυφερή.  Μετά ρωτάει και ξαναρωτάει για πολλοστή φορά: «Αριστείδη, δεν ήθελες να είναι γιός;»

      «Να είναι καλά θέλω, να έχει καλή ζωή και καλό ριζικό», ο πατέρας αποκρινόμενος και το εννοεί. Σέρνοντας το πόδι, με αργά βήματα βγαίνει έξω στο μπαλκόνι συγκινημένος. Η γιαγιά Γαρυφαλλιά του μιλά χαμηλόφωνα. Η φωνή της είναι κάπως τραγουδιστή, ξεχωριστή. Χαράζεται εύκολα στη μνήμη. Τα μάτια της ακτινοβολούν ένα διαφορετικό φως. Αυτό το φως έρχεται από μέσα της, από την ψυχή της που ξέρει να μεταμορφώνει ακόμη και την τρικυμία σε γαλήνη. Και το σώμα της, γερασμένο ναι, αλλά δείχνει πάντα ψηλή και αρχοντική η κορμοστασιά της, αυτή τής τιμής, τής περηφάνιας.

          Διατηρώ καθαρότατα  εκείνες τις παιδικές αναμνήσεις. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη που οι κόρες των ματιών μου έμοιαζαν κουμπιά. Και τής γιαγιάς όμως, και εκείνης έτσι είχαν γίνει οι κόρες των ματιών της, δυο κουμπιά γεμάτα μέλι.

       Τη θυμάμαι να φτιάχνει καφέ, γλυκύ βραστό και να του κάνει παρέα, τού πατέρα μου, στο μπαλκόνι κάτω από το γιασεμί. Τα λαδοκούλουρα στο δίσκο μυρίζουν γνώριμα. Κανέλλα και πορτοκάλι, έτσι μυρίζει και το σπίτι μας. Χαμηλώνω τα βλέφαρα. Ανοίγω τα ρουθούνια. Παίζω με τον χρόνο. Γυρίζω πίσω. Είναι όλα εκεί. Η γιαγιά λυγίζει το σώμα και σκύβει προς το μέρος του. Συνεχίζει να του μιλάει χαμηλόφωνα, χαρούμενα μπορώ να καταλάβω. Εκείνος χαμογελάει. Τον αγκαλιάζει σφιχτά. «Έχει ο Θεός», επαναλαμβάνει και σφίγγει αμήχανα το μπαστούνι στα χέρια του.

       Εκείνες οι μέρες κυλούν σαν παραμύθι. Ανακαλώ το παρελθόν. Δεν βρίσκω τίποτα που θέλω ν’ αρνηθώ, τίποτα που δεν θέλω να θυμάμαι. Στυλώνω το βλέμμα πότε στο ένα και πότε στο άλλο πρόσωπο, όλα οικεία ανταποκρίνονται στην αναπόλησή μου και όλα μαζί τα ίδια λόγια μού θυμίζουν: «Η αγάπη είναι δρόμος, ευχαρίστηση και το στοίχημα, είναι να γίνεις εσύ αγάπη!»

      Επιστρέφω σιγανά πάνω από την κούνια τής Μαρίας. Η Μαρία δεν είναι παιδί, είναι άγγελος σκέφτομαι και ψηλαφώ απαλά την πλάτη της με την βεβαιότητα πως θα βρω τα κρυμμένα φτερά.  Μετά αγγίζω το ρόδο στο μέτωπό της, με ευλάβεια. Το βρίσκω πανέμορφο. Αλλάζει χρώμα και σχήμα ανάλογα με τις γκριμάτσες της και το φως που πέφτει πάνω του. Είναι το πιο αληθινό ρόδο που ξέρω.                                  

         Κάποιοι από τους συγγενείς δεν το βλέπουν για ρόδο, το λένε «ζούδο», δηλαδή σημάδι και αναρωτιούνται: «Μα τι ζήλεψες Καλλιόπη όταν ήσουν έγκυος και το έβγαλε το παιδί;». Η θεία μου η Ελένη πάλι, είπε πως είναι κληρονομικό σημάδι και χάνεται όταν μεγαλώσουν τα παιδιά. Το είχε λέει και ο ξάδελφος μου ο Μανώλης, ο Σπίθας, μέχρι τα τέσσερα, μετά πάπαλα! Ο μπάρμπα Γιάννης ο Φεγγάρης, ένα πρωί, έλεγε στη γιαγιά, πως πρέπει να το ξορκίσει ο καλόγερος στο μοναστήρι της Κρουσταλλένιας.

       Τίποτα από όλα αυτά δεν μού άρεσε. Δεν μπορούσα να δεχτώ καμιά άλλη εκδοχή εκτός από τη δική μου. Πολύ απλά, ήταν ένα ρόδο από τον πιο όμορφο κήπο του κόσμου ή και του «παραδείσου», όπως ήθελε να πιστεύει η γιαγιά.

       Κάθε φορά που έσκυβα να το μυρίσω, κρυφά και φανερά, ήταν και διαφορετικά. Κάθε φορά, μύριζε όλο και περισσότερο. Δεν ξέρω αν αυτό το «διαφορετικό», αποτέλεσε την αιτία να αγαπήσω την αδελφή μου. Πάντως, σαν παιδί εκεί στο μέτωπό της προσκυνούσα τα θαύματα. Εκείνο το ρόδο, που όταν ζάρωνε τα φρύδια της γινόταν κλειστό μπουμπούκι κι όταν γελούσε, ποιος ξέρει σε ποιανού ονείρου παραδομένη  το ξάφνιασμα, άπλωνε κι άνοιγε ροζ βελούδα πάνω στο χνουδάτο δέρμα. Από αυτή την πρώτη καλή θύμηση, γιατί έχω και την πρώτη κακή από το ατύχημα του πατέρα μου με μικρή διαφορά μόλις δύο μήνες πριν,  ξετυλίγω το νήμα της ζωής. Αφετηρία, η γέννηση τής Μαρίας σε αυτό το μέτρημα. Γεμίζει ο νους άσπρες φτερούγες, η καρδιά χαρούμενη αναμονή, η ψυχή ευωδιές από εκείνο το ρόδο, θαρρείς κι όλα τα τριαντάφυλλα της γης και όλα τα Δαμασκηνά ρόδα ανθούν σε ένα ξημέρωμα.

        Η αθωότητα δεν δημιουργεί ιστορίες από το μηδέν και το τίποτα. Πιάνεται από πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Η αθωότητα σπρώχνει τη ζωή στο φως κόντρα στη φθορά και στη λήθη.

        Ένα απόγευμα ο ήλιος είχε τρυπώσει κάτω από την πλεκτή κουβέρτα της Μαρίας, με την ίδια ομολογουμένως περιέργεια που είχα τρυπώσει και η ίδια. Όταν με ανακάλυψε η μητέρα, «άφησε το μωρό ήσυχο να κοιμηθεί κι όταν ξυπνήσει θα σε φωνάξω», είπε χωρίς θυμό για τη σκανταλιά μου. Η γιαγιά με πήρε αγκαλιά και καθίσαμε έξω στην αυλή, κάτω από τον μεγάλο βράχο με τις κληματαριές.  Απέναντι, οι κυματιστές γραμμές του τοίχου προκαλούσαν τη φαντασία μου. Άλλοτε τις παρομοίαζα με ταξιδιάρικα πουλιά και άλλοτε με κύματα. Πάντως ο τοίχος δεν με εμπόδιζε να περνώ και να χάνομαι μέσα του σε άλλα ταξίδια.

       «Ποιος έκανε στον τοίχο αυτά τα σχέδια σαν πουλιά;» ρώτησα.

       «Ο μπαμπάς σου, χτένισε τη φρέσκια λάσπη, όπως εσύ τα μαλλιά σου και τα έφτιαξε», μού είχε απαντήσει.

       Κοιτάζοντας τον τοίχο λίγο πιο προσεκτικά, παρατήρησα πως δεν είχε παράθυρο. Αναστατώθηκα κάπως. Ήθελα καθ’ ένας στο σπίτι μας, να έχει το δικό του παράθυρο. Άρα εκείνο το δωμάτιο που θα μοιραζόμασταν με την αδελφή μου, όταν θα μεγάλωνε, έπρεπε να έχει ένα ακόμη παράθυρο, «αλλιώς θα είναι άδικο, πολύ άδικο», εξομολογήθηκα με δάκρυα στη γιαγιά υποστηρίζοντας πως «πρέπει να ανοίγει στον κόσμο το δικό της παράθυρο, όπως και όποτε εκείνη θέλει».  Κατσούφιασα. Με πήρε πιο μεγάλη αγκαλιά.

     «Μπα σε καλό σου παιδάκι μου, με τι χολή βρήκες να χαλάσεις την καρδιά σου», ψιθύρισε κι ύστερα άρχισε το τραγούδι:

 

Πέρδικα του καλοκαιριού

Μην κατεβείς στα ρυάκια

Γιατί σε τριγυρίζουνε

πολλώ λογιώ γεράκια.

 

        Εκεί, στην αγκαλιά της, ήρθε ο ύπνος και με βρήκε. Και στ’ όνειρό μου, είχα φτιάξει το παράθυρο τής Μαρίας, πιο μεγάλο και πιο φωτεινό από όλα τα παράθυρα του σπιτιού μας. Στο περβάζι του είχε γλάστρα με βασιλικό και δίπλα του σκαρφάλωνε τί άλλο; Ένα γιασεμί ολάνθιστο και φυσικά στο φεγγίτη το δικό της φεγγάρι! Και πιο πίσω από το φεγγάρι ένα αστεράκι αναβόσβηνε κλείνοντάς μου το μάτι. Ναι εκείνο το μικρό αστεράκι, που σίγουρα ήταν ακατοίκητο από όνειρα και ευχές ήταν ό,τι έπρεπε για να ζωγραφίσει τον δικό της κόσμο η αδελφή μου. Εκεί θα άνθιζαν όλα τα δικά της για πάντα, εκεί και το ρόδο της θα είχε την καλύτερη θέση.

       «Τι ωραίο το μικραστέρι στον μακρινό ουρανό!» , θαύμασα.

      «Αγαπώ την καρδιά σου, αυτή είναι το πιο ωραίο παράθυρο στον κόσμο!» , ψιθύρισε η γιαγιά που δεν έλειπε ποτέ, ούτε και από τα όνειρά μου.

         Την ίδια νύχτα, ανάμεσα από τις χοντρές κληματόβεργες και τα φύλλα, το έψαξα στον ουρανό, πέρα από τα χωματένια μάτια μου. Πιο πέρα από τον Αποσπερίτη, πιο χαμηλά από την Πούλια, πιο πάνω από τις Πήχες, στο βάθος του Ιορδάνη Ποταμού με το πηχτό γαλακτερό χρώμα, εκεί σε μια γειτονιά με καινούρια άστρα, εκεί το βρήκα. Το αναγνώρισα. Το καλωσόρισα με χαρά κι εκείνο για το χατίρι μου, χαμήλωσε και φώτισε το ρόδο στο μέτωπο της Μαρίας. Κάτι από τη λάμψη του έφτασε και στις βαθιές ρυτίδες της γιαγιάς Γαρυφαλλιάς και την έκανε την πιο όμορφη γιαγιά του κόσμου. Πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα, ήμουν σίγουρη πως ρόδα θα έβλεπε, χιλιάδες ρόδα κι ανάμεσά τους θα ξεχώριζε, αυτό το ένα, το διαφορετικό από όλα, τής Μαρίας μας. Και φυσικά θα χαμογελούσε ψιθυρίζοντας:

       «Τελικά, ο καθένας μπορεί να φανταστεί ακόμη και το αδύνατο, φτάνει ν’ ακούει την καρδιά του και να μην ντρέπεται να συντηρεί το παιδί πάντα μέσα του. Βλέπεις η φαντασία δεν έχει ηλικία!»

       Η φαντασία είναι πολύτιμη γιατί έρχεται και συμπληρώνει αυτό που δεν γνωρίζουμε, γιατί η φαντασία καταφέρνει και κρατά ανοικτά τα μάτια τής ψυχής. Κάθε φορά που έπαιζα με τα χρώματα, με την πλαστελίνη, με τις πέτρες, με τη λάσπη και το νερό στον κήπο μας, έβαζα και την αδελφή μου στο παιχνίδι. Τής έδινα μια θέση, και περίμενα για να μεγαλώσει και να αναλάβει τον ρόλο της. Όταν προσποιούμουν πως ήμουν χελιδόνι την ήθελα να πετά δίπλα μου και να φέρνει τη δική της Άνοιξη. Κι όταν πάλι γινόμουν νιφάδα τού χιονιού, χόρευε μαζί μου κι ακόμη κι εκεί κατάφερνα να την ξεχωρίζω ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες που έμοιαζαν ίδιες. Εκείνη αφηνόταν περισσότερο ελεύθερη. Χόρευε και στριφογύριζε. Δεν την ένοιαζε να βρει έν’ ανθισμένο κλαδάκι αμυγδαλιάς και να κολλήσει πάνω του, όχι, ακολουθούσε ευτυχισμένη τον άνεμο και έκλεινε τ’ αυτιά της στα «πρόσεχε» που φώναζε με αγωνία η μητέρα μας. Αγαπούσε το ρίσκο, αυτό ήτανε.

       Τις νύχτες, όταν το φως του φεγγαριού τρύπωνε πρώτα από τα τζάμια και μετά από τα κενά που άφηνε η δαντελένια κουρτίνα, «να κοιτάς τον κόσμο κατάματα, έτσι όπως γυρεύεις να δεις και το φεγγάρι», με παρότρυνε η γιαγιά. Τότε σήκωνα τα χέρια της και τα παρατηρούσα στο φεγγαρόφωτο. Έμοιαζαν μεταξωτά. Το ίδιο και τα ρούχα της, η μακριά φούστα και το μεσάτο σακάκι, που όταν ξεντυνόταν, τα άφηνε απλωμένα πάνω στο μπαούλο για να μην τσαλακωθούν, όλα σαν να ήταν από μετάξι.

         Ο Θεός για τη γιαγιά ήταν τόσο κοντινός, όπως ο καλός μας γείτονας ο μπάρμπα Χαραλάμπης ο Χαρπάς. Τον καλούσε να ’ρθει να κοιμηθεί στο σπίτι μας. Μού φαινόταν κάπως αφύσικο να καλεί τον Θεό να κοιμηθεί στο σπίτι μας, ενώ δεν είχαμε στρώσει ένα κρεβάτι… Μέσα σ’ εκείνη την ησυχία και τη μαγεία που σκόρπιζε το φως, τής έκανα τις πιο απίστευτες ερωτήσεις.

    «Αν έρθει ο Θεός να κοιμηθεί, θα βγάλει τα ρούχα του;»

     «Ο Θεός θα κοιμηθεί στην καρδιά μας, φτάνει να μην υπάρχει εκεί αταξία», με μπέρδευε χειρότερα.

    «Γιατί κάνουν αμαρτίες οι άνθρωποι γιαγιά;»

    «Από βλακεία οι περισσότεροι και όχι από κακία», απαντούσε.

    «Και τι είναι, είπαμε η αμαρτία;»

    «Αμαρτία είναι η κακία και η αδιαφορία, τό ’χουμε ξαναπεί».

      Ήθελα να την ακούω να μού μιλάει. Ιστορίες για τους παλιούς καιρούς, για τις σιωπές που ανθίζουν, τους κεραυνούς που σημαδεύουν την πιο διαλεχτή πλευρά του ουρανού, τα κύματα της θάλασσας που ποτέ δεν γερνούν, τα μαγεμένα κόκκινα μήλα του Λασιθιώτικου κάμπου, τον παντοτινό ύπνο του παππού, το αχ τής ανάγκης, το σώμα που διψά για την αγάπη, την αγάπη που πέφτει πότε σαν την πάχνη στα φύλλα και πότε σαν την άχνη ζάχαρη στους κουραμπιέδες. Τι κι αν τα είχαμε ξαναπεί. Κάθε φορά λέγαμε και κάτι καινούριο.  Και συνέχιζα τις ερωτήσεις:

    «Και πώς είναι τελικά ο Θεός;»

    «Σαν ένας καλός γείτονας»

    «Παίζει ασκομαντούρα όπως ο μπάρμπα Χαραλάμπης;»

    «Αμέ, και λύρα και λαούτο!», γελούσε.

    «Έχει αμαρτίες η Μαρία μας;» την ξάφνιαζα.

    «Όχι, ούτε εσύ, ούτε η Μαρία μας. Τα παιδιά μιλούν τη γλώσσα των αγγέλων και δεν ξέρουν από αμαρτίες», σοβάρευε.

   «Και… γιατί δεν έχουμε μόνο ημέρα, αλλά έρχεται και η νύχτα;»

   «Γιατί η γη είναι μια μεγάλη χρωματιστή σβούρα και γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει. Η γη γυρίζει, ο κόσμος μυρίζει κι ο αδελφός ο Ύπνος σφυρίζει, πολλά είπαμε και σώνει κι αύριο μέρα ξημερώνει».

   «Και γιατί προσεύχεσαι;» Τελευταία πάντα η ίδια ερώτηση γιατί μού άρεσε η απάντηση.

   «Να χαμηλώσει ο ουρανός ν’ ακούει, ν’ αντιγράφει άστρα η καρδιά, ν’ αγγίζει η ψυχή πατρίδα κι ο νους ν’ αρματώνει όνειρα σε ρούσα παντιγιέρα…»

    «Και να φέρει τη βροχή», συμπλήρωνα και την αγκάλιαζα.

       Από εκεί και κάτω δεν είχε στοχασμούς. Μισόκλεινε τα μάτια κι έλεγε κάτι ακαταλαβίστικες κουβέντες. «Ας πούμε κι ένα τραγούδι του Θεού», ψιθύριζε. Η φωνή της σιγά - σιγά χαμήλωνε μα και πάλι ήταν καθαρή και γαληνεμένη. Διατηρούσε την ίδια γλύκα κι ας ήταν παράξενα τα λόγια που έφταναν στ’ αυτιά μου:

Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσον μου· πρόσχες τη φωνή της δεήσεως μου, εν τω κεκραγέναι με προς σε. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου, έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή. Θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματι μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου. 

       Αναρωτιόμουν αν άκουγε και η αδελφή μου αυτά, τα ακαταλαβίστικα λόγια που έκαναν τη γιαγιά Γαρυφαλιά χαρούμενη. Προτιμούσα άλλα τραγούδια, αυτά με τα απλά λόγια ήταν καλύτερα. Καμιά φορά, πήγαινα πατώντας στις μύτες των ποδιών, για να μην με ακούσουν, χαμήλωνα όσο πιο πολύ μπορούσα πάνω από την κούνια και τής τραγουδούσα πολύ σιγά αυτό που μού άρεσε περισσότερο από όλα:

 

Ψιχαλίζει, ψιχαλίζει
στη μικρή μας την αυλή.
Το φθινόπωρο αρχίζει,
τ’ αγαπώ πολύ, πολύ.

Το  χω μέσα στην καρδιά μου
και πετάω απ’ τη χαρά
να μαζεύω στην ποδιά μου
φύλλα κίτρινα, ξερά.

 

        Στη δική μας μικρή αυλή πάντα μπορούσε να ψιχαλίζει, όλες τις εποχές. Όλο και κάποιο σύννεφο έχανε τον ουρανό για να ναυαγήσει πάνω από τα κεραμίδια μας και να χάσει το πολύτιμο φορτίο του. Ο πατέρας μου, κάποιες φορές αναζητούσε το πιο κοντινό και το σημάδευε με τη σφεντόνα. «Θα φέρεις τη βροχή για τη Ζωή, ή να πάρω το λάστιχο τής βρύσης και να σε καταβρέξω ;» το φοβέριζε. Κι αυτό, μια έκανε να φύγει αλλάζοντας σχήματα, μια γλιστρούσε πιο χαμηλά και μού χάριζε τη βροχή. Και γελούσα ευτυχισμένη! Ονειρευόμουν να μεγαλώσει η Μαρία και να τσαλαβουτάμε μαζί στη βροχή και να φοράμε ένα μωβ κι ένα κόκκινο μποτάκι η καθεμιά για να ξεχωρίζουμε.

        Η ανάμνηση όλων αυτών με παρασύρει όλο και πιο πολύ. Ένα απόγευμα,  είχε έρθει να δει το μωρό μας, η θεία μου η Όλγα, η βασίλισσα, έτσι την έλεγαν. Φωνακλού, δουλευταρού και πολυλογού, αλλά άκακος άνθρωπος. Καυγάδιζε συνήθως με τα πέντε παιδιά της, τον Μανώλη Πιπίκο, τον Μιχάλη Ευκλείδη, τον Αντώνιο Σκέτο, τον Δημήτρη Μαυροκορδάτο και τον Γιάννη Γιαννίδη, (η θεία μου η Μαρία η Σιγανίνα μού είχε μάθει πως έτσι τους φώναζαν και έτσι τους ήξεραν όλοι). Αυτά λοιπόν τα ξαδέλφια μου, οι βασιλόπαιδες, τής σκάρωναν απίστευτες φάρσες και ζαβολιές και την παίδευαν, καλόκαρδα αλλά την παίδευαν. Η θεία Όλγα έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στους γονείς μου. Ήταν πρόσχαρη, ανοιχτόκαρδη. Το βλέμμα της ξάστερο πετούσε σπίθες. Αυτό γινόταν αιτία να παρατηρήσεις με ευκολία, πως άλλες από τις πρώιμες ρυτίδες της ανέβαιναν στα μάτια και άλλες  συγκλίνανε σε κύκλο γύρω από το στόμα και το έκαναν να δείχνει σαν ώριμο, ξεραμένο σύκο. Κράτησε την αδελφή μου στα χέρια της με θαυμασμό και ορκίστηκε πως δεν είχε δει ποτέ της πιο όμορφο κοριτσάκι. Μετά, έβγαλε από τον κόρφο της ένα πάνινο σακούλι και από αυτό ένα χαρτονόμισμα. «Για το χάρισμα του κοπελιού», είπε και απλώνοντας το χέρι το έδωσε στη μητέρα μου. Ύστερα από λίγα μόνο λεπτά, απευθυνόμενη σ’ εμένα: «Χαρίνω το και τουτονέ με τα σγουρά μαλλάκια, χαρίνω το, μα πια καλό ’ναι», τόνισε με νόημα, προφανώς για να μην με κάνει να ζηλέψω και ανοίγοντας μου το χέρι, μού έκλεισε μέσα πέντε δραχμές!

       Είναι που κάποιες φορές, με πέντε δραχμές αγοράζεις όλη τη γλύκα του κόσμου σε ένα παγωτό χωνάκι!

      Είναι που κάποιες φορές η θύμηση μυρίζει αχνιστό ψωμί, εφτάζυμο.

      Είναι που κάποιες φορές μια δαχτυλιά αλεύρι σημαδεύει τη χαρά.

      Είναι που κάποιες φορές ένα ξυλάκι κανέλα μπορεί να ξορκίσει το κακό.

       

      «Καλλιόπη, στη σκάφη που είναι αμπούμπουρα πολύ καιρό, κάθεται σταυροπόδι ο Διάβολος απάνω και βγάζει σχέδια», είπε ένα πρωί η θεια Λωξάντρα. Η μητέρα κάποιες κουβέντες τις έπαιρνε πολύ σοβαρά. Ως το βράδυ μαζί με την αδελφή της, τη θεία τη Σιγανίνα και τη γιαγιά Γαρυφαλιά, έβαλαν μπροστά να ζυμώσουν. Ζέσταναν το νερό με λίγο χοντρό αλάτι, μια ιδέα μέλι,  δυο χούφτες λάδι, οκτώ δαφνόφυλλα, κάμποσες φλούδες λεμονιού και δυο ξυλάκια κανέλα δεμένα με βασιλικό. Ξύπνησαν το προζύμι σε μια πήλινη λεκάνη, το σκέπασαν με άσπρο πανί κι όταν φούσκωσε το ρίξανε με το κοσκινισμένο αλεύρι μέσα στη σκάφη και το αναπιάσανε σε καινούρια ζύμη με μάρτυρα το Αυγουστιάτικο φεγγάρι που ήταν και αυτό εκεί και καμάρωνε από το φεγγίτη τα θαύματα που γινόταν στο φουρνόσπιτο.

       Ζύμωναν όλη τη νύχτα κι όταν η ζύμη μίλησε και παραδόθηκε απαλή πια στα χέρια τους, δίχως μυστικά, ξεκίνησαν να πλάθουν στο σοφρά. Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά ογδόντα οκτώ ψωμιά και πέντε νέα προζύμια μέτρησαν. Έστρωσαν τις τάβλες στο πατητήρι, έριξαν μια μάλλινη κουβέρτα και μετά ένα άσπρο σεντόνι και πάνω σε αυτό, άπλωσαν τα ογδόντα οκτώ ψωμιά και τα πέντε νέα προζύμια να ξεκουραστούν, αφού προηγουμένως τα σκέπασαν με άλλο άσπρο σεντόνι και μια κόκκινη πατανία.  Κάποιον υπνάκο θα πήραν κι εκείνες μέχρι ν’ ανάψει, λίγο προτού ξημερώσει, ο πατέρας μου τον ξυλόφουρνο.

      «Τση νύχτας τσι δουλειές, τσι βλέπει η μέρα και γελά, το κοπέλι σας κλαίει», του πέταξε αντί για καλημέρα ο πρώτος γείτονας που πέρασε για να πάει στα χωράφια του.

       «Τρέξε Καλλιόπη», σαν εντολή ακούστηκε από τα χείλη του Αριστείδη.

       Η μητέρα ανέβηκε γρήγορα στο σπίτι από την πέτρινη εσωτερική σκάλα που ήταν από την εποχή του παππού. Νομίζοντας πως η Μαρία πεινούσε και γι’ αυτό έκλαιγε, έβγαλε το στήθος της, το έπλυνε με το χαμομήλι και μετά την σήκωσε από την κούνια και την κράτησε στην αγκαλιά της για να θηλάσει. Η Μαρία δεν ήθελε όμως γάλα. Απέφευγε το στήθος που άλλες φορές με τόση λαιμαργία πλησίαζε. Και συνέχιζε να κλαίει όλο και πιο σπαραχτικά.

      Ανέβηκε και η θεία, ανέβηκε και η γιαγιά, είπαν το ένα, είπαν το άλλο, είπαν πολλά. Μήπως κρυώνει, μήπως ζεσταίνεται, μήπως λερώθηκε, μήπως θέλει λίγο νερό, μήπως στρουφίζει το αντεράκι του, μήπως λύθηκε ο αφαλός του να του δέσουμε ένα μοσχοκάρυδο, μήπως κάτι το τσίμπησε… Τελειωμό δεν είχαν τα «μήπως», είχαν στο νου τους και τα ψωμιά, μπερδεύτηκαν όλα μαζί, άρχισε να κλαίει και η μητέρα, την μάλωσε η θεία, τις μάλωσε και τις δυο τους η γιαγιά κι ύστερα από λίγο:

      «Το Μαριώ είναι ματιασμένο», αποφάνθηκαν και οι τρεις μαζί.

        Η μία έφερε το ποτήρι με το νερό, η άλλη έριξε μέσα τρεις σταγόνες λάδι από το καντήλι, η γιαγιά έλυσε το μαντήλι της, το έδεσε τέσσερις κόμπους όσα και τα σημεία του ορίζοντα, μέτρησε την αδελφή μου, «μια του μάκρους, μια του πλάτους, χίλιες χιλιάδες του Θεού», έτσι είπε όταν σήκωσε το μαντίλι ψηλά, εκείνη ήξερε τι εννοούσε, χασμουρήθηκε πολλές φορές, δάκρυσαν και τα μάτια της, βεβαιώθηκε καλά -  καλά για τις υποψίες της και ψιθύρισε με δέος τη γητειά:

«Ιησούς Χριστός επέρασε όμορφος και αστόλιστος και πάλι ξαναπέρασε με τα καλά στιβάνια του κι ανθούς εμοσκοβόλησε η στράτα κι η καρδιά μας. Με το ραβδί του ακούμπησε τον όφι και την όφισσα και την κακιά γειτόνισσα και την στενή την περασά και τη μικρή την ώρα και πάν στα όρη τα βουνά που χόρτο δε φυτρώνει. Εκειά το μάτι το κακό να πάει να κονέψει κι από του δούλου του Θεού το σπίτι να μισέψει».

      Και πέρασε το πρωί και φούρνισαν τα ψωμιά και τα ξεφούρνισαν, και μύρισε η γειτονιά κι έφτασε το μεσημέρι και άναψαν ξανά το φούρνο και έβαλαν τα ψωμιά κομμένα για να γίνουν παξιμάδι και σταύρωσαν το φουρνιώχτη και τον πανιστή μπροστά στο φούρνο και μοίρασαν τα προζύμια και την ξεφουρνιά και είπαν «δόξα σοι, όλα καλά», όλα εκτός από το ό,τι συνέχιζε να κλαίει η Μαρία.

         Η γιαγιά ανήσυχη επιστράτευσε τις μεγάλες δυνάμεις πριν βασιλέψει ο ήλιος. Όλες οι γεροντοκόρες, και είχε πολλές η γειτονιά, παραβρέθηκαν οικειοθελώς για το καλό του κοπελιού. Ανάμεσά τους και το Σοφιάκι που ήταν νάνος και ήξερε να χορεύει καλύτερα από κάθε άλλον άνθρωπο στο χωριό. Η μια κρατούσε το αδράχτι, άλλη τη ρόκα, άλλη το κόκκινο νήμα, άλλη το άσπρο, το Σοφιάκι γύριζε την ανέμη και η θεία η Δόξα τύλιγε την δίκλωνη κλωστή στο μαυρομάνικο.  Μια έκαναν πως γελούσαν και μια πως έκλαιγαν και εν χορώ, όλες μαζί: «Να φύγει το κακό κι ας είναι από το πια μικιό τρυπαλάκι». «Να φύγει, να φύγει, να φύγει», επαναλάμβαναν η μητέρα, η θεία και η γιαγιά.  Ήταν τόσο αστείες που μ’ έκαναν να κρατάω την κοιλιά μου από τα γέλια κι ας έκλαιγε η Μαρία. 

     Ο πατέρας μου, πιο λογικός σίγουρα, αφού είδε κι απόειδε, είχε πάει να φωνάξει τον γιατρό, τον κύριο Μακαρώνα. Ωστόσο, η Μαρία μπορεί να αρνιόταν το γάλα, αλλά είχε πιει κάμποσο χαμομήλι με το μπιμπερό.

      Μπροστά ο γιατρός και πίσω ο πατέρας μου, έμπαιναν στο σπίτι. Η Μαρία σταμάτησε να κλαίει. Έγινε ξαφνικά κατακόκκινη.

     «Το κοπέλι ζορίζεται», παρατήρησε η γιαγιά και άνοιξε το παράθυρο για να παίρνει αέρα.

     «Ω το καημένο και εκουράστηκε, δε μπορεί μπλιό», επεσήμανε το Αννιώ του Καζόλη.

     «Γδύσετέ το μωρέ παιδιά», πρότεινε η θεια Χαρίκλεια.

      Η Μαρία είχε γίνει ακόμη πιο κόκκινη. Το Σοφιάκι έφτυσε στον αέρα και μετά παραμέρισε να περάσει ο γιατρός.

    «Για να δούμε τι έχουμε εδώ», είπε εκείνος και πριν προλάβει να κρεμάσει τα ακουστικά στ’ αυτιά του, ένας γνώριμος ήχος από την πλευρά του μωρού ξάφνιασε ευχάριστα την ομήγυρη.

        Ούτε ρέψιμο, ούτε φτέρνισμα, ούτε βήχας, αλλά αυτό, το κάτι άλλο… Η Μαρία άνοιξε τα μάτια και χαλάρωσε τις μικρές της γροθιές σίγουρα ανακουφισμένη.  Σταμάτησε να κλαίει, σταμάτησε και να ζορίζεται. Η μητέρα ξετύλιξε τη φασκιά και ελευθέρωσε τα ποδαράκια της. Έλυσε το ζιπουνάκι, άνοιξε το τριγωνικό πανί και πήρε το λερωμένο χαρτοβάμβακα…

        Μετά έκλεισα τη μύτη μου.

       «Ζήτω, ζήτω!», αναφώνησαν οι γεροντοκόρες πάλι εν χορώ και πάλι όλες μαζί απευθυνόμενες στον γιατρό: «Με το συμπάθιο γιατρέ, αλλά ένας λόγος λέει κώλος κλασμένος, γιατρός χεσμένος». 

       «Συγγνώμη γιατρέ», ζήτησε αμήχανη η μητέρα και πήγε να πει κάτι για να σώσει την κατάσταση. Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του χωρίς ιδιαίτερη ενόχληση. Αρκέστηκε σ’ ένα «συμβαίνουν και αυτά», αλλά γελούσε κι εκείνος, πιο διακριτικά ασφαλώς, γελούσε όμως.

       Την ίδια στιγμή πετάχτηκε η Κατίνα που δεν είχε καθόλου μιλήσει και αφού σκούπισε με την ανάποδη του χεριού τη μύτη της που έσταζε, «ώρα σου καλή γιατρέ κι ο κώλος σου ντουφέκι, να βροντά και να μη στέκει», είπε ξεκαρδισμένη στα γέλια και τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα.

      «Ε μα να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν τον είχαμε χρεία το γιατρό κι αμοναχές μας τα καταφέραμε και γιάετο το κοπέλι ήντα καλά ’ναι εδά και γελά τ’ αγγέλου ντου, μόνο πάμε κι εσκόλασε ο χορός», συμπλήρωσε θριαμβευτικά η Αθηνά του Ντανασή.

        Η γιαγιά χαμογελούσε σκεφτική για κάμποση ώρα. «Μαθαίνει ο άνθρωπος, ίσαμε τα στερνά του, πάντα η ζωή του χρωστά ένα πάθημα κι ένα μάθημα» σχολίασε κι ύστερα, αφού φούσκωσε αστεία τα μάγουλα της άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

       Οι μικρές ιστορίες των παιδικών μου χρόνων δεν σταμάτησαν ποτέ να με ενδιαφέρουν. Επιστρέφω τακτικά εκεί, σ’ εκείνες τις μέρες που μύριζαν φρέσκο ασβέστη και αχνιστό ψωμί. Αυτές οι αναμνήσεις είναι ο πλούτος μου. Καταφέρνουν μάλιστα να καλμάρουν όλες τις αγωνίες που όσο μεγαλώνω, μεγεθύνονται μέσα μου.

      Από εκείνο το περιστατικό και μετά θυμάμαι τη γιαγιά Γαρυφαλλιά, κάθε φορά που δεν τα κατάφερνε σε κάτι, να λέει: «δεν ξέρω καλορίζικό μου, αυτό είναι πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις μου». Μπορεί βέβαια να το έλεγε και πριν, αλλά η ταπεινότητά μου δεν το είχε προσέξει.

       Είναι κάποιες νύχτες, που ξυπνώ κι αγναντεύω τον όμορφο ουρανό τής Κέρκυρας, την ώρα που φεύγει το φεγγάρι κι όταν ξαφνικά γυρίσω το βλέμμα, θαρρώ πως είμαι στην Κρήτη και βλέπω ακόμη τον πατέρα μου με το μπαστούνι να περπατά στον δρόμο και τη μητέρα να θηλάζει τη Μαρία κρατώντας ένα ρόδο στο χέρι. Θυμάμαι με ευκολία το φουστάνι, τη ζακέτα, τα σγουρά μαλλιά, το πρόσωπο, την ελιά στο μάγουλο, τα λεπτά χείλη και τα τραγούδια που τής έλεγε, «για να μεγαλώσει με τη χαρά και ν’ ανατραφεί με την καλοσύνη», αυτό πίστευε.

        Είναι κάποιες νύχτες, που το μεθυστικό άρωμα από τις τριανταφυλλιές του κήπου μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο στο δωμάτιο. Στον ουρανό κρέμεται πάντα εκείνο το μικρό αστεράκι στην ίδια θέση, πιο πέρα από τον Αποσπερίτη, πιο χαμηλά από την Πούλια, πιο πάνω από τις Πήχες, στο βάθος του Ιορδάνη Ποταμού με το πηχτό γαλακτερό χρώμα. Δίπλα του, όλο και κάποιο άλλο τρεμοσβήνει μέχρι να κάνει βουτιά στο στερέωμα. Κλείνω τα μάτια. Η νύχτα αφήνει κάτι από τα βελούδα της στα βλέφαρα κι ένας παλιός γνώριμος ψίθυρος ξυπνά την καρδιά: «Όταν η ψυχή κυριεύεται από νοσταλγία, ένα αστεράκι πέφτει στον ουρανό, ένα παιδί γεννιέται στη γη, ένα φτερούγισμα στην καρδιά γίνεται παράπονο στα χείλη.

        Είναι κάποιες νύχτες, που με δυο δάκρυα σε προσκαλεί η χαρά, σού χτυπάει το καμπανάκι η ζωή θυμίζοντάς σου πως έχει αξία και πρέπει να τα καταλάβεις όλα μόνη σου. Τότε ξέρεις πόσο απλά, με μια θύμηση γεννιέται και δυναμώνει μέσα σου η αγάπη.

       Είναι κάποιες νύχτες, που όταν η βροχή πλένει το τζάμι, ένας άγγελος με ξεφτισμένο ρούχο γιορτάζει μαζί σου το παρελθόν στη γέφυρα μιας νέας αφετηρίας.

       Το μυστικό σημείωμα κάτω από το μαξιλάρι έγραφε πάνω στο κιτρινισμένο χαρτί: «Και μην ξεχνάς, για να ζήσεις ευτυχισμένες στιγμές, να βουτάς την πένα σου στο μελανοδοχείο του χτες…»

      Ως αβγαταίνει η μέρα

αβγαταίνουν άσπρες τρίχες στο κεφάλι μου,

δεν με τρομάζει το παμπάλαιο νερό

που δεν γυρίζει,

εικόνα έχει κρατήσει με τη νιότη μου,

γιατί όταν πάω να λουστώ στο φεγγαρόφωτο

δυο πετρωμένες στάλες

διαλαλούνε την πραμάτεια τής ζωής

χρυσό το νήμα τούτης τής πραμάτειας

με λέξεις ασημένιες περασμένες σε γιορντάνι.

 

Για το BOOK TOUR, Ζωή Δικταίου (Χαρούλα Βερίγου). 

Αύριο, εν ονόματι της Αγάπης

 

Διορθωμένο είκοσι χρόνια μετά.

Κέρκυρα 15 Δεκεμβρίου 2018

 

ΖΗΤΗΣΤΕ ΤΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Ζωής Δικταίου (Χαρούλα Βερίγου για τα πεζογραφήματά της) αποτελείται από τρεις ενότητες:

Κόντρα στη λήθη (17 ποιήματα),

Της Κρήτης (11 ποιήματα)

και Μέτρησα τον χρόνο με λέξεις (34 ποιήματα)

Όλες οι ενότητες της συλλογής μιλούν για αξίες που θαρρείς έρχονται από άλλες εποχές, χρόνων ριζίτικου ταμπεραμέντου κι ανυποχώρητης αξιοπρέπειας. 

Γιώργος Τζιτζικάκης

Συγγραφέας.

Η ποίηση της Ζωής Δικταίου είναι ερωτευμένη με τις λέξεις και τις εικόνες. Οι δεύτερες ολοζώντανες, πολύχρωμες, ευωδιαστές. Πίσω τους φανερώνεται η μου¬μουσικότητα του ρυθμού, που δημιουργεί η επιλογή των λέξεων, καθώς παίρνουν ζωή μέσα από το νόημα της εκφραστικής επιλογής τής δημιουργού, αυτό που χαρακτηρίζει το προσωπικό της ύφος. 

Άγγελος Πετρουλάκης

Συγγραφέας, Ποιητής

Οι λέξεων, όχι μόνο στον λόγο αλλά και στη ζωή – όπως τα στάχυα μας δίνουν το ψωμί.

Οι λέξεις που κρύβει μέσα της η ποιήτρια είναι αυτές που ακόμη δημιουργικά ερμηνεύει. Οι λέξεις μεταμορφώνονται σε όραση και η όραση αποκαλύπτει τη μαύρη αλήθεια. Η όραση αυτή γίνεται όλο και πιο σκληρή και ξεφτιλίζει ως και τον έρωτα.

Ώσπου, η ανάγκη της ζωής ξαναζωντανεύει την επικράτεια του πάθους, αφού είμαστε όλοι σκλάβοι της παντοδυναμίας του Αύριο.

Αυτό το βιωματικό παιχνίδι ανάμεσα στην έντονη φαντασία και τη σκληρή πραγματικότητα το παίζει με εξαιρετική ευλυγισία η ποίηση της Ζωής Δικταίου. 

Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ

Το εξώφυλλο της έκδοσης φιλοτεχνήθηκε από  τη Μαρίλυ Βλάχου, ενώ στις σελίδες του βιβλίου φιλοξενούνται έργα του Σπύρου Τρούσα, της Ιωάννας Παληοκώστα, του Ρουσσέτου Παναγιωτάκη και της Ίνας Μελίδου. 

 

Αποκτήστε το άμεσα:

www.public.gr/product/books/greek-books/literature/poetry/ayrio-stahya-oi-lekseis/prod9490374pp/

 

Η κοινωνία ποτέ δεν τους χωράει όλους, γι' αυτό έχει δημιουργήσει το περιθώριο, για να στέλνει κάποιους εκεί. Όμως, τυχαίνει καμιά φορά κι αυτό το περιθώριο σημαίνει ό,τι και η κορνίζα στις φωτογραφίες των αγαπημένων μας. Συμβαίνει, επειδή η φύση της αγάπης μπορεί να κρύβεται οπουδήποτε, ακόμη κι εκεί.

Τη δεκαετία του εβδομήντα, η Χαριγένεια, έρχεται από το πουθενά κι από το περιθώριο και εγκαθίσταται με τη μητέρα και τα δυο της παιδιά στην Κρήτη. Την παρουσία της στη γειτονιά αντιλαμβάνονται πρώτα δυο μάτια καθαρά, της μικρής Ζωής. Μέσα από το βλέμμα και την αισθητική του παιδιού, έτσι όπως μεγαλώνει και εξελίσσεται στο χρόνο, καταγράφεται η διαδρομή της ζωής αυτής της γυναίκας και των ανθρώπων που συναναστρέφεται σε κωμικοτραγικές ή και ακραία τραγικές καταστάσεις. 
Η Χαριγένεια θα ζήσει τα πάντα, από ένα "αθώο" χαστούκι μέχρι τη βαριά σωματική βία, αλλά και τον έρωτα. Με αντάλλαγμα τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής της και με όρκο σιωπής, (στη διάρκεια της χούντας) θα ανταποκριθεί σε μια απρόσμενη πρόταση. Το τίμημα ακριβό. Ένα μενταγιόν, τα όνειρα και το τυχαίο θα καθορίσουν τη σχέση ανάμεσα στη Ζωή και στη Χαριγένεια στα σαράντα χρόνια που θα ακολουθήσουν μετά τον Ιούλιο του 1974.

Όταν θέλει η ζωή να σε λυτρώσει, σου ανοίγει την πόρτα σε έναν καινούριο παράδεισο, εκεί που το αχ του έρωντα ξοδεύεται στη μνήμη του νερού, για να κυλάει ο Αχέροντας με τον καιρό της αγάπης, όταν το τέλος έρχεται απλά και ανώδυνα προοικονομημένο από τη φύση.

Ένα αξιόλογο βιβλίο γεμάτο αισθήματα και εικόνες ζωντανές, σαν πίνακες ζωγραφικής. Σε ταξιδεύει, σε μαγεύει, σου αποκαλύπτει βαθιά κρυμμένες πτυχές της ψυχής. 
Αλκυόνη Παπαδάκη

 

Αποκτήστε το άμεσα:

www.captainbook.gr/book/217997/mia-koursa-gia-ti-charigeneia

 


Γυναίκες Ηπειρώτισσες  σκιορίσματα της φύσης…

Όταν κατεβαίνει παγωμένος o αέρας από τη Μουργκάνα, τον Γράμμο, το Μιτσικέλι, τα Τζουμέρκα, την Πίνδο, θαρρείς  φυσά  για να γυρίσει ακόμη μια φορά σελίδες της μνήμης και της ιστορίας. Πρόκληση και πρόσκληση μιας άλλης ανάγνωσης για να συλλαβίσεις το χρέος, να ψιθυρίσεις και να συμπληρώσεις ονόματα.

Σε τούτη την άγονη φλούδα της γης, καθεμιά γυναίκα του παλιού καιρού, είναι ένας θρύλος, ένα σύμβολο.

Γυναίκες Ηπειρώτισσες, της αντοχής, της υπομονής, της περηφάνιας, της αυτοθυσίας, της τιμής.

Θα τις ανταμώσεις, στα καταράχια και στα ρέματα, στις βρύσες, στις ρούγες, στα ρόγκια ζαλωμένες ξύλα ή και με τη σαρμανίτσα στην πλάτη καμιά φορά.

Θα τις αναγνωρίσεις από την πυρωμένη ψυχή, αυτή που κρατούν απαράδοτη στα δόντια και δεν θα τις αστοχήσεις ποτέ. Μέσα σου, θα καίει και θα φέγγει το βλέμμα τους.

Γυναίκα Ηπειρώτισσα, της άγρυπνης πάλης…

Για εσένα, με ευγνωμοσύνη τούτη η ταπεινή κατάθεση της δικής μου ψυχής.

 

Αποκτήστε το άμεσα: goo.gl/cDar9u

 
«Σχολή μαθητευόμενων ποιητών»
Έναρξη: 27 Φλεβάρη
 
• Για κορίτσια και αγόρια δημοτικού (Ελλάδα, Κύπρο και ομογένεια)
• Ολοκληρωμένο πρόγραμμα 4 εβδομαδιαίων συναντήσεων
• Κόστος: 40 ευρώ – εφάπαξ, στο κόστος συμπεριλαμβάνεται η αποστολή του πτυχίου – βεβαίωση συμμετοχής και μια μικρή έκπληξη!
• Σύγχρονη και ασύγχρονη τηλεκπαίδευση
(συναντήσεις μέσω της πλατφόρμας Zoom)
• Πρωτότυπα βίντεο, online παιχνίδια, δραστηριότητες αξιολόγησης, αυτοαξιολόγησης, αλληλεπίδρασης και ένα εφημεριδάκι που τα σπάει!
• Αναλυτική ανατροφοδότηση στις εργασίες των παιδιών
 
Αυτή η λογοτεχνική συντροφιά θα τα έχει όλα!
 
Συντονίζει ο ελληνοκύπριος ποιητής Θεοφάνης Θεοφάνους
Δηλώσεις συμμετοχής στην ηλεκτρονική διεύθυνση: theofanis_theofanous@yahoo.gr
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6978198751

 

Απ' το οπισθόφυλλο της έκδοσης

Αυτό είναι το Αλάτι, που, εκτός απ' τα φαγητά μας, νοστιμίζει απ' το φθινόπωρο του 2019 και τη λογοτεχνία!

Άνθρωποι από Ελλάδα, Κύπρο και Αγγλία συνδεθήκαμε μέσω μιας συγγραφικής συντροφιάς μοναδικής.

Για δώδεκα εβδομάδες μοιραζόμασταν σκέψεις και συναισθήματα.

Μελετούσαμε διάφορα λογοτεχνικά είδη, γράφαμε κι ετοιμαζόμασταν σταδιακά για την έκδοση αυτού του βιβλίου.

Σήμερα ο α΄ κύκλος του εργαστηρίου συγγραφής παρουσιάζει τη δουλειά του.

ISBN: 978-618-85110-0-2

Νεοελληνική πεζογραφία, διήγημα, ποίηση

12,50

Ζητήστε το σε όλα τα φυσικά και ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.


Αποκτήστε το άμεσα: 

https://www.booktourmagazine.com/