Μια κριτική προσέγγιση στο μυθιστόρημα Offshore του Πέτρου Μάρκαρη από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη

2016-09-11 16:21

[…] Πουλάνε τα ασημικά της χώρας! Ξεπουλάνε την εθνική περιουσία!”. Η απάντηση του ΚΕΑΝ ήταν η φωνή της ψυχρής λογικής: “Όταν χρωστάς και δεν έχεις λεφτά, πουλάς το σπίτι σου για να ξεχρεώσεις. Αυτό κάνουν όλοι οι νοικοκυραίοι, όσο οδυνηρό και αν είναι”. Δεν έκαναν ωστόσο μόνο αυτό. Ίδρυσαν ένα ταμείο για να πριμοδοτούν τις επιχειρήσεις, που πρόσφεραν εργασία σε νέους. Ταυτόχρονα ξεκίνησαν αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος σε συνεργασία με τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Έγινε ακριβώς αυτό που κανείς δεν περίμενε. Άρχισε να πέφτει χρήμα στην αγορά, η ανεργία μειωνόταν, έστω βήμα βήμα, και ο κόσμος ήταν ευχαριστημένος, όχι επειδή έπαιρνε περισσότερα αλλά επειδή δεν έχανε και τα λίγα. Οι Έλληνες ξεψάρωσαν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Τα μποτιλιαρίσματα εμφανίστηκαν πάλι στους δρόμους, με συνοδευτικά τα κορναρίσματα και τις μούτζες, ενώ οι έμποροι αυτοκινήτων άρχισαν να διαφημίζουν τα καινούργια μοντέλα τους.

Πώς σας φαίνεται η παραπάνω εικόνα ανάκαμψης της χώρας από την οικονομική κρίση; Για πολλούς ίσως αυτή θα ήταν η ιδανική έξοδος από τη χοάνη που έχουμε πέσει τα τελευταία χρόνια. Με κάποιο κόμμα από μηχανής θεό που θα υλοποιούσε το αυτονόητο. Κι ας φώναζαν τα υπόλοιπα κόμματα. Μετά από τόσες στερήσεις το χρήμα θα έρρεε πάλι άφθονο, οι μισθοί θα φούσκωναν, τα νοικοκυριά θα γέμιζαν από αγαθά, οι ανακάμψαντες νεόπλουτοι θα θυμόντουσαν το αγαπημένο τους σπορ, την επίδειξη.

Σε ένα τέτοιο κοντινό μέλλον μας μεταφέρει ο Πέτρος Μάρκαρης, μετά από την τριλογία της κρίσης και τον επίλογό της. Με ένα νέο κόμμα το ΚΕΑΝ (Κόμμα Εθνικής Ανατροπής – ανορθόγραφο υποκρύπτεται το ερώτημα: και αν;) που απαρτίζουν μεσαία στελέχη όλων των άλλων κομμάτων, όλοι της γενιάς των σαραντάρηδων, επίδοξων σωτήρων της χώρας. Ως προς τη λύση που επινοεί ο συγγραφέας (και που ίσως κάποιοι έχουν ήδη ρίξει στο τραπέζι των συζητήσεων στην αληθινή ζωή) θα λέγαν πολλοί: όλα καλά, λοιπόν. Επειδή, όμως, ο Μάρκαρης έχει το δικό του παρελθόν στην ιστορία αυτής της χώρας, επειδή μας έχει συνηθίσει από τα παλαιότερα γραπτά του να ερευνά περισσότερο τέτοιες ιδεολογικές φούσκες, ξεκινώντας το διάβασμα του βιβλίου του και αφού ξεπεράσουμε το αρχικό ξάφνιασμα με τη μελλοντολογία του, περιμένουμε την τοποθέτησή του. Φυσικά μέσα από την εξέλιξη της αστυνομικής του ιστορίας και την εξιχνίαση των τριών δολοφονιών που θα αντιμετωπίσει ο -οικείος πια- αστυνόμος Χαρίτος.

Τώρα, η λέξη εξιχνίαση ίσως είναι υπερβολική για τη συγκεκριμένη πλοκή, γιατί από πολύ νωρίς και η αστυνομία και εμείς γνωρίζουμε τους ενόχους. Παράδοξο αυτό για ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, παραπέμπει περισσότερο σε μια εκδοχή του polar, όπου η ταυτότητα του δολοφόνου περνά σε δεύτερη μοίρα, και ο φακός του σκηνοθέτη-συγγραφέα εστιάζει στον γύρω χώρο (κοινωνικό, πολιτικό) που γεννά το έγκλημα. Εδώ ο συγγραφέας  θα μας προβληματίσει με το αυτονόητο ερώτημα «πού βρέθηκε τόσο χρήμα;» και γύρω από αυτό το θέμα θα κινηθεί η σκέψη του ευφυούς αστυνόμου Χαρίτου και των συνεργατών του. Τι κοινό μπορεί να κρύβεται ως κίνητρο πίσω από τη δολοφονία ενός στελέχους του Ε.Ο.Τ., ενός εφοπλιστή και ενός δημοσιογράφου; Πόση δύναμη μπορεί να έχει το μαύρο χρήμα; Ως πού απλώνουν τα πλοκάμια τους οι υπεράκτιες (offshore) εταιρίες;

Ακούτε παντού να μιλάνε για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Κανείς όμως δεν λέει ότι το ξέπλυμα είναι ταυτόχρονα και επένδυση. Ο πιο σίγουρος τρόπος να μετατρέψεις αυτό που ονομάζουμε παράνομο χρήμα σε νόμιμο είναι να το επενδύσεις. Τότε όλοι θα σταματήσουν να μιλάνε για ξέπλυμα, θα μιλάνε για επένδυση. Αυτή είναι η ουσία του πειράματος στην Ελλάδα. Να νομιμοποιήσουμε το μαύρο χρήμα μέσα από επενδύσεις. Να το εξηγήσω με μια ελληνική παροιμία: “Στον αγώνα ενωμένοι και στη μάσα χωριστά”. Για μας ισχύει το: “Στην αδιαφάνεια ενωμένοι και στο νόμο χωριστά”. Το ξέπλυμα μέσω επενδύσεων μας ενώνει και στο νόμο.

Πόσο οδυνηρή, όμως, θα είναι για τον αστυνόμο η αποκάλυψη της αλήθειας; Ναι, ό,τι είναι νόμιμο μπορεί ταυτόχρονα να είναι και σκοτεινό. Και αυτό το σκοτεινό μπορεί να τον αφορά με τον πλέον άμεσο τρόπο. Ο συγγραφέας εδώ θα πρωτοτυπήσει όσο ποτέ. Τελειώνοντας την ανάγνωση νιώθεις έναν κόμπο στον λαιμό.

Έχω τη γνώμη πως εν μέσω κρίσης στην κοινωνία μάλλον δεν είναι και η καλύτερη επιλογή να γράψεις γι’ αυτήν ακριβώς την κρίση. Ιδίως αν αυτό που γράφεις είναι μυθιστόρημα. Φιλοδοξεί, δηλαδή, να περικλείσει στις σελίδες του μια εικόνα αυτής της πάσχουσας κοινωνίας με όσο δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα. Πώς ωστόσο αυτό κατορθώνεται, μια που και ο συγγραφέας και η γραφή του αναπόφευκτα αποτελούν κομμάτι αυτής της εικόνας; Βέβαια, ο Μάρκαρης έχει εδώ το άλλοθι ότι μεταφέρει την ιστορία του στο μέλλον. Η πλοκή όμως βασίζεται στο σημερινό αδιέξοδο και ο συγγραφέας πιθανολογεί με αφετηρία υπαρκτά στοιχεία, βασιζόμενος σε σκέψεις που έχουν ακουστεί από κάποιες πλευρές. Πώς αποφεύγεται έτσι μια οπτική στο θέμα φορτισμένη από αυτήν ακριβώς την πολιτική πραγματικότητα; Και πόσο καθαρή μπορεί να είναι αυτή η σκέψη; Και, σε τελευταία ανάλυση, πόσο κινείται στα πλαίσια της λογοτεχνίας ένα τέτοιο εγχείρημα, που γειτνιάζει περισσότερο με απόψεις που θα ακούγονταν χρήσιμες σε ένα forum με θέμα: σκέψεις για έξοδο από την κρίση, προτάσεις και συνεπαγόμενοι κίνδυνοι; Γράφοντας το Offshore έφερε τον αναγνώστη του για πρώτη φορά στην ανάγκη να εξετάζει από πολιτική σκοπιά το σχέδιο που έπλασε η φαντασία του, αφήνοντας στην άκρη τα θετικά της γραφής του, δοκιμασμένα σε τόσες προηγούμενες προτάσεις του λογοτεχνικές. Γλαφυρότητα, σασπένς, διακριτές φυσιογνωμίες, εμβάθυνση στους χαρακτήρες (και στους δευτερεύοντες) άρνηση των ευκολιών που διακρίνουν άλλους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Μάρκαρης για άλλη μια φορά είναι υπέροχος στη γραφή του. Όμως επικεντρώνεσαι στο θέμα του, ίσως γιατί αυτή ήταν και η πρόθεσή του. Να φτιάξει ένα πολιτικό δοκίμιο με την αμφίεση του μυθιστορήματος.

Πιστεύω, κάτω από αυτή την οπτική, ότι ο Πέτρος Μάρκαρης κατέθεσε το πιο πολιτικό από όλα τα βιβλία του, απότοκο του προβληματισμού που γεννά η πολύχρονη κρίση. Σε πολλά σημεία της ιστορίας του βρίσκεσαι να συμφωνείς με τις παρατηρήσεις του, με τη δυσθυμία του για μας τους Έλληνες που πάντα στα ίδια λάθη πατάμε (η σοφία του απλού ανθρώπου, έτσι όπως παρουσιάζεται στα λόγια της νοικοκυράς Αδριανής είναι αποκαλυπτική), με τη βίωση της αντίφασης άλλα να πιστεύεις και άλλα να αναγκάζεσαι να πράξεις. Και τελικά βάζεις τη θέση σου (εσύ τι θα έκανες, λοιπόν;) στη δύσκολη θέση του Χαρίτου. Δύσκολη όχι γιατί αδυνατεί να εξιχνιάσει τα εγκλήματα αλλά γιατί αναρωτιέται τι κέρδισε από την αποκάλυψη της αλήθειας. Και σκέφτομαι πόσο ωριμότερη θα ήταν αυτή η κατάθεση αν ερχόταν λίγα χρόνια μετά, με την καταστάλαξη της εικόνας στα αληθινά της μέτρα και μεγέθη. 

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr

α το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr