Μια κριτική προσέγγιση στο μυθιστόρημα «Το δέντρο του Λαέρτη» του Χρυσόστομου Ν. Καλαντζή από τις εκδόσεις Λιβάνη

2016-06-23 12:51

Πόσο μακριά μπορεί να μας πάει ο μύθος; Ο μύθος, το ψεύδος και η αποδοχή του στη συλλογική συνείδηση ενός λαού, έχει τη δύναμη να μεταλλαχθεί σε ιστορία; Τα μυθικά ίχνη έχουν την υλική υπόσταση αρχαιολογικών ευρημάτων;

Αυτά τα ερωτήματα αυτονόητα προκύπτουν στη σκέψη του αναγνώστη, καθώς στο μυθιστόρημα του Χρυσόστομου Καλαντζή «Το δέντρο του Λαέρτη» βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο να αποκαθηλώσει το πανάρχαιο παραμύθι του Οδυσσέα από το μυθικό του ύψος και να το δει να συμπλέει με την αληθινή ζωή. Ο μύθος καταργείται και η αλήθεια του διαμορφώνει μια νέα εικόνα. Αποδεκτό; Στη λογοτεχνία, για την οποία μιλάμε, κάτι τέτοιο ίσως να είναι και θεμιτό αλλά και πρωτίστως δυνατό.

Δεν θα φανταζόμαστε ιδανικότερο σκηνικό για μια τέτοια ιστορία από την Ιθάκη, όχι εκείνη τη μακρινή της ομηρικής παράδοσης αλλά τη σημερινή που μόνο τον απόηχο μέσα στα σχολικά βιβλία κρατά από την Ιθάκη της Οδύσσειας.

Σκέφτομαι ότι θέλει θάρρος να ξεκινήσεις το συγγραφικό εγχείρημα (πολύ περισσότερο αν είναι και το πρώτο σου) να φέρεις το ηρωικό παραμύθι μέσα στις σελίδες ενός μυθιστορήματος. Αλλά θέλει και φαντασία ζωηρή. Διαβάζω στο οπισθόφυλλο:

Μια μοναδική ιστορία με φόντο το όμορφο νησί της Ιθάκης στις δύσκολες ημέρες της κρίσης. Τρεις παράλληλες πορείες, ενός αντιήρωα, ενός δολοφόνου και ενός καταραμένου από τους θεούς, συγκλίνουν με ανορθόδοξα αποτελέσματα. Κοινός παρονομαστής οι Μοίρες, που διαφεντεύουν τις ζωές των ανθρώπων. Ο κεντρικός ήρωας, ένας αρχαιολόγος που έχει εγκαταλείψει το επάγγελμα, κάνει μια αναπάντεχη ανακάλυψη σε ένα πετρόσπαρτο χωράφι που κληρονόμησε από τον πατέρα του, η οποία θα τον οδηγήσει σε μια μεγαλύτερη, στον αρχαίο τάφο ενός προσώπου που θα αλλάξει τη ροή της Ιστορίας. Οι μύθοι παύουν να είναι ηρωικά παραμύθια και θρύλοι και παίρνουν σάρκα και οστά σαν πράξεις αυτοθυσίας και λύτρωσης. Ο μίτος ξετυλίγεται και οι αποκαλύψεις συγκλονίζουν ακόμα και τον πιο άπιστο.

 

Ο Διομήδης Παπατηλέμαχος, ο αρχαιολόγος που όμως είναι ένας απλός υπάλληλος στην υπηρεσία ύδρευσης, ο Μήδης με το κουτσουρεμένο όνομα που του κόλλησαν από το σχολείο, με τη δική του Πηνελόπη, στον πατρογονικό του τόπο, την Ιθάκη. Αυτός, μαζί με τον φίλο του τον Παναγιώτη, αρχαιολόγο στο τοπικό μουσείο, αλλά και με τον φυσικά απρόθυμο συνεργάτη, τον Χέρκουλα (κόκορας αυτός), θα βρεθούν μπροστά σε μια ανακάλυψη μοναδική στα χρονικά των ανασκαφών.  Και από αυτό το σημείο θα ξεκινήσει μια απίστευτη ιστορία που θα ξαφνιάζει τον αναγνώστη σελίδα τη σελίδα, ως το απρόσμενο τέλος. Δίπλα σ’ αυτά τα πρόσωπα ο Παύλος, η άλλη όψη των πραγμάτων, η άλλη εκδοχή της ηθικής, θα προσδώσει στην ιστορία κάτι από αστυνομική πλοκή. Και ο Γιούλι. Ευφυέστατη η επιλογή του ονόματος, όπως θα ανακαλύψει στην πορεία ο αναγνώστης. Αυτός είναι ο πλέον συνδεδεμένος με τη Μοίρα, έτσι με κεφαλαίο, όπως αρμόζει σ’ αυτή την αφέντρα θεών και ανθρώπων. Τα τρία βασικά πρόσωπα της ιστορίας θα πάρουν το μερτικό που τους αναλογεί από τις μοιραίες της αποφάσεις.

 

Το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να είναι μια απρόσμενα καλή πρόταση στον χώρο της μεγάλης αφήγησης. Χειρίζεται με άνεση τον λόγο, έχει τη δόση του χιούμορ που απαιτεί η καταβύθιση σε ανάλογο εγχείρημα (τολμηρό και πρωτότυπο) για να επιβιώσει πατώντας ταυτόχρονα στο ψεύδος του μύθου (με το θεμιτό ψεύδος της λογοτεχνίας) και στη ρεαλιστική εικόνα μιας Ελλάδας σε κρίση. Εδώ, όμως, χωρά μια παρατήρηση, ειπωμένη με την απόλυτη αίσθηση της προσωπικής θέσης. Πιστεύω ότι για να μιλήσεις λογοτεχνικά για τα δεινά της σύγχρονης Ελλάδας, για την κρίση που βιώνουμε όλοι, απαιτείται μια απόσταση από τα γεγονότα, ώστε ο λόγος σου να μην απορροφηθεί από τα πάθη και τις αμφίβολες ακόμη εξελίξεις. Σε περιόδους κρίσης μπορεί πιο εύκολα να μιλήσει η ποίηση ή ακόμη το διήγημα, μια που και τα δύο αυτά είδη αποτυπώνουν περισσότερο στιγμές, όχι όμως η μεγάλη αφήγηση. Το μυθιστόρημα απαιτεί κατασταλαγμένη εικόνα του χώρου που περιβάλλει τους ήρωες, σαφώς προσδιορισμένη γνώση των ορίων, στα οποία θα κινηθούν αυτοί.  Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι δυνατόν να ισχύει σήμερα, που η σαφήνεια της ιδεολογικής ταυτότητας (απαραίτητη συνθήκη για ένα μυθιστόρημα αξιώσεων) είναι δυσεύρετη. Εύκολα λοιπόν μπορεί να παρασυρθεί η γραφή από την έξαψη και το πάθος που γεννούν οι εξελίξεις και να προσδώσει στα σχετικά αποσπάσματα του βιβλίου τη μορφή δημοσιογραφικού σχολίου. Και ως προς αυτό το σημείο το βιβλίο χάνει κάτι από την αξιοπιστία του. Να παρατηρήσω, ωστόσο, εδώ ότι ο συγγραφέας δείχνει με τον τρόπο που χειρίζεται την ευρηματική πλοκή ότι κατά κάποιον τρόπο ήταν αναγκαία η αναφορά σε τέτοιο βαθμό στη σημερινή κρίση. Δεν θα ήταν όμως σωστό να προχωρήσω περισσότερο σ’ αυτό το εύρημα, γιατί θα αποκαλυπτόταν το πιο ευφάνταστο ίσως σημείο του βιβλίου. 

 

Ο μύθος, η εξοικείωση μαζί του, η Μοίρα η παντοδύναμη, η Νέμεσις που έρχεται όταν φθάσει το πλήρωμα του χρόνου, όλα αυτά μετατρέπουν μια λογοτεχνική αφήγηση σε ανάγνωσμα αξιοπρόσεκτο. Είναι τα αναμφισβήτητα θετικά του βιβλίου. Τέλος η σύνδεση με την «Νέκυια», τη ραψωδία λ της Οδύσσειας, αποτελεί από μόνη της μια αναφορά άξια να σταθεί δίπλα στα καλύτερα αποσπάσματα της λογοτεχνίας μας.

 

Περπάτησε πολλές ώρες, κι έκανε μόνο μια στάση σε μια βρύση για να ξεδιψάσει. Το κουπί, αχώριστος σύντροφος στους ώμους. Βγήκε έξω από την πόλη και ακολούθησε τον επαρχιακό χωματόδρομο ανάμεσα στα γεμάτα ξανθά χορτάρια χωράφια. Ιδρωμένος κάθισε σε ένα πέτρινο πεζούλι κάτω από ένα τεράστιο πουρνάρι. Πάντα γοητευόταν από το συγκεκριμένο φυτό. Ήταν άγριο και δυνατό σαν θάμνος, που, αν το αποφάσιζε, αποκτούσε κορμό και γινόταν περήφανο δέντρο. Η σκιά τον δρόσισε για λίγο. Το κοστούμι του πρέπει να είχε γίνει χάλια. «Εεεε, πατριώτη», άκουσε μια φωνή. Ένας γεράκος πλησίασε αργά γελώντας χαρωπά. Κρατούσε μια κατσικούλα από ένα σχοινί και έδειχνε να κατευθύνεται προς το κοντινό χωριό. «Τι κρατάς, βρε κακόμοιρε; Λιχνιστήρι για τη σοδειά είναι;» είπε όλο απορία. Ο Διομήδης χαμογέλασε. Έσκυψε στο έδαφος και άρχισε παράμερα να σκάβει το ξερό χώμα με τα χέρια του. Κάρφωσε το κουπί στο έδαφος και έβαλε από πάνω μερικές πέτρες.

 

Όπως ακριβώς ορμήνεψε εκείνον τον μακρινό του μυθικό πρόγονο ο αρχαίος μάντης, αν ήθελε να βρει τον δρόμο για τον Νόστο να ψάξει κάπου που να μην την ξέρουνε τη θάλασσα. Ο νόστος είναι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση. Όπως κι αν τον εννοεί ο καθένας.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr