ΦΙΔΙΑ ΠΑΝΤΟΥ

2016-07-01 20:20

«Φίδι (το) {φιδιού | -ιών} 1. Ερπετό χωρίς άκρα, με δέρμα φολιδωτό και σώμα επίμηκες, κυλινδρικό και ευλύγιστο, ορισμένα είδη του οποίου είναι δηλητηριώδη: γνωστότερα είδη φιδιού είναι η οχιά, ο κροταλίας, η κόμπρα, ο βόας, ο πύθωνας κ. α. || το  -  έρπει  |  σέρνεται  |  σφυρίζει  |  κουλουριάζεται || το δάγκωμα ορισμένων δηλητηριωδών - είναι θανατηφόρο για τον άνθρωπο || γόης φιδιών || ιοβόλο  - ΣΥΝ.  (αρ-χαιοπρ.)  όφις ΦΡ. (α)  (απειλητικά)  μαύρο  φίδι που  σ'  έφαγε θα πάθεις μεγάλο κακό, θα τιμωρηθείς σκληρά: αν δεν κάνεις ό,τι  σου  λέω,  ~!  φ) το αβγό τού φιδιού οτιδήποτε ευνοεί ή σχετίζεται με την ανάπτυξη τού νεοναζισμού (γ) με ζώνουν τα φίδια βλ. λ. ζώνω (δ) βγάζω το φίδι  απ'  την  τρύπα για  περιπτώσεις  στις  οποίες  κάποιος  αναλαμβάνει  κάτι ιδιαίτερα δύσκολο (συνήθ. για λογαριασμό άλλων): βρείτε άλλο  κορόιδο,  να βγάλει  το  φίδι  απ'  την  τρύπα! ΣΥΝ.βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά 2. (μτφ.-υβριστ.)  ο  ύπουλος,  ο  κακός  άνθρωπος -ΦΡ.  (α) φίδι  κολοβό (ως χαρακτηρισμός) πολύ πονηρός, φθονερός άνθρωπος (β) ζεσταίνω  |  έχω  φίδι στον  κόρφο  μου βλ. λ. κόρφος. — (υποκ.) φιδάκι (το) (βλ.λ.).»

 

 

Είχε μερικούς μόνο μήνες που μετακόμισε στο χωριό.

Ανύπαντρη σε ηλικία επικίνδυνη. Απαγορευτική.

Κιλά παραπανίσια. Κάτι περισσότερο από περιττά.

Ρυτίδες στο πρόσωπο. Παντού.

Μαλλιά που άρχισαν να γκριζάρουν. Θαμπά και λεπτά. Αφημένα στην τύχη τους.

Μια γριά μάνα κατάκοιτη. Σχεδόν στα τελευταία της.

Τα βρόντηξε όλα πίσω της και γύρισε στο πατρικό να την περιποιηθεί πριν φύγει για πάντα.

Ένα χαμηλοτάβανο μικρό σπιτάκι. Κάποτε συμπαθητικό. Τώρα επιεικώς «ετοιμόρροπο».

Από τη μέρα που πάτησε το πόδι της εκεί, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Έτρεχε όλη μέρα και δεν προλάβαινε. Όσο κι αν φρόντιζε για όλα, όσες δουλειές κι αν έκανε, όλο και κάτι καινούργιο προέκυπτε. Οι συνέπειες της φθοράς. Στα κτήρια και στους ανθρώπους. Μόνο τα βράδια ησύχαζε. Και βυθιζόταν στα βιβλία της.

Η αλήθεια είναι πώς καθόλου δεν την πείραζε να σκοτώνεται στο τρέξιμο. Το αποζητούσε κιόλας. Αυτό που τη σκότωνε ήταν η αναγκαία συναναστροφή με τους άλλους.

Νοήματα. Κρυφογελάκια. Σχόλια. Κριτική. Κουτσομπολιό. Άλλοτε προσεκτικά και συγκαλυμμένα. Άλλοτε ευθαρσώς και με αγένεια. Πότε για τον έναν και πότε για τον άλλο. Αλλά ποτέ για τα σπιτικά τους. Ένας φαύλος κύκλος που ξεκινούσε από τον μικρόκοσμο της γειτονιάς, συνεχιζόταν στην πλατεία, στην παιδική χαρά, στον φούρνο, στα καφενεία, στα υπόλοιπα μαγαζιά που ήταν μετρημένα στα δάχτυλα, στην εκκλησία -στα χαρούμενα και λυπητερά γεγονότα, ευκαιρίες συνάντησης για όλους.

Το τελευταίο διάστημα ο στόχος τους ήταν εκείνη.

Πώς και γιατί επέστρεψε.

Τι έκανε τόσα χρόνια μακριά από τους δικούς της.

Πώς ζούσε.

Αν είχε τόσα πολλά χρήματα όσα έλεγαν.

Πού πήγαν τα νιάτα και η σπάνια ομορφιά της.

Πώς και γιατί άφησε έτσι τον εαυτό της.

Γιατί δεν παντρεύτηκε. Κυρίως αυτό.

Και, φυσικά, όλα κατέληγαν στον κήπο. Γιατί να μην τον ξεχορταριάσει. Γιατί να μην τον καθαρίσει. Να μη φυτέψει το κατιτίς της. Οι γονείς της ποτέ δεν θα τον άφηναν έτσι. Ακόμα κι όταν πέθανε ο πατέρας, η μάνα τον είχε πάντα πεντακάθαρο, γεμάτο φυτά και ζαρζαβάτια. Όσο για τα λουλούδια της, είχαν να λένε όλοι. Ώσπου αρρώστησε κι αυτή και τα πήρε όλα ο διάολος…

-Τι κατάσταση είναι αυτή πια… Τόσο χόρτο και κακό… Αν πιάσει μια φωτιά θα λαμπαδιάσουμε… έπιασε πρώτη το κουβεντολόι η Μαρία. Τα παιδιά δεν τολμάνε να πλησιάσουν…

Τα «παιδιά» ήταν δύο μαντράχαλοι δώδεκα χρονών, που είχαν κατακλέψει το χωριό. Αλλά το «ψαλτήρι» γινόταν πάντα με τα παράθυρα κλειστά. Μην τους ακούσει και όλη η γειτονιά. Στο κάτω κάτω «παιδιά» ήταν τα αγγελούδια της… «Αν δεν κάνουν και καμία βλακεία τώρα, πότε θα την κάνουν;».

-Αμ το άλλο, πού το πας το άλλο; Κάθεται, λέει, η μουρλή και διαβάζει μες στη χορτούρα μαύρα μεσάνυχτα. Τη βλέπει κάθε βράδυ ο Τάσος, όταν ποτίζει τις ντομάτες.

Αυτή ήταν η Δημητρούλα. Ο «Τάσος» ήταν ο άντρας της, ο οποίος -και ήταν κοινό μυστικό αυτό- , από την πρώτη μέρα που παντρεύτηκαν, την είχε κάνει τάρανδο. Αλλά οι ντομάτες-ντομάτες. Όλα κι όλα. «Ο καλύτερος κήπος της περιοχής. Και δεν το λέω μόνο εγώ, όλο το χωριό το λέει… Όχι να το παινευτώ, αλλά τα πάντα φύτεψε ο Τάσος μου και φέτο…» έλεγε και καυχιόταν. Κι ας έκλαιγε πικρά τα βράδια που δεν ήξερε πού ξενοκοιμότανε πάλι ο προκομμένος της…

-Μωρέ, τα φίδια; Με τα φίδια τι θα γίνει; Εμένα αυτό με τρώει… Τρέμει το φυλλοκάρδι μου κάθε φορά που φέρνει η Λένα τα μωρά…, είπε η τρίτη, η κυρά-Φώτω.

Η «Λένα» ήταν η κόρη της. Μια όμορφη τριαντάρα, χωρισμένη, με δύο μικρά παιδιά, που τα πάρκαρε συνεχώς στο πατρικό της, μονίμως άπλυτα και ξεμαλλιασμένα τα φουκαριάρικα, για να «βγάλει το μεροκάματο». Σταθερή δουλειά δεν είχε, όμως ήτανε δουλευταρού, όλοι είχανε να το λένε. Στην προϋπηρεσία της ενίοτε προσμετρούταν και το ότι άλλαζε τους άντρες πιο συχνά κι από εσώρουχα. Η εκκλησία όμως εκκλησία κάθε Κυριακή, πρώτο στασίδι πίστα, μαζί με τα «μωρά», πλυμένα και χτενισμένα ειδικά για την περίσταση, και, βέβαια, πάντα αλά-μπρατσέτα με την κυρα-Φώτω, μην τύχει και πει κανείς ότι δεν ήταν θρήσκα ή πως δεν αναγνώριζε τις θυσίες που έκανε η μάνα γι’ αυτήν και τα παιδιά της… Μα κυρίως μη και χάσει το απαραίτητο μπέιμπι-πάρκινγκ.

Κείνη την ώρα βγήκε από την πόρτα η Ευγενία με ένα κουβαδάκι στο χέρι. Το αυτί της πρόλαβε και άρπαξε τα «περί φιδιών», παρόλο που σταμάτησαν αμέσως τη συζήτηση.

-Καλησπέρα, Ευγενούλα.

-Τι κάνεις, κορίτσι μου;

-Πώς είναι η Πασχαλιά;

Τις αγνόησε επιδεικτικά. Πήρε το κουβαδάκι της και «δεν πήγε σε άλλη παραλία», αλλά λίγο πιο πέρα. Το έγειρε προσεκτικά στο πλάι. Έξι-εφτά μικρά φιδάκια έτρεξαν να βρουν καταφύγιο εκεί τριγύρω. Τα είχε εντοπίσει το πρωί κάτω από ένα σάπιο τελάρο. Θα έκοβε τα χόρτα την επόμενη και τα λυπήθηκε έτσι μικρά και απροστάτευτα που τα είδε.

Σηκώθηκαν όρθιες στο λεπτό και άρχισαν να σταυροκοπιούνται.

-Τι κάνεις εκεί, καλέ; Παλάβωσες τελείως; Έχουμε και μωρά… τόλμησε πρώτη  η κυρά-Φώτω σε έξαλλη κατάσταση.

-Μουρλάθηκες, Ευγενία; Ο Τάσος θα τρελαθεί όταν το μάθει… Κι έχει και πίεση τελευταία…

-Αχ, αχ, αχ… Πώς θα παίζουν τώρα μπάλα τα παιδιά; Πώς θα τα αφήνω να χώνονται στα χόρτα να τη βρούνε όταν τους φεύγει;

Τα «γεροντοκόρη», «χοντρομπαλού», «ψυχοπαθή» που τις έσουραν χαμηλόφωνα κουνώντας τα κεφάλια τους, δεν τα άκουσε. Αλλά χαζή δεν ήταν, τα ήξερε, τα υποψιαζόταν.

-Μη φοβάστε, κυρίες μου, μη φοβάστε καθόλου. Λίγα φιδάκια είναι μόνο.

-Ναι, ναι, λίγα δηλητηριώδη φιδάκια… Τι ωραία… Μήπως να τα καλούσαμε και για καφέ;

-Θα μας φάνε… Αχ, θα μας φάνε… Πώς θα γλιτώσουμε από δαύτα τώρα;

-Γεμίζεις με φίδια τον τόπο και μιλάς κι από πάνω;

-Μην ανησυχείτε, καλές μου. Είναι τελείως ακίνδυνα. Άλλωστε δεν είναι δηλητηριώδη. Τουλάχιστον όχι περισσότερο από τις γλώσσες σας…

Ξαφνική βουβαμάρα. Η καθεμιά προφασίστηκε αναψοκοκκινισμένη κάτι επείγον και χώθηκαν όπως όπως στα σπίτια τους.

Από εκείνη τη μέρα και για μία εβδομάδα η Ευγενία ήταν και πάλι το επίκεντρο όλων των συζητήσεων. Μετά την άφησαν στην ησυχία της. Κάποιον άλλον παρέλαβαν οι φαρμακερές τους γλώσσες.

Τα φίδια, από την άλλη, μεγάλωσαν και πολλαπλασιάστηκαν. Δεν ενόχλησαν ποτέ κανέναν.

Γιώτα Κοτσαύτη (Ανέκδοτο κείμενο)

Για το BOOK-TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.

«…Μέσα στο κεφάλι μου έχω ολόκληρη στρατιά από ανθρώπους που παρακαλούν να βγουν έξω και να πάρουν διαταγές…»

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ, Η τέχνη της γραφής, εκδόσεις Πατάκη