Μια κριτική προσέγγιση στη συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν» του Βασίλη Χουλιαρά από τις εκδόσεις Μελάνι

2016-03-03 10:33

«Κάτι μοιάζει να υπάρχει εκεί έξω το οποίο θέλει να ειπωθεί, μα όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να βρω τα λόγια, ίσως γιατί δεν είναι τα λόγια ο τρόπος του»

θα διαπιστώσει ένας από τους ήρωες του Βασίλη Χουλιαρά δίνοντας έτσι τον απαραίτητο ιστό για να συνδεθούν τα δεκαεπτά διηγήματα, που με πρώτη ματιά φαίνονται ετερόκλητα.

Αυτό που «υπάρχει εκεί έξω» αναλαμβάνει η λογοτεχνία να το βάλει σε λέξεις, κι ας το ξέρει πως «δεν είναι τα λόγια ο τρόπος του». Η λογοτεχνία όμως, όπως άλλωστε και κάθε άλλη μορφή τέχνης, παίρνει αφορμή από αυτό το ανείπωτο και δίνοντάς του τη μορφή που επινοεί το προτείνει σε μας, όχι ως δεδομένο στην ερμηνεία του αλλά ανοιχτό στις προσλαμβάνουσες που θα δημιουργήσει. Από κει και πέρα λογίζεται και η προσφορά της, δηλαδή να κατορθώνει να θέτει ερωτήματα, που όσο πιο πλατιά μπορούν να απαντηθούν τόσο και μεγαλώνει η αξία της.

Οι ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν αυτό φιλοδοξούν να πετύχουν, να ανοίξουν τον διάλογο με τον αναγνώστη, να συνομιλήσουν με το παράξενο της ζωής περιγράφοντας κάποιες από τις εικόνες του. Ωστόσο δεν πρόκειται για ιστορίες με έκδηλο το παράδοξο στοιχείο. Όχι. Ξεκινούν όλες με τόσο γήινα υλικά, σαν αυτά που εύκολα σε παρασέρνουν να πεις πως ο τίτλος της συλλογής δεν ταιριάζει με το περιεχόμενο. Κι όμως προχωρώντας στην ανάγνωση ανακαλύπτεις πως αυτές οι μικρές ιστορίες ακροβατώντας ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό (σε κάποιες δύσκολα ξεχωρίζεις την αλήθεια από το ψέμα της λογοτεχνίας) αναδεικνύουν ήρωες που και με ένα μόνο ανεπαίσθητο βήμα τους κινδυνεύουν να βρεθούν «έξω του κόσμου τούτου», όχι όμως σαν κάτι το εξωγήινο ή το εξωανθρώπινο. Μάλλον -ξαφνιασμένοι κι αυτοί- τολμούν να κάνουν κάτι που κάποιοι μόνο ονειρεύονται ή παθαίνουν κάτι που άλλοι σκιάζονται ακόμη και να το σκεφτούν.

Οι ήρωες του Χουλιαρά, μοναχικοί ταξιδιώτες της ζωής, αναζητούν μια απάντηση. Άλλοτε ψάχνουν το νόημα μιας σχέσης σε ονειρικό ή πιο ρεαλιστικό τοπίο, άλλοτε αποπειρώνται να καταργήσουν τους φυσικούς νόμους (γιατί αλήθεια ο άνθρωπος να μην πετάει όπως τα πουλιά;) ή πάλι βρίσκονται αντιμέτωποι με τα όρια αντοχής του εαυτού τους αφημένοι στο απειλητικό περιβάλλον του άγνωστου νησιού του αρχιπελάγους Φουάν. Στις πιο απαιτητικές ιστορίες  βυθίζονται βαθύτερα στον κόσμο των ερωτήσεων αναζητώντας νόημα ζωής, σχολιάζοντας το μέγεθος της ελευθερίας του μυθικού Σίσυφου ή, πιο τραγικά, βρισκόμενοι αντιμέτωποι με θεμελιακά φιλοσοφικά ερωτήματα θεολογικού περιεχομένου. Στο συγκλονιστικό διήγημα «Συγχώρεση» ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον Θεό θα φτάσει να δώσει αυτός συγχώρεση στο ανίσχυρο πια και άναυδο ανώτερο ον, αφήνοντας στην άκρη όλες τις απόπειρες της λογοτεχνίας να θέσει θεολογικά ζητήματα περί ύπαρξης ή όχι μιας ανώτερης οντότητας, περί ορθότητας ή μη των δογμάτων. Όλα αυτά τόσο ανούσια και άνευρα μπροστά στον άνθρωπο που θα πει:

«στο τέλος ό, τι απομένει είναι μία και μόνο μαύρη αλήθεια: ο κόσμος που εκείνος επεφύλαξε σε εμένα δεν ήταν παρά ένας κόσμος βίας, αδικίας και κακίας…πάτερ, από τα βάθη της ψυχής μου το λέω, σίγουρα Τον συγχωρώ».

Σε έναν κόσμο, όμως, που όλα τίθενται εν αμφιβόλω, που κάθε βεβαιότητα μοιάζει να περιγελά την ύπαρξή της, ποιος είναι άραγε ο χώρος για να σταθούν αυτοί οι ήρωες; Έτσι, τους βλέπουμε να διασχίζουν τη ζωή τους σαν μοναχικοί περιπατητές σε δρόμους ψυχής. Γιατί το νιώθει ο αναγνώστης πως οι ήρωες αυτοί μοιάζουν περισσότερο με τους ηθοποιούς που υποδύονται τον χαρακτήρα ενός έργου για ένα πρόσωπο. Μόνοι απέναντι στον ρόλο που κλήθηκαν να παίξουν, με όλα τα ερωτήματα μπροστά τους να ζητούν το ελάχιστο: μια απάντηση. Όπως ο Σίσυφος στην ιστορία «Ο βράχος και το βουνό», που όλα μέσα του ξεκαθαρίζουν

«καθώς αντιλαμβανόταν πλήρως το μάταιο της πράξης του και την απάτη που του είχαν στήσει ο θεοί»

και παίρνει πια τα ηνία αυτός δίνοντας μόνος του την απάντηση στο ερώτημα τι συμβαίνει επιτέλους εδώ και γιατί γίνονται όλα αυτά.

Δανείζομαι σ’ αυτό το σημείο τη σκέψη του Μπόρχες, που επιχειρώντας να δώσει τη δική του ερμηνεία για τον μίτο του μύθου και τον λαβύρινθο γράφει: «Σήμερα εξακολουθούμε να μη ξέρουμε αν μας περιβάλλει ένας λαβύρινθος, ένα μυστικό σύμπαν ή ένα επικίνδυνο χάος. Το ευτυχές μας χρέος είναι να  φανταζόμαστε ότι υπάρχει ένας λαβύρινθος και ένας μίτος. Αυτόν το μίτο δε θα τον βρούμε ποτέ· ίσως τον συναντάμε και τον χάνουμε σε μια πράξη πίστης, σε μια αρμονία, σ’ ένα όνειρο, στις λέξεις που ονομάζονται φιλοσοφία, ή, πολύ απλά, στην απέριττη ευτυχία» (Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο μίτος του μύθου», Άπαντα πεζά, μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδόσεις Ελληνικά γράμματα).

Στα διηγήματα του Βασίλη Χουλιαρά επιχειρείται μια ανίχνευση πορείας σ’ αυτόν τον άγνωστο λαβύρινθο. Ερωτήματα προκύπτουν, μοναχικές απαντήσεις δίνονται από τους ήρωες που αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να αφεθούν στη ματιά των άλλων αλλά θα πρέπει να δουν τον κόσμο με τα δικά τους μάτια, γιατί διαφορετικά μοιάζουν με κάποιον που

«θέλοντας να μάθει για τη σελήνη, αντί να κοιτάξει προς τα πάνω, σκύβει να δει το αντιφέγγισμά της στη θάλασσα, η οποία πότε μοιάζει να ηρεμεί και πότε είναι μανιασμένη».

Ωστόσο, η ζωή είναι σαν ένα βιβλίο.

«Μπορεί για όλους μας να είναι γραμμένο, όμως ξεχωριστά απ’ τον καθένα περιμένει να διαβαστεί».

Και είναι εκείνο το κομβικό σημείο που ο ανίσχυρος μπροστά σε ανώτερες δυνάμεις άνθρωπος θα αποκτήσει την ελευθερία των κινήσεων και ως τραγικός πια ήρωας της δικής του ζωής θα κάνει τα πρώτα αποκλειστικά δικά του βήματα, με τη γνώση πως ίσως είναι και τα τελευταία.

Η λογοτεχνία προσφέρει τη μέγιστη τέρψη στον αναγνώστη της, και αυτό δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση. Όταν, όμως, δίνει και έναυσμα για προβληματισμό, τότε μπορούμε να μιλάμε για μια υψηλότερη εκδοχή της. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι απαιτείται μεγαλύτερο δείγμα γραφής, καθόσον είναι δύσκολο να χωρέσει η αναλυτική σκέψη στο μικρό σε έκταση έδαφος των ολιγοσέλιδων διηγημάτων. Σωστό αυτό βέβαια. Πάντως ο σπόρος της αμφιβολίας για τα θεωρούμενα δεδομένα ρίχνεται και μέσα σε κείμενα λίγων λέξεων. Κάτι τέτοιο γίνεται κι εδώ.

Και κάτι τελευταίο που αφορά τη γραφή του Βασίλη Χουλιαρά. Επισημαίνεται κάποια αμηχανία μερικές φορές στην επιλογή μιας ενιαίας μορφής στην εκφορά του λόγου. Αλλά πόσο εύκολα το ξεχνάς, όταν επανεκτιμάς την ικανότητα του συγγραφέα να βάζει στις σωστά επιλεγμένες ελάχιστες λέξεις ένα περιεχόμενο όπως αυτό εδώ:

«Όλοι γνωρίζουμε ότι Θεός δεν υπάρχει. Όμως αυτός δεν ξέρει πως έχουμε μάθει την αλήθεια και συνεχίζει να σουλατσάρει  έξω από τα σπίτια μας. Θα μπορούσα να βγω απόψε, να του το σφυρίξω και να τον εξαφανίσω. Μα τα βήματά του εκεί έξω είναι κάποια βράδια που μου κρατάνε συντροφιά».

Λογοτεχνία που φιλοσοφεί ή μήπως λογοτεχνία που απλώς απευθύνεται σε αναγνώστες που ψάχνουν κάτι περισσότερο από μια περιστασιακή απόλαυση; Η αλήθεια είναι ότι αυτό το αρχιπέλαγος Φουάν περιμένει εκεί έξω για όποιον θα τολμούσε να πλεύσει στα φαινομενικά ήρεμα νερά του.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr