Μια κριτική προσέγγιση στη νουβέλα του Γιώργου Συμπάρδη «Μεγάλες γυναίκες», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

2015-07-22 19:10

Η ηρωίδα του τελευταίου βιβλίου του Γιώργου Συμπάρδη, θα μπορούσε να είναι η ένοικος του διπλανού διαμερίσματος, η γυναίκα που θα συναντήσουμε στο συνοικιακό μαγαζί να κάνει τα απαραίτητα ψώνια, η επιβάτις του μετρό στο σταθμό της Βικτώριας. Σίγουρα όχι η φιγούρα που μπορεί να εμπνεύσει έναν συγγραφέα για να συνθέσει γύρω της κάποια ευφάνταστη, συναρπαστική πλοκή. Είναι μία από τις γυναίκες εκείνες που συνήθως περνούν απαρατήρητες σε όλη τη ζωή τους, μια ζωή οπωσδήποτε απλή στους όρους της αλλά και στις απαιτήσεις της.

Ο Γιώργος Συμπάρδης εστιάζοντας στη Σοφία Ματρόζου, με πολύ μεγάλη προσοχή και με όπλο μια γλώσσα λιτή χωρίς εξάρσεις και υπερβολές, ανατέμνει την ψυχολογία όλων των γυναικών που φτάσαν σε μία ηλικία που δεν συγχωρεί πια τις αυταπάτες και έχει στερέψει από άλλοθι και δικαιολογίες. Είναι πια «μεγάλες», έτσι με τον θετικό βαθμό του επιθέτου, χωρίς συγκριτικό και υπερθετικό βαθμό. Απόλυτη αξία λόγω ηλικίας. 

Τι θα μπορούσε άραγε να ταράξει τα φαινομενικά ήρεμα, αν όχι λιμνάζοντα, νερά της ρυθμισμένης, συμβατικής ζωής μιας τέτοιας γυναίκας; Οι κινήσεις της είναι αναμενόμενες, οι διαδρομές της γνώριμες και επαναλαμβανόμενες, από το σπίτι ως τα γειτονικά μαγαζιά, το μετρό, την εκκλησία τις Κυριακές, το σπίτι της ξαδέλφης της. Συναντήσεις, γνωριμίες απουσιάζουν. Εκτός αν η έκπληξη χτυπήσει την πόρτα της. Με το θράσος, που μόνο η νεαρή ηλικία συγχωρεί στον εαυτό της, και με την ομορφιά, που γνωρίζει ότι συγκινεί μια γυναίκα ανεξαρτήτως ηλικίας. Και με την αφοπλιστική ερώτηση:

‘έχεις μαγειρέψει τίποτα να φάμε;’

Ο Σταύρος, που απρόσκλητος θα «εκβιάσει» τη φιλοξενία της έκπληκτης Σοφίας, που θα την ελέγχει στις καθιερωμένες της συνήθειες θέτοντας απαγορεύσεις και ρυθμίζοντας τη ζωή της, που θα μάθει τα πάντα γι’ αυτήν χωρίς να αποκαλύψει τίποτε για τον ίδιο, έχει συγκεντρωμένα όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορούν να κάμψουν τις αντιστάσεις της μεσήλικης  γειτόνισσάς του. Και εκτός αυτών της θυμίζει αδιόρατα τον παπα-Γιάννη, τον ιερέα της εκκλησίας που επισκέπτεται κάθε Κυριακή. Κάτι στα μάτια του, στον τρόπο που κοιτάζει, κάτι πάνω του θα την κάνει να σκεφτεί ότι μπορεί να είναι γιος του ιερέα. Το βέβαιο είναι ότι έχει τεθεί σε λειτουργία ο εσώτερος μηχανισμός, ο ξεχασμένος με τα χρόνια, και η έρημη Σοφία βρίσκεται αβοήθητη απέναντι στον ανδρικό πληθυσμό της νουβέλας και κυρίως στον φειδωλό σε αποκαλύψεις, σκοτεινό Σταύρο. Γιατί ο «από μηχανής» συγκάτοικός της (τρώει και κοιμάται κατά βούληση στο σπίτι της) δεν μας αφήνει να καταλάβουμε πολλά για τη ζωή του, τις παρέες του, το ποιόν του. Όταν το ισόγειο, στο οποίο μένουν κάποιοι φίλοι του, ερευνηθεί από την αστυνομία, μόνο υπόνοιες για τη δράση των νεαρών θα μας αφήσουν τα ευρήματα. Έτσι ο Σταύρος θα παραμείνει απροσδιόριστη φιγούρα μέχρι το τέλος.

Εδώ, όμως, το θέμα μας δεν είναι ο ανδρικός χαρακτήρας, όσο κι αν προσφέρεται ο συγκεκριμένος νεαρός για ανάλυση, όσο ακόμη κι αν αντιπαρατίθεται σ’ αυτόν ο σταθερός και σαφής χαρακτήρας του ιερέα, συγκεντρώνοντας έτσι αρκετά στοιχεία στην πλοκή για να σκιαγραφηθούν και οι δύο.

Η εστίαση του ενδιαφέροντος είναι στις γυναίκες. Εκτός από τη Σοφία, σε δεύτερο ωστόσο πλάνο, κινούνται η ξαδέλφη της και η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, και οι δύο έτοιμες να ρωτήσουν, να ερευνήσουν, να σχολιάσουν τις αλλαγές στη Σοφία:

‘από πότε άρχισες να ντύνεσαι και να βάφεσαι μέσα στο σπίτι; Περιμένεις κάποιον;’

Αλλαγές εμφανείς και απολύτως αδικαιολόγητες για τη νοοτροπία τους, ικανές όμως να συντηρήσουν στην ίδια μια φλόγα ζωής, ένα σοβαρό λόγο να νιώθει ακόμη ενεργή και  καθόλου παραιτημένη.

Ο συγγραφέας επιφυλάσσει για τον αναγνώστη του ακόμη μία θηλυκή παρουσία που κρατάει μυστική τη ζωή της και εύκαιρη τη διάθεσή της για ενθουσιασμό και ένταση. Η χήρα Ιουλία Προμπονά, μια δραστήρια ενορίτισσα λίγο μεγαλύτερης ηλικίας, με ενεργό ρόλο στα συσσίτια της εκκλησίας (σαφή υπογράμμιση εδώ της κοινωνίας εν καιρώ κρίσης, που διατρέχει ως φόντο όλη την ιστορία)  αποκαλύπτεται να έχει εξαπατηθεί από νεαρό που την προσέγγισε και, αφού την παραμύθιασε με κολακείες, της ξάφρισε και χρήματα. Είναι άραγε ο ίδιος αυτός νεαρός με τον Σταύρο της Σοφίας;

 

Η αφήγηση του Συμπάρδη είναι τριτοπρόσωπη σε όλη την έκταση της νουβέλας. Εκτός από το τέλος, όπου θα αποκτήσει «πρόσωπο» ο ίδιος απευθυνόμενος στην ξαδέλφη:

‘και συ τώρα, Μίνα, που μπορείς από απόσταση να βλέπεις και να κρίνεις, δες την ξαδέλφη σου που σήκωσε κεφάλι’

και στρέφοντας την προσοχή της στις δύο γυναίκες, Σοφία και Ιουλία, οι οποίες σε βουβή εσωτερική συνωμοσία και αγαστή σύμπνοια θα αποχωρήσουν από την εκκλησία (και από την ιστορία).

Αυτές οι γυναίκες τράβηξαν το ενδιαφέρον του συγγραφέα, με τη φλόγα για ζωή να σιγοκαίει μέσα τους, ακόμη κι όταν οδεύουν προς την έξοδο. Και τις παρουσίασε με αγάπη, ευαισθησία και διεισδυτικότητα  ιδιαίτερη. Η γυναικεία ψυχολογία δεν είναι τόπος δυσπρόσιτος. Απαιτεί, ωστόσο, προσεκτική προσέγγιση, χωρίς μελοδραματισμούς. Με ευθεία γραφή και ειλικρίνεια.

Στην ιστορία αυτή δεν θα απαντηθούν όλα τα ερωτήματα που έθεσε η πλοκή. Ίσως δεν ήταν αυτός ο στόχος του συγγραφέα. Ο αναγνώστης, όμως, είναι βέβαιο πως θα αποχωριστεί το κείμενο με την απάντηση σίγουρη μέσα του για το ήθος των γυναικών αυτών. Αναμφίβολα σπουδαίες. Μεγάλες γυναίκες.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr