Μια κριτική προσέγγιση στη συλλογή διηγημάτων «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, εκδόσεις Αντίποδες

2015-12-07 19:21
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι μια συνήθης επιλογή, όταν επιδιώκεται η αμεσότητα του λόγου, και μέσω αυτής η ταύτιση του αναγνώστη με τον ήρωα που αφηγείται. Στα διηγήματα του Δημοσθένη Παπαμάρκου το υλικό της αφήγησης δομήθηκε πάνω σ’ αυτή την τεχνική του λόγου,  η οποία όμως δεν απευθύνεται στον αναγνώστη (τουλάχιστον όχι άμεσα) αλλά σε πρόσωπο το οποίο παραμένει βουβός ακροατής του ήρωα που αφηγείται, εξομολογείται, θα ήταν ορθότερο να πούμε.
Και αληθινά, τα λόγια που ξεστομίζει ο εκάστοτε αφηγητής -είτε πρόκειται για ιστορία δική του είτε για μεταφορά ξένης ιστορίας- δεν είναι από αυτά που αντέχουν πολλοί να ακούσουν. Είναι αρκετός αυτός ο ένας που αφουγκράζεται την εξομολόγηση κάθε φορά και παραμένει σιωπηλός μπροστά στα φοβερά που ξεδιπλώνονται σελίδα τη σελίδα.
Γιατί, ο τίτλος της συλλογής δεν είναι καθόλου τυχαίος. Γκιακ στην αρβανίτικη διάλεκτο σημαίνει αίμα, και συγκεκριμένα το αίμα που χύνεται  για εκδίκηση, για βεντέτα, για να ξεπλυθεί άλλο αίμα που χύθηκε άδικα, σύμφωνα με τους κανόνες της κλειστής κοινωνίας, της φυλής. Έτσι οι ιστορίες στάζουν αίμα, τα λόγια πέφτουν σκληρά και ωμά, χωρίς καμιά διάθεση να ωραιοποιηθεί κάποια δικαιολογία για τη σκληρότητα αυτή. Αυτός που μιλάει κάθε φορά γνωρίζει πως έτσι ήταν το σωστό, και αυτή η εξήγηση αρκεί.
Ενδιαφέρον είναι το ιστορικό υπόστρωμα των αφηγήσεων, καθώς σχεδόν όλες μας πηγαίνουν στο μακρινό μικρασιατικό μέτωπο, με ήρωες να είναι απλοί στρατιώτες που στρατολογήθηκαν από τα μέρη της στερεάς Ελλάδας για να βρεθούν να ακολουθούν μια αβέβαιη πορεία στην καθ’ ημάς Ανατολή. Να προσέξουμε, ωστόσο, πως ο “φακός” του συγγραφέα δεν εστιάζει τόσο στα διαδραματιζόμενα στο μέτωπο αυτό καθεαυτό όσο στα μετόπισθεν, εκεί που διαγράφονται καλύτερα οι τραχείς χαρακτήρες των ηρώων. Κυρίως εκεί που κάποιοι θα πάρουν εκδίκηση για το κακό που έγινε μακριά στην πατρίδα, εκεί που θα αποφασίσουν να εκδικηθούν  σαν θα επιστρέψουν, εκεί που το αίμα βράζει και μηχανεύεται να πληρωθεί με αίμα. Είναι μια άλλη όψη του μικρασιατικού μετώπου αυτή που διαβάζουμε εδώ, με τους Έλληνες στρατιώτες να μη διακρίνονται από τους Τούρκους σε ηθική και ευαισθησίες, όπως η ελληνική αφηγημένη ιστορία τούς θέλει. Έτσι όμως είναι όλοι οι άνθρωποι, όταν βρεθούν σε πόλεμο, όταν εθιστούν στη βία και το αίμα, όταν μεταλλαχθούν σε θηρία που παλεύουν για την επιβίωση ή όταν ανασύρουν από το βάθος του υποσυνειδήτου τους τα πιο ποταπά ένστικτα.
 
«Έχασα την πίστη μ’ κείθε πέρα. Μπορεί γι’ αυτό. Έκαμα κι είδα πράματα και κατάλαβα ότι οι χειρότεροι δαιμόνοι είναι οι ανθρώποι»
 
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας έρχεται αρωγός στις ωμότητες. Ντοπιολαλιά στα χωριά της Ρούμελης και ιδιαίτερα στα μέρη από τα οποία κατάγεται ο ίδιος (Μαλισσάτ στα αρβανίτικα ή Μαλαισίνα), διανθισμένη από τραχιά αρβανίτικη διάλεκτο. Διαβάζουμε, και σαν να ακούμε τους ήρωες να μιλούν. Ίσως δεν θα τους ταίριαζε άλλη γλώσσα για να αφηγηθούν όσα ανομολόγητα κρατήσαν μέσα τους ως τώρα, που νιώσαν την ανάγκη να τα πουν. Από τη μια επαίρονται για την καταγωγή τους, τη λεβέντικη φύτρα τους και από την άλλη ομολογούν (σε ένα μόνο πρόσωπο ο καθένας) τα φοβερά που διέπραξαν, σε μια υπόρρητη ανάγκη εξιλέωσης.
 
Οι ιστορίες που καταγράφει εδώ ο Παπαμάρκος δεν διαβάζονται εύκολα. Μπορεί η πλοκή τους να ρέει αβίαστα, ωστόσο σταματάς κάθε τόσο να σκεφτείς τις πράξεις που διαδραματίζονται αλλά και τη συγκαταβατική απάθεια με την οποία οι δράστες των ωμοτήτων τις παρουσιάζουν στο πρόσωπο που κάθε φορά ακούει. Έχουμε εδώ μια λογοτεχνία που ξεχωρίζει με τη θεματολογία της αλλά και με τον τρόπο που επέλεξε ο συγγραφέας να μας την παρουσιάσει.
 
«Και να, μας λέει, κοιμόμασταν μια φορά έξω από ‘να χωριό πάλι κοντά στη Σμύρνη. Μέναν Τούρκοι εκεί. Πρωί αχάραγα, μας ξυπνάει ο χότζας, ιμπί-αλά-μπιμπί. Λέω, νταξ’, θα σταματήσει. Αλλά δώσ’ του ο πούστης κι όλο και δυνάμωνε. Ιμπί-αλά-μπιμπί και ιμπί-αλά-μπιμπί. Έτσι είσαι; λέω. Όπως ήμουν ξαπλωτός, γυρνάω, πιάνω το όπλο και μπαμ του ρίχνω μία. Και τον βλέπεις, Γιωργάκη, πάρ’ τον κάτω σαν πουλάκι. Έτσι ε, δίχως να σηκωθώ καθόλου, καλά, ήμουνα σκοπευτής από τους πρώτους.
  Τον ρώτησα τότες. Του λέω έτσι για να τον πειράξω, ρε μπαρμπα-Κώτσο, όλο γι’ αυτά μιλάς. Τόσο πολύ σου λείπουνε; Τόσο τα λαχταράς; Έσκυψε και μου λέει: Πιο κι από γυναίκα
 
Η συλλογή ξεκινά με το διήγημα «Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε» που στα αρβανίτικα σημαίνει «θα σου κόψω τις κοτσίδες» και μας βάζει αργά και σταθερά στον κύκλο του “γκιακ”, παίρνοντας αφορμή από ένα πολύ αγαπητό τραγούδι της αρβανίτικης παράδοσης (το οποίο καθόλου δεν σχετίζεται με πράξεις βίας) για να το μεταλλάξει μέσα στην πλοκή σε μια ιστορία σκληρής βεντέτας. Έτσι μας προϊδεάζει για τα υπόλοιπα διηγήματα που ακολουθούν σε ανάλογα βαρύ σκηνικό.
Τον κύκλο αυτό τον κλείνει το αριστουργηματικό «Νόκερ», που ανοίγει έναν σιωπηλό διάλογο με τα άλλα διηγήματα. Θα μας κρατήσει με κομμένη την ανάσα η σταδιακή αποκάλυψη του προσώπου που κρύβεται πίσω από τον σιωπηλό, αποσυνάγωγο Αργύρη.
 
«Ώρα πολλή τους έλεγα, πού είχα πάει, τι είχα κάνει, πόσους είχα σκοτώσει, πως είναι αλλιώς με την ξιφολόγχη κι αλλιώς με το μαχαίρι, αλλιώς ο λαιμός του άντρα κι αλλιώς του παιδιού, πώς ουρλιάζανε οι Βουλγάρες και πώς οι Τουρκάλες, πώς κλωτσάει ο κρεμασμένος και πώς ο σφαγμένος…»
 
Σχεδόν θα βλέπουμε και θα ακούμε τα χαριστικά χτυπήματα που δίνει στα ζώα πριν τη  σφαγή.
 
«Είπα, αφού τα αίματα έμαθες, Αργύρη, στα αίματα θα πορεύεσαι. Εκεί το ‘χεις ταμένο
 
Πρέπει να έχεις περάσει από τη φρίκη του άδικου αίματος και ας ήσουν βουτηγμένος ως τον λαιμό, για να πεις στο τέλος:
«Το να σκοτώνεις έχει κι αυτό ομορφιά. Αλλά είναι όμορφο μοναχά όταν είναι χρήσιμο. Πρέπει να το κάνεις χωρίς άχτι, χωρίς μίσος. Ο φονιάς δεν είναι ανάγκη να ‘ναι και μπρούτος».
 
Μ’ αυτά τα λόγια ο Αργύρης, ο νόκερ, θα δώσει τη δική του ένσταση σε όλα τα φονικά που διαπράττονται στα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής.
 
Άφησα για το τέλος και τη μεγάλη έκπληξη που μας επιφυλάσσει η ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Εκεί ανάμεσα στα διηγήματα παρεμβάλλεται ένα πολύστιχο (280 στίχων) ποιητικό, γραμμένο σε άψογο δεκαπεντασύλλαβο, μια Παραλογή. Όπως οι παραδεδομένες με την προφορική παράδοση Παραλογές, δηλαδή αυτά τα αφηγηματικά τραγούδια με τη γρήγορη πλοκή, τα εξωλογικά στοιχεία, την κορύφωση του δράματος και τη λύση στο τέλος.
 
«Σαν πέφτουνε πάνω στη γης του Χάρου οι κουβέντες,
στης πέτρας τα ραγίσματα πιάνονται σαν το σπόρο
ρίζες απλώνουν στα βαθιά, τα σπλάχνα της γκαστρώνουν
 
Μέσα στους στίχους του θα δούμε την αντιπαράθεση του Χάροντα με την κόρη, τη συνδιαλλαγή μεταξύ τους, την εξαπάτηση, τον όρκο και την κατάρα που θα διαλύσει τη σκοτεινή δύναμη. Πώς συνδέεται με την υπόλοιπη θεματική του βιβλίου; Τούτο το εξαίσιο ποιητικό μοιάζει να στεφανώνει, να πλαισιώνει όλα τα υπόλοιπα, να τους δίνει την απαραίτητη υπόσταση, έτσι βαμμένα όπως είναι από το γκιακ, να τους επιτρέπει να μιλήσουν. Όπως στην προφορική παράδοση ενός λαού οι ιστορίες ξετυλίγονται και από στόμα σε στόμα περνάνε το ήθος και το έθος των ανθρώπων του, έτσι και οι ιστορίες του βιβλίου θα στηριχτούν στο δίκαιο το άγραφο, στα συμφωνημένα έθιμα της φυλής, και θα ζητήσουν δικαίωση για όσα βίαια διαπράχθηκαν. 
 
Απομένει στον αναγνώστη να δοκιμάσει τις αντοχές του.
Ένα τόσο ξεχωριστό όμως ανάγνωσμα έχει και τις απαιτήσεις του.
 
 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr