Μια κριτική προσέγγιση στη συλλογή διηγημάτων «Επείγουσα ανάγκη ελέου» του Θανάση Βαλτινού από τις εκδόσεις της Εστίας

2016-02-20 14:35

Υπάρχει μια λογοτεχνία αναλυτική, που πάνω στις σελίδες της ακουμπούν όλες οι πτυχές μιας ιστορίας σχολιασμένες από τη σκέψη του συγγραφέα. Ο ρόλος του αναγνώστη στην περίπτωση αυτή είναι να ενσωματώσει τη δουλεμένη σκέψη στη δική του και από κει και πέρα να διαμορφώσει τον δικό του προβληματισμό (αν το λογοτεχνικό είδος το απαιτεί) ή απλώς να ευχαριστηθεί με τον δικό του τρόπο όσα διάβασε (αν πρόκειται για μια λιγότερο απαιτητική εκδοχή της γραφής).

Υπάρχει και μια λογοτεχνική γραφή που μετράει μια μια τις λέξεις της προτού τις εμπιστευθεί στο χαρτί. Ολιγόλογη, οριακά σχηματική συχνά, επιτρέπει τη διείσδυση στα ενδότερα δικά της σε όποιον αναγνώστη κατανοεί τα κρυπτογραφημένα της νοήματα. Εδώ ο αναγνώστης μαζεύει αυτό το ελάχιστο της γραφής και συνεχίζει οδοιπορώντας πάνω στα χνάρια που αυτό αφήνει.

Μια τέτοια περίπτωση έχουμε στα πρόσφατα διηγήματα του Θανάση Βαλτινού (δημοσιευμένα τα περισσότερα σε έντυπα τα τελευταία χρόνια) αλλά οπωσδήποτε δεν μας ξαφνιάζει η επιλογή του συγγραφέα να μας δώσει αυτές τις μικρές φόρμες γραφής. Ο Βαλτινός πάντοτε εμπιστευόταν την κρίση αλλά και τη γνώση του αναγνώστη του. Μιλάει άλλωστε για την κοινή μνήμη, την κοινή ιστορία, όπως αυτή έγραψε πάνω στη ζωή αυτού του τόπου και καθόρισε γενιά τη γενιά  τη μοίρα του.

Δεκαεννέα μικροδιηγήματα και δύο μεγαλύτερα. Όλα εξυπηρετούν τον ίδιο στόχο, και ίσως αυτό να είναι το κοινό στοιχείο που τα κάνει να συστεγάζονται (με τη χαλαρή έως ανύπαρκτη νοηματική σύνδεση μεταξύ τους) στο ίδιο βιβλίο. Απευθύνονται με αυτόν τον κώδικα επικοινωνίας σε όποιον μπορεί να αντιληφθεί τον συνδετικό ιστό στις ιστορίες τους. Τα πρόσωπα που κινούνται μέσα τους, απλοί άνθρωποι οι περισσότεροι, ριγμένοι στο παιχνίδι της ιστορίας που αποδεικνύεται αδιάφορη για τις αντοχές τους, διασώζουν το καθένα  τη δική του αλήθεια και κυρίως τη δική του αξιοπρέπεια. Καταδεικνύουν έτσι την προσωπική ζωή ως μοναδική αξία, απέναντι στις αντιξοότητες που αναιρούν τις επιλογές.

Και μέσα σε ελάχιστη κάθε φορά έκταση καταφέρνει ο συγγραφέας να μας δώσει την εικόνα αυτών των ανθρώπων με την κατασταλαγμένη πια σοφή αντιμετώπιση της ζωής τους, που ξαφνιάζει τη νεότερη γενιά που τους παρακολουθεί χωρίς να διανοείται μια ανάλογη στάση.

«Της λέω γιαγιά γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις μαζί μας στην Αθήνα.

- Γιατί τι θα έχω παραπάνω εκεί;»

 

Παρατηρούν γύρω τους και μαζεύουν μια μικρή λεπτομέρεια -που λες και φάνηκε μόνο γι’ αυτούς- και την αναδεικνύουν με δυο τρεις λέξεις, όπως αυτή η δαχτυλιά συρμένη πάνω σε αρχαίο αγγείο, αφημένη εκεί απαρατήρητη για αιώνες που μπορεί αίφνης να μοιάζει με

«μια δαχτυλιά στο υπογάστριο γυναίκας»

ή ο πέτρινος πάγκος από ροζ γρανίτη στα εσώτερα μιας πυραμίδας, που προσφέρεται (μόνο για τα μάτια των ηρώων του ξεχωριστά ερωτικού «Από ροζ γρανίτη») για μια αισθησιακή συνεύρεση, μέχρι που η οπτική των υπολοίπων θα καταργήσει όλη τη μαγεία

«νιώθω ματαιωμένος, το ίδιο υποθέτω και η Ισαβέλλα».

 

Δύο από τα διηγήματα έχουν μεγαλύτερη έκταση. Ωστόσο αρκετά μικρή κι αυτά για το εύρος του θέματός τους. Το ένα « Κώστας και Μαρίνα», θα μας μεταφέρει από τον εμφύλιο στη μετεμφυλιακή δύσκολη ελληνική πραγματικότητα,  από κει στη μετανάστευση, στη διαρκώς οραματική επιστροφή, τέλος στην Ελλάδα πάλι χρόνια μετά με τον ήρωα να είναι πιο ξένος εδώ από όσο ήταν στο Σικάγο.

 

 «Δεν ξέρεις εσύ, ουρλιάζει η Μαρίνα. Και αυτό είναι σαν μομφή. Δεν ξέρω εγώ. Δεν μιλάω.

Μια μέρα έκλαψα. Χτες ήταν που όργωνα τα βουνά;»

Μια ολόκληρη ιστορία αυτού του τόπου μέσα σε λίγες σελίδες. Δεν ξέρω αλήθεια τι θα πρόσθετε στο πυκνό κείμενο κανείς για να το αυξήσει σε μέγεθος και τάχα να αφηγηθεί πληρέστερα την ιστορία. Εδώ τα έχει πει όλα.

 

Το άλλο εκτενές διήγημα έχει δώσει και τον τίτλο σε όλη τη συλλογή. «Επείγουσα ανάγκη ελέου», με τον συγγραφέα εδώ να μας αποκαλύπτει τον κώδικά του που αφορά και όλα τα υπόλοιπα διηγήματα. Απαιτείται αποκρυπτογράφηση. Παίζει με τη λέξη έλεος και έλαιο, που κινητοποιεί τη συνείδηση του ήρωά του κι έτσι αποδεικνύεται σωτήρας μιας ομάδας εβραίων της Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια της κατοχής. Και εδώ ίσως έχουμε τον μοναδικό από τους ήρωες των ιστοριών του Βαλτινού που απέχει πολύ από αυτό που θα λέγαμε ‘ο τύπος του απλού ανθρώπου’, καθόσον για τη θαρραλέα πράξη του χρειαζόταν κάτι περισσότερο από την καθημερινότητα, όσο σοφή και πολύπλοκη κι αν αποδεικνύεται κι αυτή καμιά φορά.

«Το 1943 έφτασε στη Γλώσσα ένα τηλεγράφημα. Από Θεσσαλονίκη. “Σωτήρη Μητζελιώτη, πρόεδρο κοινότητας. Επείγουσα ανάγκη ελέου”. Με έψιλον. Γιώργο, πρέπει να είναι για σένα αυτό, είπε ο ταχυδρόμος. Ο Γιώργος ήταν ο μοναδικός Μητζελιώτης στο νησί. Το υπόγραφε ο Ζακ Λεών. Με τον Ζακ Λεών συνεργάζονταν από παλιά. Από πριν τον πόλεμο. Λάδια – κυρίως παλιόλαδα, μούργες για σαπούνι. Σωτήρη Μητζελιώτη. Εκείνος κατάλαβε. Όχι την “ανάγκη ελέου”. Όχι τον “έλεο”. Το “Σωτήρη” κατάλαβε.

Στην προμετωπίδα του βιβλίου η φράση «το χάος που σκεπάζουν οι λέξεις». Και βέβαια, οι λέξεις σαν κώδικας που είναι ακριβώς γι’ αυτό φτιάχτηκαν, να ‘σκεπάσουν’ με τη συμβατικότητά τους το χάος που μας περιτριγυρίζει και απαιτεί ερμηνεία, ώστε να γίνει προσπελάσιμο και έτσι να καταστεί και η επικοινωνία δυνατή. Ωστόσο, παραμένει χάος χωρίς να αναιρεί το δυσδιάκριτο ή και δυσνόητο της υφής του. Έτσι, οι λέξεις αποκτούν ένα βάρος μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο για όποιον δεν θα αρκεστεί στο συμφωνημένο και συμβατικό τους χαρακτήρα. Θα πρέπει να ερμηνευθούν με γνώμονα την προσωπική οπτική του καθενός και με εφόδια όσα έχει μαζέψει στη ζωή του. Ίσως εδώ, λοιπόν, καταξιώνεται και το ολιγόλογο των κειμένων του Θανάση Βαλτινού. Προτείνει με τις λέξεις-κώδικές του στον αναγνώστη του ένα προσωπικό άνοιγμα της κάθε ιστορίας, ώστε αυτός να ανακαλύψει τις δικές του προεκτάσεις. Γιατί, όταν η λογοτεχνία αγγίζει τα κοινά αποτυπώματα που αφήνει η ιστορία, όταν οι ήρωες (όπως εδώ) σου μοιάζουν τόσο οικείοι στη  μορφή, τότε μπορείς να αφεθείς στην ερμηνεία της συμπεριφοράς τους  ακόμη κι όταν καμιά φορά σε ξαφνιάζει. Πάντοτε άλλωστε ο συγγραφέας ήξερε τον τρόπο να αγγίζει με τα γραφτά του το θυμικό του αναγνώστη του. Κι εδώ το κάνει με το ελάχιστο της γραφής.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr