Μια κριτική προσέγγιση στο μυθιστόρημα «Τ’ αηδονιού το δάκρυ», Γεώργιος Ελ. Τζιτζικάκης, εκδόσεις Ωκεανίδα

2015-05-12 13:48

«Το μεγάλο σχέδιο της ζωής, της τύχης του καθενός, της μοίρας κάθε πλάσματος, είναι ένα τεράστιο χαρτί με γραμμές, άλλες ίσιες κι άλλες μπερδεμένες. Στα μάτια των ανθρώπων δείχνει μια ακαταλαβίστικη μουντζούρα, στα μάτια του Θεού, όμως είναι ξεκάθαρο το σχέδιο, ευδιάκριτο το καταπού τραβά η κάθε γραμμή».

Αυτό το απόσπασμα του βιβλίου θα μπορούσε να αποτελέσει για τον αναγνώστη μια απαραίτητη, προκαταβολική αποδοχή, προκειμένου να μην καταδυθεί ανυποψίαστος στην ιστορία του. Σαν να λέμε, εδώ υπάρχει ένα σχέδιο, πάνω στα αδιόρατα ίχνη του οποίου θα πατήσουν  οι ήρωες, με μόνο αμυδρή γνώση από σημάδια δυσερμήνευτα, νομίζοντας πως μόνοι τους επιλέγουν, έχοντας όμως τις περισσότερες φορές άγνοια των επόμενων βημάτων τους. Ο αναγνώστης, ακολουθώντας την ευφυή γραφίδα του συγγραφέα, θα αντιληφθεί, έτσι, πως κάποιος άλλος κινεί τα νήματα και οδηγεί εκεί που αυτός θέλει, και μόνον όταν κρίνει πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου.

Το ξετύλιγμα της ιστορίας γίνεται σε δύο επίπεδα, που απέχουν χρονικά μεταξύ τους κάποιες δεκαετίες. Κεφάλαιο παρά κεφάλαιο, ακούμε αλλά και ζούμε (γιατί η τέχνη του συγγραφέα είναι από τις πιο γλαφυρές, με σύμμαχο σ’ αυτό τη χρήση της τοπικής διαλέκτου) την ιστορία των ηρώων σήμερα αλλά και παρακολουθούμε τα ίχνη τους στο παρελθόν, σημαδιακά των κατοπινών εξελίξεων. Σ’ αυτό το παρελθόν ανακαλύπτουμε το ‘δέσιμο’ του μύθου, για να χρησιμοποιήσω (όχι τυχαία νομίζω) ορολογία του αρχαίου δράματος, καθόσον η ιστορία φέρει εμφανή τα σημάδια των αρχαίων τρόπων, με τους οποίους ‘δενόταν’ η πλοκή από την αρχική ‘ύβρη’ μέχρι τη ‘λύση’ και την ‘κάθαρση’. Υφάνθηκε, έτσι,  πόντο πόντο το πλέγμα που φυλάκισε τη ζωή τους με ισχυρή υποστήριξη παλιάς κατάρας.

Το σημερινό σκηνικό μάς οδηγεί στη σύγχρονη μικροαστική Αθήνα, για να συναντήσουμε την Κλειώ και τον Αντώνη. Τόσο κοινή η τυπολογία στην αρχή, πόσο θα μας ξαφνιάσουν και οι δύο στην πορεία. Σε δεύτερο πλάνο, πιο μακρινό, μεταφερόμαστε στα Χανιά, σε μια Κρήτη παλλόμενη από ορμές, γεύσεις και ηδονές, όπου συναντάμε τους Αηδονάκηδες, ξεχωριστή φαμίλια, με τη σφραγίδα της κατάρας να βαραίνει το ριζικό της. Αυτή η κατάρα θα πρέπει να λυθεί τρεις φορές, για να ακολουθηθεί το αρχέγονο μοτίβο του ‘νόμου των τριών’, που συναντάμε σε θρύλους, τραγούδια και παραδόσεις, στέρεο υπόστρωμα και του συγκεκριμένου μυθιστορήματος.

Προχωρώντας στην πλοκή παρακολουθούμε τους ήρωες, άβουλα στην ουσία πιόνια -την ίδια ώρα που νομίζουν πως επαναστατούν και αλλάζουν τη ζωή τους- να πατούν ακριβώς πάνω στην πορεία που σχεδιάστηκε γι’ αυτούς, ερήμην τους. Αναπόφευκτα υλοποιούν όσα πρέπει προκειμένου να φθάσουν ως το τέλος. Η τραγική φιγούρα του Γιώργη Αηδονάκη, της γυναίκας του Κωστούλας, θεωρώ πως είναι από τις καλύτερα αφηγημένες στη σύγχρονη λογοτεχνία. Θα πασχίσουν να ζήσουν τη ζωή τους, την ίδια στιγμή που ξέρουν κι οι δυο πως κατεβαίνουν ένα προς ένα τα σκαλοπάτια που τους οδηγούν στον ιδιόμορφο άδη τους.

Από κάποιο σημείο και μετά οι δύο διαφορετικές χρονικές αφηγήσεις ενώνονται σε μία, καθώς η βασική ηρωίδα, η Κλειώ Αηδονάκη, που πάνω της χτίστηκε όλο αυτό το άφευκτο οδυνηρό πλέγμα, οδηγείται βήμα βήμα στη ‘λύση’ του δράματος αλλά και στη δική μας ‘κάθαρση’, γιατί έχει συντελεστεί πια η μετάλλαξή μας από αναγνώστες ενός βιβλίου σε θεατές τραγωδίας. Και αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η ιδιαίτερη αξία αυτού του μυθιστορήματος. Καταφέρνει με μοναδικό τρόπο να  φέρει μπροστά στα μάτια μας, εν είδει θεατρικού δρώμενου, ολοζώντανη την ιστορία της οικογένειας Αηδονάκη, που αποτελεί, όπως μας πληροφορεί το σημείωμα στο οπισθόφυλλο, έναν ζωντανό θρύλο στα Χανιά. Με χαρακτήρες γνήσιους, χωρίς φτιασίδια και ψέματα.

Πλάι στους βασικούς ήρωες της ιστορίας θα συναντήσουμε τους ξεκάθαρα διαγραφόμενους χαρακτήρες της σημαδιακής και απόκοσμης Σταυροκατίνας, η οποία σαν μια σύγχρονη μάντισσα θα μεταφέρει τον χρησμό, δηλαδή την κατάρα στον σαστισμένο μπροστά στα θαύματα Γιώργη Αηδονάκη, αλλά και του παράξενου και αποσυνάγωγου Τυροθόδωρα, που κατανοεί και ερμηνεύει τις εξωανθρώπινες βουλές, συνάμα, όμως, και πιο γήινους ήρωες, οι οποίοι σαν σε ρόλο χορού σε τραγωδία, θα πλαισιώσουν το δράμα σχολιάζοντας και παρεμβαίνοντας, όποτε κρίνουν σωστό.

Ανατρεπτικό στην πλοκή του, με αμείωτο ενδιαφέρον ως την τελευταία αράδα του, ένα μυθιστόρημα που μας θυμίζει τους παλαιούς παραμυθάδες, τον τρόπο που έπλεκαν τα νήματα των ιστοριών τους για να μας θαμπώσουν και να βυθιστούμε στην ‘αλήθεια’ τους. Θαρρώ πως σπανίζουν πια τέτοιες πένες.

Τελειώνοντας θέλω να σταθώ στο εξώφυλλο του βιβλίου, το κατακόκκινο, που με ξάφνιασε αρχικά. Διαβάζοντας το βιβλίο, νομίζω πως δεν θα έβρισκα και εγώ καταλληλότερο. Η κοκκινοβαμμένη πόρτα με το μπρούτζινο χέρι. Αυτό το ψυχρό χέρι που θυμίζει κάποια στιγμή στην Κλειώ το αληθινό χέρι της μάνας της, που δεν υπάρχει πια να την υποδεχθεί. Ηχεί ταιριαστά ανάμεσα στο ανελέητο χτύπημα της μοίρας αλλά και στο παραδοσιακό καλωσόρισμα της οικογένειας Αηδονάκη, με την ανοιχτή πόρτα γι’ αυτόν που έφτασε μέχρι το κατώφλι.

«Τ’ αηδονιού το δάκρυ». Ένα μυθιστόρημα για τη μοίρα των ανθρώπων, που θα αγωνιστούν ωστόσο να την υπερβούν. Ακόμη κι αν πρέπει γι’ αυτό να πατήσουν πάνω σε όλα ανεξαιρέτως τα χνάρια της.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.