Μια κριτική προσέγγιση στο βιβλίο της Μελίσσας Στοΐλη «Και διηγώντας τα… να τρως» (ιστορίες και συνταγές εδεσμάτων) από τις εκδόσεις Κίχλη

2016-03-10 14:36

Μπορεί ένα καλομαγειρεμένο πιάτο να είναι κάτι παραπάνω από μια ολιγόλεπτη απόλαυση που σχετίζεται με τις γευστικές επιλογές ή στην καλύτερη περίπτωση  μια «συνωμοσία» και των υπόλοιπων αισθήσεων με σκοπό να μας προσφέρουν μια πλούσια αισθητική εμπειρία;

Η Μελίσσα Στοΐλη έχει άποψη επί αυτού και μάλιστα έχει όλη την όρεξη να μας πείσει, έτσι όπως παρουσιάζει την ιστορία αλλά και την «προσωπικότητα» του κάθε πιάτου. Ένα τόσο ξεχωριστό ταξίδι στη γεύση και τον πολιτισμό.

Σ’ αυτό το βιβλίο δένουν περίφημα όλα τα όμορφα του πολιτισμού, όπως αίφνης ένας πίνακας του Σπύρου Βασιλείου με την ιστορία της λαγάνας, και από κει κατευθείαν στη συλλογική μας μνήμη, μνήμη πολύτιμη, όσο και αυτή που συγκροτεί την ιστορική μας συνείδηση:

«“Το τραπέζι της Καθαρής Δευτέρας”. Έτσι λέγεται ο πίνακας που ζωγράφισε το 1950 ο Σπύρος Βασιλείου. Πάνω σε ένα στρογγυλό μεταλλικό τραπεζάκι καφενείου βρίσκονται οι ελιές, ο χαλβάς, ο ταραμάς, τα φρέσκα κρεμμυδάκια, το μαρούλι, η λαγάνα. Ακουμπισμένος πλάι ένας χαρταετός. Δίπλα του ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο. Στο βάθος ένας άλλος χαρταετός μπλεγμένος στα σύρματα. Μια πλήρης εικόνα της εμβληματικής ημέρας. Αν έλειπαν όλα τα άλλα φαγώσιμα, δεν θα άλλαζε η βασική έννοια. Αν όμως έλειπε η λαγάνα, δεν θα ήταν Καθαρή Δευτέρα.»

 

Γιατί, αν το σκεφτούμε πιο προσεκτικά το όλο θέμα των εδεσμάτων που συνιστούν τη γευστική παράδοση ενός λαού (με δεδομένες αλλά και πολύ ενδιαφέρουσες τις προσμείξεις),  δεν μπορούμε να αποκόψουμε από το σώμα των πολιτιστικών χαρακτηριστικών τις συνταγές που γεμίζουν το τραπέζι των ανθρώπων, με σεβασμό στην ακολουθία των γενεών και με πίστη στον πατροπαράδοτο τρόπο παρασκευής των φαγητών.

Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο μαγειρικής, φυσικά σου δημιουργείται το αίσθημα της πείνας. Εδώ ισχύει αυτό απολύτως αλλά επιπλέον βαυκαλίζεσαι και με τις ιστορίες που αφηγείται η συγγραφέας, αντλημένες με προσοχή και μεράκι από τον ανεξάντλητο πλούτο των λαϊκών παραδόσεων. Γιατί είθισται πίσω από κάθε συνταγή να κρύβεται και μια ιστορία (αληθινή ή όχι, πιστέψτε με, δεν ενδιαφέρει καθόλου) που περιμένει να την ανακαλύψουμε. Αυτό επιχειρεί να κάνει η Μελίσσα Στοΐλη στο βιβλίο της, που περιέργως δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο μαγειρικής από τα τόσα που κυκλοφορούν. Μπορεί στο ένα τρίτο της έκτασής του να παρατίθενται κάποιες συνταγές (απολύτως ανταποκρινόμενες στις ιστορίες για την «προσωπικότητά» τους που έχουν προηγηθεί) όμως δεν θα λέγαμε ότι αφορούν αυτό που ίσως θα περίμενε ο αναγνώστης παρασυρμένος ίσως από τον τίτλο. Εδώ έχουμε το υλικό αυτό μόνο εν είδει τεκμηρίωσης στο αφηγηματικό κομμάτι που αποτελεί και το κυρίως σώμα του βιβλίου.

Και αυτές οι αφηγήσεις είναι τόσο καλογραμμένες, τόσο παραστατικές, που καθώς διαβάζεις μεταφέρεσαι άλλοτε στο παραδοσιακό ελληνικό οικογενειακό τραπέζι, άλλοτε στα εργένικα φοιτητικά μαγειρέματα ή σε φιλικές οινοποσίες γύρω από τραπέζια φορτωμένα με μεζέδες που διαρκώς ανανεώνονταν. Δηλαδή, έχουμε εδώ ένα βιβλίο μαγειρικής μνήμης ή, αν προτιμάτε, ένα βιβλίο που ανιχνεύει τον πολιτισμό σε μια από τις πιο ευφάνταστες, αγαπημένες και οπωσδήποτε γευστικότερες εκδοχές του.

 

Τις αφηγήσεις συνοδεύουν σχέδια που παραπέμπουν σε παλιά βιβλία μαγειρικής, τότε που τα ασπρόμαυρα αυτά απλά σχεδιάσματα ήταν αρκετά για να διεγείρουν τις αισθήσεις, χωρίς να έχουν ανάγκη τα πολύχρωμα εντυπωσιακά τεχνάσματα. Ο αναγνώστης καλείται εδώ να φτιάξει εκείνος τις εικόνες, και το καταφέρνει εύκολα, καθώς διαβάζει και αφήνεται να πάει πίσω στον χρόνο και να θυμηθεί τα δικά του ζωγραφιστά και ολοζώντανα πολύχρωμα εδέσματα που διατήρησε στη μνήμη του.

Δείτε εδώ πώς μια αφήγηση δημιουργεί αυτόματα την εικόνα:

«…να σκεφτούμε τον παππού μας με ένα ψαθάκι στο κεφάλι να έρχεται από τον φούρνο της γειτονιάς κρατώντας, με δυο κομμάτια διπλωμένης εφημερίδας, ένα μεγάλο ταψί πολύχρωμο μπριάμ…»

Σίγουρα τον είδατε κι εσείς ή μήπως θυμηθήκατε τον εαυτό σας, παιδάκι, να αγωνιά να φτάσει χωρίς απώλειες με το βαρύ ταψί στο σπίτι;

ή εδώ:

«…ταιριάζουν και με κρασί και με ούζο και με μπίρα. Ακόμα και με ερωτικούς πόθους. Και δείτε τώρα -σε αντιδιαστολή με το αμερικανικό- τι ερωτισμός και μέλωμα υπάρχει στο παρακάτω ρεμπέτικο τραγούδι του Πάνου Τούντα:

Όταν περνώ για να σε ιδώ,

αχ πώς με βασανίζεις,

έχεις κεφτέδες στη φωτιά,

αχ Κατερίνα μου γλυκιά,

και γλυκοτηγανίζεις.

Σε σημείο που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν το πάθος του τραγουδιστή φούντωνε από μάτια της Κατερίνας ή από τους κεφτέδες του τηγανιού.»

 

Μήπως δεν σχηματίστηκε στο μυαλό η εικόνα αλλά και η μυρωδιά και η γεύση και όλα; Χωρίς φωτογραφία καμιά, μόνο με τη δύναμη της πανίσχυρης μνήμης για όλα αυτά που συνιστούν το γευστικό μας σύμπαν ως λαού.

 

Η αισθητική της έκδοσης δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη. Οι εκδόσεις Κίχλη πάντα προσεκτικές στην εμφάνιση του βιβλίου, το οποίο συχνά ανάγεται στον χώρο της τέχνης και ως αντικείμενο  με την εξωτερική του εικόνα. Στο εξώφυλλο, λεπτομέρεια από έναν πίνακα (Joris Hoefnagel και Georg Bocskay, Wine Grape, Gillyflower, and Land Snail, 1561-1562. The J. Paul Getty Museum, Λος Αντζελες). Μια καλαίσθητη επιλογή που αναδεικνύει και το περιεχόμενο. Σε κάνει να ανοίξεις το βιβλίο και να το «γευτείς» με όλες τις αισθήσεις σου. Πόσο δύσκολο είναι αλήθεια να αντιμετωπίζουμε το βιβλίο με προσοχή ως προς την αισθητική του; Θα μου πείτε, μεγάλο θέμα  και πονεμένη ιστορία οπωσδήποτε. Μένοντας στο προκείμενο, έχουμε μια έκδοση εξαιρετική στο σύνολό της.

Η Μελίσσα Στοΐλη μας ανοίγει ένα παράθυρο στον γευστικό μας πολιτισμό, και όχι μόνο σ’ αυτήν την εκδοχή του:

«…παροιμίες και τελετουργίες, λαϊκά ποιήματα και λογίων μυθιστορήματα ξεπετάγονται από την κατσαρόλα κάθε φορά που ανοίγω το καπάκι της».

Έτσι δένουν όλα, γεύσεις, μυρωδιές, μαγικά αγγίγματα από παραμύθια και αφηγήσεις. Όλα σε ένα ανάγνωσμα. Δελεαστήκατε;

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr