Μια κριτική προσέγγιση στο «Block 25», τη μαρτυρία ομηρίας της Καρολίνας Ναχμούλη – Γαβριηλίδου, σε έρευνα, επιμέλεια, επίμετρο και σχόλια του Λευτέρη Ξανθόπουλου από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη

2016-04-15 09:15

«Σ’ αυτή την αίθουσα μας πήγανε για να γράψουνε τα στοιχεία μας σε ένα κατάστιχο και να μας βάλουνε νούμερο, ορίστε εδώ το έχω στο μπράτσο μου, το σαράντα τρακόσια ογδόντα δύο (40382)»

Απλός ο τρόπος έκφρασης, λιτές κουβέντες για να αφηγηθείς μία από τις περισσότερο οδυνηρές ιστορίες. Εδώ δεν έχει κάνει την παρέμβασή της η πένα κάποιου λογοτέχνη, που θα πρόσθετε περιττό συναισθηματικό βάρος. Ήταν αρκετή η βίωση της τραγικότητας και η συνειδητή συμπόρευση με το μαρκάρισμα του αποδιοπομπαίου στο χέρι. Με τον πιο απέριττο τρόπο που μόνο η προφορική μαρτυρία καταφέρνει να διασώσει αλήθειες σε πείσμα του περισπούδαστου λογοτεχνικού καλλωπισμού.

Μιλά και αφηγείται η Καρολίνα Ναχμούλη – Γαβριηλίδου, μία από τις ελάχιστες γυναίκες που κατόρθωσαν να  βγουν ζωντανές από τα ναζιστικά στρατόπεδα. Και η τρίωρη αφήγησή της (μαζί με τη συντομότερη του συζύγου της Μπίλλη Γαβριηλίδη, που διατέλεσε αιχμάλωτος των Άγγλων στη Μέση Ανατολή) καταγράφεται σε βιντεοκάμερα το 1998 με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ολοκαυτώματος. Χρόνια μετά θα απομαγνητοφωνηθεί και πρόσφατα θα δει το φως της δημοσιότητας μέσα από την έκδοση αυτή.

Η αφήγηση ξεκινάει από τα χρόνια τα παιδικά με τις πρώτες μνήμες, καθώς η αφηγήτρια τοποθετεί τον εαυτό της μέσα στην πολυμελή οικογένειά της, στη Λάρισα πρώτα, μετά στην Καβάλα, και μετά στη Θεσσαλονίκη. Τότε που ακόμη κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τις δραματικές εξελίξεις.

«Να σας πω για τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ένας λεβέντης, ψηλός, τον έχω και στη φωτογραφία εκεί στον τοίχο παρ’ όλο που είναι άρρωστος, ένας ψηλός άντρας με μουστάκια μεγάλα, ροδοκόκκινος, ήταν ένας ωραίος άντρας με πολύ χιούμορ. Τον βλέπω, δεν ξέρω, τον βλέπω τον πατέρα μου, τον έχω στα μάτια μου πάντα. Ήταν ένας τύπος που όλοι του είχαμε σεβασμό, γιατί έτσι μας μάθανε οι γονείς μας, να τους μιλάμε στον πληθυντικό, πράγμα που το βρίσκω πολύ άσχημο, ειδικά μετά απ’ αυτό, αλλά τους μιλούσαμε βεβαίως στον πληθυντικό, στον πατέρα μόνο, στη μάνα μας όχι.

Θυμάμαι όταν ερχόταν το βράδυ στο σπίτι, έπινε λίγο ούζο και είχαμε όχι καναπέδες αλλά αυτά με τα σανίδια και από πάνω το στρωματάκι με τη τζίβα, το μαντέρι που λέγαμε στην Καβάλα, και καθόταν στη γωνία σταυροπόδι, έτσι αλά τούρκα, και έπινε το ουζάκι του. Είχε ένα καραφάκι, πενήντα δράμια ήταν τότε, μας έβαζε κι εμάς στις πιτσιρίκες όλες από λίγο ούζο και γεμάτο νερό το ποτήρι και μας έλεγε παραμύθια, μας έλεγε για τη ζωή του τι έκανε και πώς ήταν, μας έλεγε διάφορα ωραία πράγματα».

 

Όταν στην αφήγησή της η Καρολίνα λέει τη φράση «ειδικά μετά απ’ αυτό», νιώθεις τη δυσκολία να προφέρει με το όνομά της τη συμφορά. Ακόμη και τόσα χρόνια μετά – μια ολόκληρη ζωή – η λέξη ολοκαύτωμα δεν βγαίνει εύκολα. Σαν να μην είναι αληθινή.

«Τα πράγματα δεν τα αισθανόμουνα τότε δύσκολα, δεν φοβόμουνα γιατί μέχρι τελευταία στιγμή ήμουν πολύ αισιόδοξη, αλλά γελάστηκα, τι να κάνω, αυτή είναι η φύση μου, όλοι γελαστήκαμε μέχρι που μας πιάσανε τον Απρίλιο του ’43, δύο Απριλίου ακριβώς… »

Σκέφτεσαι εδώ πως αν η αισιοδοξία σώζει, τότε αυτή ίσως ήταν μία παράμετρος της σωτηρίας της. Έβλεπε, όπως λέει, πάντα την προοπτική ενός τέλους της φρίκης που ζούσε, από εκείνο τον Απρίλη του ’43 μέχρι τον Απρίλιο του ’45, στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, Άουσβιτς, Μπιρκενάου, Μπέργκεν-Μπέλζεν. Η αισιόδοξη στάση απέναντι στη ζωή αλλά και μια δύναμη που γεννά καμιά φορά η απόγνωση των γύρω, σαν νιώθεις πως εσύ θα πρέπει να στηρίξεις τους άλλους. Πόση δύναμη, όμως, και πόση αισιοδοξία μπορεί να έχει κάποιος που ζει κάθε μέρα με την εφιαλτική γειτνίαση του «Block 25»;

«Μόλις μας πιάσουν να παρανομούμε έτσι στο ελάχιστο ήμασταν για το Μπλοκ 25, δηλαδή το προκαταρκτικό του κρεματορίου. Σε κλείνανε τρεις μέρες μέσα, σου δίνανε φαΐ χωρίς κουτάλια χωρίς τίποτα, να βουτήξεις μέσα για να φας, σε τυραννούσαν εν ολίγοις, σε φορτώνανε μετά στο καμιόνι και σε πηγαίνανε στο κρεματόριο (04). Ο μεγάλος φόβος μας ήταν αυτός, να μην πάμε στο Μπλοκ 25».

Όσο ανέλπιστη κι αν ήταν για τους περισσότερους η απελευθέρωση από τα στρατόπεδα του θανάτου, αυτή ήρθε κάποτε. Άλλα βάσανα όμως τους περίμεναν.

«Στην Αθήνα όταν ήρθαμε, από τόσο τον ενθουσιασμό που είχαμε στο Βέλγιο λέω, “Για σκέψου να πάμε και στον τόπο μας, πόσο θα μας περιποιηθούνε”. Όταν όμως ήρθαμε εδώ και κατεβήκαμε εδώ στο Χασάνι, εκεί που ήταν οι Αμερικανοί, η βάση, έτσι λεγόταν τότε το Ελληνικό, Χασάνι, εδώ η Βουλιαγμένης ήταν όλο χωράφια, όταν ήρθαμε και είδαμε ότι μας έβαλαν στη σειρά και μας δώσανε μια ελιά και μας παίρνανε και αποτυπώματα, τρελαθήκαμε. “Εκεί” λέμε, “που δεν ήτανε δικοί μας, που ήμασταν στην ξένη χώρα δεν ξέρανε οι άνθρωποι τι να μας δώσουνε, τι να μας προσφέρουνε κι εδώ οι δικοί μας άνθρωποι μας φέρονται έτσι;” Αυτή είναι η Ελλάδα».

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η μαρτυρία του Γαβριήλ (Μπίλλη) Γαβριηλίδη συμπληρώνει την εικόνα με τα στρατόπεδα για τους Έλληνες αριστερούς στη Μέση

 Ανατολή. Στο σύνολό του το βιβλίο αποτελεί ένα ακόμη ντοκουμέντο για την εποχή εκείνη, έτσι όπως ως συμπλήρωμα στις δύο αφηγήσεις-μαρτυρίες παρατίθεται από τον Λευτέρη Ξανθόπουλο, συγγραφέα και σκηνοθέτη, φωτογραφικό υλικό με σχολιασμό, που αποκωδικοποιεί και εξηγεί ονόματα και όρους, συσχετίζει γεγονότα και συντελεί αποτελεσματικά στην πλήρη κατανόηση του αφηγηματικού υλικού.

 

«Η ιστορία μου είναι πολύ μεγάλη, πάρα πολύ μεγάλη, δεν μπορείς να την πεις με λόγια»

Η Καρολίνα Ναχμούλη – Γαβριηλίδου αυτή τη μεγάλη και δύσκολη ιστορία την αφηγήθηκε και με λόγια αλλά και με εικόνες που βγήκαν από τις λέξεις της. Είναι η μαρτυρία για τα συγκλονιστικά γεγονότα που καθηλώνει τον αναγνώστη. Είναι η προφορικότητα του λόγου που κάνει αυτή τη μαρτυρία μοναδική σε αξία.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στο εξώφυλλο του βιβλίου που συνδυάζει την εμβληματική εικόνα της ναζιστικής δύναμης με αυτήν του χαμογελαστού προσώπου της Καρολίνας, «…να έχει ο κόσμος υπομονή, να έχει αισιοδοξία…»

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr