Μια κριτική προσέγγιση στο μυθιστόρημα «Υποταγή» του Μισέλ Ουελμπέκ σε μετάφραση της Λίνας Σιπητάνου από τις εκδόσεις της Εστίας

2016-01-16 07:55

Ένα μυθιστόρημα μελλοντολογικό μπορεί να λειτουργεί σαν μια σύγχρονη Κασσάνδρα, να είναι τρομακτικό, αφού το μέλλον το οποίο περιγράφει μοιάζει τόσο χρονικά κοντά μας αλλά και τόσο ρεαλιστικά οικείο και πραγματοποιήσιμο; Όσο κι αν αποδεχόμαστε τη λογοτεχνία ως  μυθοπλασία, όσο κι αν αντιστεκόμαστε στην πειστική της γραφή, όταν ο συγγραφέας, όπως εδώ ο Μισέλ Ουελμπέκ, χρησιμοποιεί τα δεδομένα του παρόντος και μάλιστα τα περισσότερα με τα ακριβή τους στοιχεία, αναπόφευκτα το μυαλό μας πηγαίνει σ’ αυτή τη ζοφερή εικόνα που απειλεί να εγκατασταθεί ως καθημερινότητα στη ζωή μας.

Η ιστορία τοποθετείται στο πολύ κοντινό μέλλον, στη Γαλλία του 2022, σε μια ατμόσφαιρα καθημερινής βίας, που τα Μέσα ενημέρωσης συγκαλύπτουν και οι πολίτες δεν αντιλαμβάνονται τη σημασία της. Εύκολα σε ένα τέτοιο περιβάλλον το κόμμα των εθνικιστών, το γνωστό μας Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν αναδεικνύεται πρώτο στις εκλογές. Τότε τα δύο κυρίαρχα ως τότε κόμματα στην εναλλαγή της εξουσίας (το Σοσιαλιστικό και η γαλλική Δεξιά) επιλέγουν στον δεύτερο γύρο να συμπράξουν εκλογικά με το νεοσύστατο κόμμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Μια λύση που αποτρέπει μεν τον κίνδυνο ανόδου των εθνικιστών στην εξουσία, αναδεικνύει ωστόσο τη μουσουλμανική δύναμη σε απόλυτη αξία. Όλα αρχίζουν να αλλάζουν: η Γαλλία αποτελεί πια κομμάτι του μουσουλμανικού τόξου της Μεσογείου, η οικονομία ανακάμπτει, η ανεργία μειώνεται (αφού υποχρεωτικά οι γυναίκες παραμένουν στο σπίτι), η εγκληματικότητα υποχωρεί, οι ενδυματολογικές επιλογές της νέας θρησκείας κερδίζουν έδαφος στους δρόμους του Παρισιού. Κυρίως το ενδιαφέρον του νέου (χαρισματικού) ηγέτη στρέφεται ευφυώς στην εκπαίδευση. Η διανόηση θα πρέπει να επιλέξει, το Πανεπιστήμιο θα ισλαμοποιηθεί και οι καθηγητές του θα αποδεχθούν τη νέα πραγματικότητα απολαμβάνοντας ιδιαίτερα προνόμια, διαφορετικά θα υποχρεωθούν σε παραίτηση.

Ο ήρωας της ιστορίας, ο Φρανσουά, καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, με πλούσιες περγαμηνές ως ειδικός μελετητής του Ουισμάνς, θα πρέπει να αποφασίσει. Εύστοχος ο συσχετισμός εδώ με την παρακμιακή λογοτεχνία, τη γαλλική  décadance, αλλά και τη μεταστροφή του Ουισμάνς από μηδενιστή σε καθολικό, που προοικονομεί και τη μεταστροφή του ήρωα, σε κάτι διαφορετικό ωστόσο.

Η περίπτωση του Φρανσουά έχει ενδιαφέρον ιδιαίτερο, καθόσον ο ήρωας του Ουελμπέκ (και αυτό δεν μας ξαφνιάζει) είναι ένα αδιάφορο πολιτικά ον, σε χαλαρή σύνδεση με τη θρησκεία, οπότε θα λέγαμε πως η παραίτησή του θα τον εξυπηρετούσε, καθόσον συνοδεύεται από ικανοποιητική σύνταξη. Εδώ, όμως, έχουμε σοβαρές ανακατατάξεις στο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό, που θα θέσουν σε κίνηση και τη σκέψη του. Θα παρακολουθήσουμε τον Φρανσουά να απομακρύνεται λίγο από το κέντρο των εξελίξεων, να καταφεύγει στο Μαρτέλ, όπου με τη συντροφιά φίλων του θα αρχίσει μια αναζήτηση προς τον εσώτερο εαυτό του, ερευνώντας μεταφυσικά ζητήματα, και θα τον δούμε (σε μια σημαδιακή στιγμή της ιστορίας) να νιώθει την απόλυτη μοναξιά μπροστά στο άγαλμα της Μαύρης Παρθένου του Rocamadour.

«…την ίδια που εδώ και χίλια χρόνια ενέπνεε προσκυνήματα, μπροστά στην οποία είχαν γονατίσει τόσοι άγιοι και βασιλείς. Ήταν ένα αλλόκοτο γλυπτό, μάρτυρας ενός σύμπαντος που είχε εξαφανιστεί ολοσχερώς.»

 Όλα από δω και στο εξής είναι ανοιχτά. Η μεταστροφή του έχει αρχίσει, ακόμη κι αν αρχικά είναι χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Η υπαρξιακή αγωνία είναι ικανή να τον οδηγήσει από τον μηδενισμό και την αδιαφορία στην προσήλωση σε μια θρησκεία τόσο απόλυτη στις επιταγές της. Ωστόσο, η στροφή του προς το Ισλάμ δεν θα γίνει με τον γνήσιο τρόπο του άθεου που τελικά ανακαλύπτει τη μορφή του  Θεού του. Συζητώντας με τον συνάδελφό του Ρεντιζέ, ήδη εξισλαμισθέντα και στέλεχος πια της νέας εξουσίας και μελετώντας το εκλαϊκευτικό βιβλιαράκι του τελευταίου για το Ισλάμ, θα ομολογήσει ότι το ενδιαφέρον του τράβηξε πιο πολύ η προνομιακή θέση του άνδρα στην πολυγαμική πρόταση της νέας γι’ αυτόν θρησκείας. Η μεταστροφή του έτσι έρχεται φυσιολογικά για έναν άνδρα που περνούσε τον καιρό του εναλλάσσοντας τις νεαρές συντρόφους του.

Στην ουσία υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στην κατάρρευση του δυτικού κόσμου -μια αποσύνθεση καλύτερα χωρίς εξεγέρσεις και επαναστάσεις αλλά με διάβρωση αργή και μεθοδική- και στην εσωτερική διάλυση του προσωπικού κόσμου του ήρωα. Ενός ήρωα αναμφίβολα, όπως παρουσιάζεται, εκπροσώπου του μέσου ανθρώπου.

 

Η πλοκή της ιστορίας με την ταχύτατη κλιμάκωσή της είναι από τα πιο θετικά στοιχεία του βιβλίου. Η άρτια σκιαγράφηση του χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα επίσης συγκαταλέγεται σ’ αυτά, αναδεικνύοντας έτσι την «Υποταγή» σε ένα μυθιστόρημα που μπορεί να κερδίσει μόνο φίλους. Εν τούτοις έχει δεχθεί τόσα πυρά όσο λίγα βιβλία. Από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του (7 Ιανουαρίου του 2015) θεωρήθηκε σκανδαλώδες το θέμα του. Το περιοδικό Charlie Hebdo αφιέρωσε στον δημιουργό του το εξώφυλλό του παρομοιάζοντάς τον με μάγο. Η ειρωνεία της τύχης όμως θέλησε την επομένη κιόλας να σημαδευτεί το περιοδικό με το δραματικό χτύπημα στα γραφεία του.

Κατηγορήθηκε για ισλαμοφοβία, όσο και για ηθελημένα ή όχι υποστηρικτής των εθνικιστών. Ακόμη για άθεος. Κατά τον ίδιο, το βιβλίο του περιγράφει την κατάρρευση της φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου και την αναπόφευκτη στροφή του ανθρώπου στη θρησκεία. Παραμένοντας ο ίδιος αγνωστικιστής. Το γιατί η προσοχή του στράφηκε στη μουσουλμανική θρησκεία αιτιολογείται από την πεποίθησή του για τη αδυναμία του καθολικισμού να απαντήσει στα υπαρξιακά ερωτήματα.

Ο αρχικός τίτλος του βιβλίου ήταν «Προσηλυτισμός», κάτι που στην πορεία του φάνηκε ότι δεν ταίριαζε, και προτίμησε τον τίτλο «Υποταγή», που άλλωστε παραπέμπει στη λέξη Ισλάμ (υποταγή του πιστού στον Θεό).

«Η ανατρεπτική και απλή ιδέα, που ως τότε δεν είχε ποτέ εκφραστεί με τόση δύναμη, ότι το απόγειο της ανθρώπινης ευτυχίας έγκειται στην απόλυτη υποταγή.»

Πρόκειται εν τέλει για ένα μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας, που οπωσδήποτε πυροδοτεί ανησυχία με τον ρεαλισμό του; Μήπως είναι περισσότερο ένα φιλοσοφικό δοκίμιο με μανδύα λογοτεχνικής μυθοπλασίας, που ερευνά τα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου δίπλα σε μια θρησκεία ή μακριά από αυτήν; Ένα βιβλίο που προσφέρεται για προβληματισμό όσο και για αναγνωστική απόλαυση.

Μου έφερε στον νου το «1984» του Όργουελ ως προς το θέμα της μεταστροφής του ήρωα. Με την απαραίτητη διευκρίνιση. Εκεί έχουμε έναν ήρωα που αντιδρά, συνειδητοποιημένο ως προς την αντίθεσή του με το καθεστώς, που αποδεικνύεται όμως ασθενέστερος των μηχανισμών πλύσης εγκεφάλου και έτσι φτάνει στο τέλος να «αγαπά» τον «Μεγάλο αδελφό». Εδώ, όμως, έχουμε τον αδιαμόρφωτο πολιτικά άνθρωπο που  βήμα βήμα προσεγγίζει τη νέα θρησκεία και το νέο καθεστώς με μη πολιτικά κριτήρια, και καταλήγει στην ίδια πεποίθηση. Είναι ικανοποιημένος.

«…θα ήταν η ευκαιρία για μια δεύτερη ζωή, χωρίς μεγάλη σχέση με την προηγούμενη.

Δεν θα μετάνιωνα για τίποτα.»

 Μήπως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το βιβλίο του Μισέλ Ουελμπέκ καταλήγει να είναι τρομακτικό; Δεν είναι οι μηχανισμοί προσηλυτισμού παντοδύναμοι. Είναι το κενό του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου που ίσως τον οδηγεί με τη θέλησή του σε σκοτεινές ατραπούς; Νομίζω πως με την «Υποταγή» ο Ουελμπέκ έθεσε τον λόγο του σε μια υπόθεση πολύ επίκαιρη αλλά και πολύ ανοιχτή σε συζήτηση. Χωρίς να μπορεί εύκολα κανείς να δει  τι επιφυλάσσει το μέλλον. Προφήτης ο συγγραφέας; Ή απλώς προκλητικός; Ο ίδιος θα πει σε συνέντευξή του: «Όχι δεν είναι προκλητικό το βιβλίο μου. Απλώς επιταχύνω την ιστορία».

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr