Δ ι ά θ λ α σ η (Γιώργος Μπελαούρης VS Κωνσταντίνα Κοράκη)

2017-01-20 07:15

Μια σειρά συνομιλιών γύρω από το βιβλίο με συγγραφείς, αναγνώστες και δημιουργούς με την ελπίδα ότι θα προκύψει κάτι, έστω και ελάχιστα, διαφορετικό.

Ας μιλήσουμε με τον Γιώργο Μπελαούρη.

 

Μπορεί να βγει φως μέσα από το σκοτάδι, τη μελαγχολία και το αίσθημα της απόλυτης μοναξιάς;

Φως μπορεί να βγει μέσα από καθετί άσχημο: μια προδοσία, το τέλος μιας σχέσης, κάθε αδιέξοδη κατάσταση. Το θέμα είναι πώς φιλτράρεις το μαύρο, το οποίο αν όντως εμπεριέχει κάθε χρώμα, διαλέγεις ποια απόχρωση θες και προχωράς. Το σκοτάδι είναι εκεί για να σου θυμίσει την μέρα που πέρασε, η απόλυτη μοναξιά έρχεται σε σύγκριση με τις ανθρώπινες διαδράσεις που είχες και η μελαγχολία είναι ένα όπιο το οποίο σε κάνει νωθρό με την γλύκα του. Καθετί αρνητικό είναι ‘’εν δυνάμει’’ θετικό, εφόσον μπορεί να σε ταρακουνήσει, να σε δραστηριοποιήσει, ψυχρό σα πετρέλαιο μα αν βρει την εσωτερική σου φλόγα, την φτάνει σε πρωτόγνωρη ισχύ και νέα ύψη… Ακόμη και το μαργαριτάρι μέσα στο στρείδι περικλείεται από σκότος, μα αν το όστρακο σπάσει όλοι μαγεύονται με το πολύτιμο βρέφος που γαλούχησε το έρεβος.

 

Γράφεις σ΄ ένα είδος ίσως σκοτεινό, γκόθικ, εναλλακτικό, underground. Σ' έναν άνθρωπο που δεν είναι εξοικειωμένος με αυτές τις πτυχές της τέχνης και ίσως να προσπερνούσε τα έργα σου, τι θα του έλεγες;

Δεν έχω κανένα πρόβλημα με κάποιον που δεν θέλει να με διαβάσει, υπάρχουν τόσοι συγγραφείς και τόσοι αναγνώστες και ο καθένας βρίσκει ποια φωνή θέλει να τον συντροφεύσει για ένα Χ χρονικό διάστημα. Αν κάποιος ήταν διατεθειμένος όμως να με προσεγγίσει, θα τον κατεύθυνα στους χαρακτήρες και στο σκοτάδι που βρίσκεται εκεί, ακόμα και στα πιο κλασσικά δείγματα λογοτεχνίας (Στόκερ, Σέλεϋ, Ματούριν, Χώθορν). Το γκόθικ υπάρχει σαν τεχνοτροπία από το μεσαίωνα, με περίτρανο δείγμα την Παναγία των Παρισίων, ενώ ο Ουγκώ και ο Ντίκενς σε πολλά έργα τους φλερτάρουν με την γκόθικ αισθητική. Είναι στοιχεία της κουλτούρας μας που δίχως να το γνωρίζουμε είναι αποδεκτά, μα μόλις μπει η ταμπέλα ‘’γκόθικ’’ αμέσως γίνονται δακτυλοδεικτούμενα, ιδίως αν παράγονται στον αιώνα μας. Σημασία πάντα έχουν οι χαρακτήρες, αν κάποιος προσεγγίσει με ανοιχτό μυαλό τα πάθη των ηρώων, η αισθητική μπορεί να παραγκωνιστεί…

 

Το έργο σου αναφέρεται σε μια κοπέλα, τη Λενόρ Κορπς, η οποία ζει μέσα σ' έναν κυκεώνα συναισθημάτων. Πώς κατάφερες ν' αντλήσεις υλικό για τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της; Ήταν εσωτερική διεργασία;

Η Λενόρ είναι εγώ στις άσχημες μέρες μου. Είναι κάποιες μέρες που δεν βρίσκεις κάτι όμορφο ή φωτεινό στη ζωή σου, θες να ξεσπάσεις μα δεν ξέρεις που ή σε ποιον, είναι κάποιες μέρες που δεν είσαι απλά μελαγχολικός μα νιώθεις ένα τυφλό μίσος για όλους και για όλα. Αυτό το μικροπρεπές κομμάτι μου δεν το αγαπάω ιδιαίτερα και για να το αποδεχτώ ήθελα να γράψω έναν χαρακτήρα, στον οποίο θα δικαιολογείται και αυτή η πτυχή της ανθρώπινης φύσης, τόσο με το παρελθόν του όσο και με αυτά που αντιμετωπίζει στο παρόν. Έβαλα όλα τα στραβά μου στην Λενόρ, μαζί με όσα θεωρούσα ιδανικά για μία καλλιτέχνη και τώρα πια την αποκαλώ ‘’κόρη μου’’ εις χάρην αστεϊσμού. Μπορεί να μην αγαπάω τα στραβά μου, μα λατρεύω την Λενόρ.

 

Είναι πιο εύκολο να τραβήξουμε την προσοχή ενός αναγνώστη με την ένταση, το πάθος και τα αρνητικά συναισθήματα;

Εξαρτάται από τον αναγνώστη. Πιστεύω ο μέσος αναγνώστης θέλει κάτι ανάλαφρο και ένα χαλαρό βιβλίο να τον συντροφεύσει για κάμποσο. Οπότε αυτόν τον αναγνώστη τον χάσαμε αν εντοπίσει τα αρνητικά συναισθήματα ως κινητήρια δύναμη του βιβλίου, χεχε. Ο ιδιαίτερος αναγνώστης όμως θα τραβηχτεί από αυτά. Θα θέλει να τεστάρει τον εαυτό του, μπαίνοντας στα ρούχα και στο πετσί του ήρωα, ζώντας με ασφάλεια επικίνδυνα μέσω της ανάγνωσης. Αυτό ίσως να ανοίξει νέα μονοπάτια στη σκέψη του, φέρνοντας ίσως κάποια κάθαρση ή κάποια αυτοβελτίωση μέσα στο χρόνο, πιστεύω είναι ένα ρίσκο που αξίζει να πάρει κάθε αναγνώστης.

 

Οι δαίμονες ενός ανθρώπου, τα άσχημα βιώματα, οι τύψεις, οι ενοχές αποτελούν εφαλτήριο για το πλάσιμο ενός δυνατού χαρακτήρα. Διαβάζοντας τη «Μαύρη Ντάλια» του James Ellroy ανακαλύπτουμε ότι ο συγγραφέας διοχέτευσε στο μυθιστόρημά του τους προσωπικούς του δαίμονες από τη δολοφονία της μητέρας του. Πιστεύεις ότι ο συγγραφέας, αλλά και ο αναγνώστης νιώθει ταύτιση με μια κρυφή του πλευρά και ίσως κάθαρση ανάλογα με την έκβαση ενός έργου; Μπορεί, δηλαδή, η φαντασία και συγκεκριμένα το dark fantasy, να μας βοηθήσει να έρθουμε σε επαφή με τη σκοτεινή μας πλευρά;

Σε μια κοινωνία, το ζωώδες στοιχείο μας καταπιέζεται ή περιορίζεται, τόσο από τους θεσμούς και τους νόμους που μας περιτριγυρίζουν όσο και από την προσωπική μας ηθική. Η φαντασία είναι ένα έμμεσο ξέσπασμα, μια λύτρωση γι αυτού του είδους την καταπίεση. Όταν τα σκοτεινά στοιχεία μας έρχονται στην επιφάνεια με αυτό τον τρόπο, όταν ένας χαρακτήρας γίνεται αντικατοπτρισμός των όσων θα θέλαμε να κάνουμε και βλέπουμε τα επακόλουθα ενός ξεσπάσματος και τα καταστροφικά παρεπόμενα, ξανασκεφτόμαστε αν όντως θα θέλαμε να κάνουμε ότι φανταζόμαστε, μα ταξιδεύοντας μαζί με τον ήρωα είναι σα να τα πράξαμε κατά κάποιο τρόπο. Η σκοτεινή μας πλευρά είναι πάντα σε απόσταση επαφής, είτε το κατανοούμε είτε όχι, το ξεμπρόστιασμά της (όχι μόνο μέσω του dark fantasy μα και μέσω κλασικών όπως ο Ντοστογιέφσκι) θεωρώ ότι μας επαναπροσδιορίζουν και μας βελτιώνουν.

 

Η συλλογή διηγημάτων «Ψυχοπλάνης Φαινόμενα» περιλαμβάνει διηγήματα από διάφορους συγγραφείς με κεντρικό άξονα την ηρωίδα σου τη Λενόρ Κορπς. Επίσης, ζητάς από διάφορους καλλιτέχνες να συνεργαστούν μαζί σου στο διαδίκτυο με αφορμή την ηρωίδα σου. Ως αποτέλεσμα έχουν προκύψει θεατρικά, διηγήματα, εικονογραφήσεις. Προφανώς, νιώθεις ασφαλής με το έργο σου και τις ιδέες και γι' αυτό δεν φοβάσαι τη συνεργασία. Γιατί πολλοί συγγραφείς βλέπουν με καχυποψία τους συναδέλφους τους και περιχαρακώνονται στον εαυτό τους;

Τα διηγήματα αυτής της συλλογής λαμβάνουν χώρα στον κόσμο και την μυθολογία της οποίας η Λενόρ είναι απλά μία μονάδα. Δεν ήθελα να καλύψω άλλες προοπτικές αυτής της μυθολογίας και θεωρώ ότι δεν θα τα κατάφερνα, εξ ού και η πρόσκληση για την διεύρυνση του κόσμου. Η ψυχοπλάνη είναι απλά ένα κομμάτι της μυθολογίας μου και ήθελα να την μοιραστώ, διότι βλέπω κάθε δημιουργό σα μεγάλο παιδί: έχουμε τον ίδιο ενθουσιασμό και αγάπη με αυτό που κάνουμε, όπως το κάθε παιδί με κάθε νέο του παιχνίδι, μα τα ‘’παιχνίδια’’ μας είναι οι ιδέες μας! Με την ψυχοπλάνη δεν μου αρέσει να παίζω σόλο, θα ένιωθα σαν να ήμουν ολομόναχος σε μια παιδική χαρά, η διασκέδαση θα κρατούσε μέχρι ένα σημείο μα σύντομα θα ήθελες παρέα. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, η ψυχοπλάνη είναι το μόνο κομμάτι της μυθολογίας μου που έχω αφήσει ελεύθερο για προεκτάσεις από ξένους. Αν κάποιος έγραφε κάτι για την Μεσάια, το Ξενοδοχείο Ελπίς ή τον κόσμο της Νάταλι, δεν ξέρω πως θα ένιωθα. Θα με τιμούσε μα θα με προβλημάτιζε… Δεν μπορώ να μιλήσω για καχυποψία ή περιχαράκωση, εφόσον προσωπικά δεν την έχω ζήσει, μα πέρα από παιχνίδια, οι ιδέες μας είναι και τα πνευματικά μας τέκνα, είναι λογικό να φοβόμαστε τι θα συμβεί στα παιδιά μας…

 

Βλέπουμε συχνά αρνητικά σχόλια από αναγνώστες στο Goodreads για τους Έλληνες συγγραφείς (δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολούνται με τη φαντασία). Θεωρούν ότι οι περισσότερες κριτικές σε blogs και ομάδες είναι στημένες, κατευθυνόμενες από τους εκδοτικούς, ότι διάφοροι συγγραφείς σχηματίζουν κλίκες κτλ. Το αποτέλεσμα είναι να μη διαβάζουν Έλληνες συγγραφείς. Από την άλλη αρκετοί συγγραφείς δείχνουν να μην καταλαβαίνουν, αντιθέτως επιμένουν στην καλλιέργεια δημοσίων σχέσεων, αντί να γράφουν και να διαβάζουν, όσο το δυνατόν περισσότερο. Τι συμβαίνει τελικά στον εκδοτικό χώρο, πόσο δέσμιος είναι ο συγγραφέας από τις δημόσιες σχέσεις και πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση;

Εξαρτάται πάντα για ποιο λόγο γράφεις κατ΄εμέ. Σε όσους έχω πει κατά καιρούς ότι θέλω να μάθουν την Λενόρ και όχι τον Γιώργο, με κοιτούν λες και είμαι ο τρελός του χωριού, όταν στην πρώτη μου έκδοση (την ανθολογία) δεν υπήρχε ούτε καν αναφορά του ονόματός μου στο εξώφυλλο πολλοί με πολιόρκησαν με ερωτήσεις σχετικά με αυτό το ‘αλλόκοτο φαινόμενο’. Ναι, η αλήθεια είναι ότι προσπαθώ να βρίσκομαι μακριά από κλίκες και γι αυτό τα έχω βρει και κάπως δύσκολα, μα δεν έχω την ανάγκη να θρέψω την ματαιοδοξία μου, έχω απλά την ανάγκη να πω ιστορίες. Ο Γιώργος είναι βαρετός, η Λενόρ δεν είναι, γιατί να θέλουν να μάθουν εμένα; Με τις δημόσιες σχέσεις προσπαθώ να είμαι τυπικός και ευγενικός, μα δεν θα έλεγα ότι έχω μπει ακόμα σε αυτό το ‘’παιχνίδι’’ για τα καλά, ίσως να μπω αν δεν δω φως με άλλο τρόπο (ποτέ μη λες ποτέ, σωστά;). Μα έχε κατά νου κάτι: πόσοι γράφουν και πόσοι αναγνώστες υπάρχουν; Μπορείς να επηρεάσεις μόνο έναν περιορισμένο αριθμό ατόμων με τις ιστορίες σου, όσοι θέλουν να γίνουν συνταξιδιώτες σε όσα γράφω είναι ευπρόσδεκτοι, μα δεν θα ήθελα με την έμμεση πίεση που φέρει η ευγένεια των κοινωνικών συναναστροφών κάποιος να με διαβάσει μόνο για να με διαβάσει. Θα ήταν σαν pity sex –αν μου επιτρέπεις τον ξένο ορισμό- όταν η ανάγνωση οφείλει να είναι πνευματικός οργασμός και από τις δύο πλευρές. Δεν ξέρω αν μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση, μα θέλω να είμαι αισιόδοξος.

 

Διάβαζες από μικρός; Πώς ήρθες σ' επαφή με τα βιβλία; Το σχολείο έπαιξε κάποιο ρόλο;

Στο σπίτι μας υπήρχαν πάντα βιβλία. Η μητέρα μου διάβαζε ανέκαθεν μανιωδώς, ο πατέρας μου σα φοιτητής δεν καταβρόχθιζε απλά τα βιβλία, τα εισέπνεε, χεχε, ενώ η αδελφή μου είναι ο πιο γρήγορος και απορροφητικός αναγνώστης που έχω συναντήσει. Οπότε ήταν οικογενειακό μικρόβιο. Ξεκίνησα το ταξίδι της ανάγνωσης όπως τα περισσότερα παιδιά της γενιάς μου: στην αρχή Ανατριχίλες κι έπειτα Χάρι Πότερ και Άρχοντα των δαχτυλιδιών. Στο σχολείο (ειδικά από το γυμνάσιο και μετά) διάβαζα περισσότερα εξωσχολικά παρά ενδοσχολικά βιβλία. Γενικά στο δημοτικό ένιωθα μια απέχθεια με το διάβασμα μα ήταν μέχρι να πέσουν στα χέρια μου τα σωστά βιβλία που θα με συνάρπαζαν και πάλι.

 

Γιατί πολλοί έφηβοι απεχθάνονται το διάβασμα; Είναι τελικά κάτι βαρετό όταν προσφέρονται τόσες επιλογές διασκέδασης, όπως οι ταινίες και οι σειρές;

Αυτή η ερώτηση είναι συμπλήρωση και προέκταση της προηγούμενης πιστεύω. Ο καταναγκαστικός χαρακτήρας της μελέτης του σχολείου ίσως να τους απωθεί, όπως απωθούσε κι εμένα. Μα από την άλλη τους αδικείς; Τους καταλαβαίνω απίστευτα! Όταν είσαι μια μπαταρία που ξεχειλίζει από ενέργεια πώς να στριμωχτείς στη ‘συσκευή’ που είναι το διάβασμα; Το κάνεις ήδη για το σχολείο, όταν έχεις ελεύθερο χρόνο μόνο εκεί δεν πάει ο νους σου. Πώς να μείνεις σε μία διαδικασία σταθερός, δουλεύοντας μόνο με το νου, όταν θες να τα κάνεις όλα γύρω σου κομμάτια; Και δεν είναι μόνο οι ταινίες και οι σειρές, είναι τα βιντεοπαιχνίδια, οι συναυλίες, η ενασχόληση με κάποιο άθλημα… Η ανάγνωση απαιτεί χρόνο και συγκέντρωση, είναι μια διαδικασία εσωτερική και δεν είναι κάτι που μπορείς και τόσο να καυχηθείς για αυτή, πάντα θα είσαι στη μειονότητα. Πιστεύω είναι καθαρά θέμα ενέργειας και κατανόησης της βαρύτητας της ανάγνωσης, μα δίχως την καθοδήγηση από σωστούς δασκάλους η απέχθεια ή η απόρριψη είναι αναμενόμενη.

 

Παρόλο που τελευταία βλέπουμε μια άνθιση, η φαντασία ως λογοτεχνικό είδος στέκεται ακόμα στο περιθώριο. Γιατί συμβαίνει; Θεωρείς ότι αυτή η κατάσταση βολεύει τους συγγραφείς του mainstream;

Θα μιλήσω για την Ελλάδα και με βάση όσα έχω ‘καταλάβει’ προσωπικά. Είμαστε σε μία χώρα που από πολύ νεαρή ηλικία, κομμάτι της γαλούχησής μας είναι το φανταστικό. Από τον Όμηρο και τις παραδόσεις μας, μέχρι τους θρύλους και τα τραγούδια μας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με νεράιδες, αλαφροΐσκιωτους, ξωτικά, στοιχειά, θεούς, ημίθεους και καθετί άλλο αντίστοιχης φύσεως. Με την ενηλικίωση, το ευκολότερο πράγμα που μπορείς να κάνεις σαν αναγνώστης, είναι να στραφείς στο ρεαλιστικό στοιχείο, θεωρώντας το ‘’σοβαρότερο’’. Είναι θέμα κληρονομίας και ενός σνομπισμού προς καθετί αλληγορικό, είναι μία κατάσταση αντιμετώπισης της λογικής ‘’αυτά τα διάβαζα/άκουγα μικρός, μεγάλωσα τώρα, δεν έχουν να μου δώσουν κάτι’’. Οι mainstream συγγραφείς θεωρώ ότι βολεύονται από αυτό, δεν τεστάρουν τα όρια της δημιουργίας τους, αναμασούν όσα άκουσαν κι όσα έζησαν, στείρα πολλές φορές, γεμίζουν κάμποσες σελίδες και  με ένα παραπλανητικό λεξιλόγιο ή ένα ύφος διανοούμενου παραπλανούν τους ‘’ενήλικες’’  να διαβάζουν τα ‘’σοβαρά’’ έργα τους. Η μυθοπλασία αποτελείται από την λέξη ‘’μύθος’’, για εμένα αυτή είναι όχι μόνο η ψυχή της λέξης μα και της δημιουργίας γενικά. Μα και πάλι, αν δεν κάτσει πάνω σου η πατίνα του χρόνου, θα σε πουν ανώριμο ή φαντασιόπληκτο, μα διαβάζοντας κάτι φαντασιακό ή αλληγορικό σε συγγραφείς μεγαλύτερης ηλικίας ή προηγούμενων γενεών θα το χαρακτηρίσουν ως ‘’εξαιρετικό ανθρωπομορφισμό’’, ‘’σπάσιμο της φόρμας και του ρεαλισμού’’, ‘’θαρραλέα κίνηση που υπογραμμίζει το διανοητικό του μεγαλείο’’ και άλλα πομπώδη δαφνοστολίσματα. Δεν πειράζει, θα αναγνωριστούμε μετά θάνατον, χεχεχε.

 

Διάβασα ότι συλλέγεις σπάνια βιβλία. Θέλεις να μας πεις πώς τα βρίσκεις και ποιο είναι το κίνητρο γι' αυτή τη συνήθεια; Επίσης, θα ήθελα να μάθω πού βρίσκεις τον χώρο για να τα αποθηκεύεις...

Όπως προείπα, πάντα στο σπίτι υπήρχαν βιβλία, μα ποτέ δεν υπήρχαν σπάνια βιβλία. Η οικογένειά μου είχε το βιβλίο ως διέξοδο και καταφύγιο, σ εμένα πέρασε σα φετίχ. Αγαπώ το βιβλίο όχι μόνο για το ταξίδι που εσωκλείει μα και σαν αντικείμενο ομορφιάς. Με ανατριχιάζει η ιδέα ότι τις γραμμές που θα διαβάσω τις διάβασε στο παρελθόν ένας άνθρωπος άλλης κοινωνίας, εποχής, νοοτροπίας. Είναι σα να ζούμε σε ένα κοινό παρόν, όσο μοιραζόμαστε αυτές τις γραμμές, ενώ μας χωρίζουν δεκαετίες ή και αιώνες. Το παλαιότερο που έχω είναι τυπωμένο στο Λονδίνο το 1810 και από Ελλάδα ένα του 1883. Σκέψου πόσο διαφέρω από τον πρώτο του ιδιοκτήτη! Όταν σήκωνε το βλέμμα του από το χαρτί έβλεπε άμαξες και το πολύ τριώροφα κτίρια, όταν σηκώνω εγώ το βλέμμα μου βλέπω αυτοκίνητα και πολυκατοικίες που ίσως να του δημιουργούσαν δέος, μα και οι δύο, στις στιγμές που η ματιά μας σηκώνεται από τη σελίδα, αναλογιζόμαστε τα όσα μόλις διαβάσαμε! Φυσικά τα επεξεργαζόμαστε με διαφορετική οπτική και διαφορετικά βιώματα, μα και πάλι… δεν υπάρχουν λόγια για το χρονικό χάσμα που καλύπτεται μέσα σε στιγμές! Αυτή η συλλογή ξεκίνησε από ένα προσωπικό αστείο και έγινε έρωτας… Στη Τρίτη λυκείου αγόρασα μία έκδοση της ‘’θείας κωμωδίας’’ του 1950 και είπα στον εαυτό μου ‘’θα μπορούσα να βρω κάτι παλιότερο;’’ Έπειτα με καταδρομικές σε εγκαταλελειμένα κτήρια, συχνές επισκέψεις στο μοναστηράκι και δώρα φίλων, έφτασα αρκετά πίσω, μα ακόμα σκέφτομαι με τον ίδιο τρόπο. Αν καταφέρω να έχω στην βιβλιοθήκη μου κάποιο βιβλίο του 18ου αιώνα κάποια στιγμή, θα είναι ονειρικό (έστω και του 1799). Η βιβλιοθήκη μου είναι αρκετά μεγάλη, ως αναφορά την αποθήκευση τώρα, μα τα περισσότερα σπάνια δεν είναι σε εμφανή σημεία, εφόσον έχω την εμμονή να τοποθετώ στα ράφια της μόνο ότι έχω διαβάσει. Τα αδιάβαστα είναι κρυμμένα. Αν έρθεις και ρίξεις μια ματιά και με ρωτήσεις σχετικά με τις εγκυκλοπαίδειες, ε αυτές όχι, δεν τις έχω διαβάσει, μα η μία είναι του 1930 και θα ένιωθα περίεργα άμα την έκρυβα, αν σκεφτείς ότι την είχα βρει σε υπόγειο ρημαγμένου σχολείου σχεδόν ατόφια, χεχε.

 

Διαβάζεις βιβλία που έχεις διαβάσει στο παρελθόν; Και αν, τι ανακαλύπτεις στη δεύτερη ανάγνωση;

Σπανίως και μόνο σε βιβλία που με σημάδεψαν, μα η δεύτερη ανάγνωση πιστεύω κρύβει όλη την σοφία! Σίγουρα δεν είναι σα να διαβάζεις κάτι ολοκαίνουριο, μα στην πρώτη ανάγνωση έχουμε πάντα την αγωνία να δούμε που θα κινηθεί η δράση και πώς θα εξελιχθεί η πλοκή. Στην δεύτερη ανάγνωση, γνωρίζοντας ήδη αυτά, το βιβλίο αναπνέει καλύτερα, μας ανοίγεται πιο αργά μα όλα ζωγραφίζονται πιο λεπτομερώς γύρω μας. Αν η πρώτη ανάγνωση είναι μια βραδιά στο θέατρο, τότε η δεύτερη είναι σίγουρα προβολή σε σινεμά. Επίσης, με βάση τα νέα σου βιώματα, αποκρυπτογραφείς διαφορετικά τις πτυχές των ηρώων. Θα ήθελα να το κάνω συχνότερα, μα είναι τόσα τα αδιάβαστα που έχω που δεν προλαβαίνω… 

 

Για πολλούς διάσημους συγγραφείς, έπαιξε καθοριστικό ρόλο η συνάντησή τους ή η ανταλλαγή επιστολών με άλλους συγγραφείς. Π.χ. η συνάντηση του Τολστόι με τον Ουγκώ ή η σημασία που έδινε ο Λάβκραφτ στην επαφή του με πολλά διαφορετικά άτομα μέσω της επιστολογραφίας. Στις μέρες μας υπάρχει τέτοια διάθεση από την πλευρά των συγγραφέων ή έχουν πέσει στην παγίδα του ναρκισσισμού;

Να σου πω, μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, είναι αισθητό το δίπολο των αντιπροσώπων της ‘’ελιτ’’ των γραμμάτων και όσων ακόμη δεν είναι αναγνωρισμένοι. Αυτό υπήρχε σε κάθε αιώνα και δυστυχώς δεν θα εξαλειφθεί ποτέ. Από προσωπική εμπειρία όμως, δεν έχω αντιμετωπίσει στο επίπεδο που λες τον ναρκισσισμό που αναφέρεις. Είναι όλα θέμα προσέγγισης και αν το υλικό σου έχει δυναμική. Αν είσαι αγενής και η πένα σου βγάζει ‘νερουλό μελάνι’ πώς να κινήσεις το ενδιαφέρον του άλλου; Το fb είναι ένα τρομερό μέσο ‘’σύγχρονης επιστολογραφίας’’ και εγώ προσωπικά βρίσκω ανεκτίμητη την επικοινωνία με άλλους συγγραφείς όποτε μου προσφέρεται.

 

Παρόλο που ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίστηκε ως κοσμοκαλόγερος, είχε τη φοβερή ικανότητα των μεγάλων συγγραφέων να διεισδύει μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Έχεις διαβάσει κάποιο έργο του και αν ναι, τι σου έκανε εντύπωση;

Ο Παπαδιαμάντης μαζί με τον Ροΐδη είναι από τους αγαπημένους μου Έλληνες λογοτέχνες και ένα εξαίσιο παράδειγμα γκόθικ αισθητικής. Η άδεια πόλη από την χολέρα στη ‘’Μετανάστρια’’, ο θρύλος του πύργου στον ‘’Έμπορο των Εθνών’’ και η πλειονότητα της ‘’Γυφτοπούλας’’ (ειδικά οι σκηνές στο μοναστήρι) μπορούν να συγκριθούν με τον καλόγερο του Λιούις ή με το Άλικο Γράμμα του Χώθορν. Τα διηγήματά του είναι μονοκοντυλιές ανθρώπων, πορτραίτα ψυχών με τρομερή διείσδυση στην ψυχοσύνθεση τους, ισάξια του Ντοστογιέφσκι. Θα μπορούσα να γράψω σελίδες από μνείες γι αυτόν τον συγγραφέα, μα τα έχουν γράψει άλλοι και πολύ καλύτερα από εμένα. Τον αγαπώ ιδιαίτερα για το σκοτάδι του!

 

Τα τελευταία χρόνια έχουν βγει πολλοί νέοι συγγραφείς. Πιστεύεις ότι υπάρχει χώρος για όλους;

Φυσικά! Δεν υπάρχει τίποτε ομορφότερο από την δημιουργία και όσοι περισσότεροι δημιουργοί τόσο πιο πολλά ανήσυχα πνεύματα. Η ενασχόληση με την οποιαδήποτε τέχνη φέρνει μία αφύπνιση στη συνείδηση και όσοι περισσότεροι αφυπνισμένοι τόσο το καλύτερο. Το γράψιμο, η ζωγραφική, η γλυπτική, η φωτογραφία, το μόντελινγκ, το μοντάζ, η σκηνοθεσία… ότι κι αν είναι αυτό χρειάζονται καλλιτέχνες. Την ποιότητα θα την κρίνει ο κόσμος μαζί με τον χρόνο, μα αυτό που ξεκινά στον καθένα σα λιθαράκι, είτε γίνει είτε καλύβα είτε κάστρο, μπορεί να τον βελτιώσει να επηρεάσει και να εξελιχθεί σε κάτι υπέροχο. Ακόμα κι αν παραμείνει λιθαράκι και απλά κατρακυλήσει, σίγουρα δε θα χαθεί: ή θα παρασύρει ένα δύο πετρούλες ή θα σηκώσει κάποια μόρια σκόνης, τίποτα όμως δεν χάνεται!

 

Πόσο παλεύεις με τα κείμενά σου; Σου έχει συμβεί να ασχολείσαι χρόνια με μια ιδέα και να θεωρείς ότι δεν είναι ακόμα ολοκληρωμένη για να δημοσιευτεί;

Τα κείμενα του μπλογκ συνήθως είναι ένα-δύο χέρια μόνο και μετά αναρτούνται. Είναι εξάσκηση πιο πολύ για την πένα μου όσο και έκθεση ιδεών και ιστοριών μου. Τα ανέκδοτα έργα μου ή όσα θα εκδοθούν στο μέλλον ή θα εκτεθούν από το μπλογκ, είναι μια επίπονη διεργασία πολλαπλών περασμάτων, κοσκινίσματος των θεμάτων, αφαιρέσεων και προσθηκών… Όλα όσα γράφω είναι αλληλένδετα μα παλεύω να έχουν και κάποια αυτοτέλεια. Όλα τοποθετούνται σε έναν κόσμο που δημιούργησα στην έκτη δημοτικού, οπότε είμαι χρόνια μέσα σε αυτό τον κόσμο, ανεξάρτητα με το πώς προσαρμόζω κάθε νέα ιδέα. Πολλά βιβλία που έχω κλείσει όμως δεν θεωρώ ότι μπορούν να δημοσιευτούν ακόμα κι από εκεί προέκυψε και η Λενόρ. Έχω ήδη γράψει δύο βιβλία με την ιστορία των γονιών της, μα ήθελα πρώτα ο κόσμος να μάθει την κόρη τους…

 

Έχουν τα «παραμύθια για μεγάλους» κάποια συγκεκριμένα γνωρίσματα; Είναι ένα είδος σχετικά άγνωστο στη χώρα μας και τι νομίζεις ότι μπορεί να προσφέρει στον αναγνώστη;

Στο είδος που γράφω, ο ‘’κανόνας’’ είναι να χρησιμοποιείς το μοτίβο ενός κλασικού παραμυθιού και να το ξαναπαρουσιάζεις σε ενήλικο κοινό. Δέχεσαι ως δεδομένο ότι η παρθενογένεση δεν υπάρχει πλέον και προσπαθείς να πρωτοτυπήσεις αναπλάθοντας ότι προϋπήρξε. Με το άγχος του να παλέψεις να γίνεις καινοτόμος να χάνεται, μελετάς και επαναπροσδιορίζεις αρχέτυπα, αναδιηγείσαι ότι έχει ήδη ειπωθεί. Από τον Όμηρο ακόμα, διαβάζουμε ότι πολλοί συγγραφείς μελαγχολούσαν διότι είχαν τον φόβο ότι δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τους προγενέστερούς τους! Αυτό κάνει την δημιουργική διαδικασία ‘τρόπο-τινά’ κάπως πιο εύκολη. Το θέμα δεν είναι το φαντασιακό στοιχείο (το οποίο ίσως να αποξενώνει πολλούς μα συνήθως δρα αλληγορικά) μα οι χαρακτήρες. Ένα παράδειγμα που έχω αναφέρει πολλάκις στο παρελθόν: ένας δράκος καίει μια γειτονιά στην Αθήνα, δεν μας απασχολεί πως θα σκοτωθεί το θεριό, αυτό θα γίνει κάποια στιγμή για να φέρει την κάθαρση, μας νοιάζει ο ήρωας να είναι προσιτός. Αν ο ήρωας είναι ένας καθημερινός άνθρωπος θα προσεγγίσουμε το άγχος μετά την καταστροφή, το θάνατο των γειτόνων, τα συναισθήματα στον πυρήνα τους πέρα από το σουρεαλιστικό περιβάλλον της δράσης. Αν γειώσουμε τα συναισθήματα και αποκλείσουμε τον εξωγενή παράγοντα του δράκου, τα ίδια συναισθήματα αντιμετωπίζουμε στην καθημερινότητά μας. Θέλω να πιστεύω ότι προσφέρει νέες οπτικές και λύσεις εφόσον τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα. Θα μπορούσε να μας κάψει το σόι ένας δράκος, χεχε.

 

Γιατί οι αναγνώστες επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό το «ασφαλές» και πολυδιαφημιζόμενο βιβλίο αντί να ψάξουν λίγο παραπάνω;

Αυτού του τύπου οι αναγνώστες θεωρώ ότι διαβάζουν απλά από χόμπι, όχι από πάθος. Διαβάζουν κάτι που έχει διαβαστεί για να γίνει κομμάτι μελλοντικής συζήτησης με κάποιον άλλον που το έχει διαβάσει και αυτό ήταν. Σα να είδαν και οι δύο ένα σίριαλ στην τηλεόραση, ανεξάρτητα από την ποιότητά του. Δεν έχουν όλοι χρόνο ή θέληση να ψάξουν κάτι εξειδικευμένο.

 

Στους ανθρώπους που λένε ότι δεν έχουν χρόνο να διαβάσουν, τι θα έλεγες;

Το διάβασμα δεν είναι για όλους πιστεύω, είναι μια ιδιαίτερη διαδικασία που θέλει χρόνο και συγκέντρωση. Όποιος θέλει να διαβάσει θα διαβάσει, είτε στο μετρό, είτε στο πόδι, είτε όσο κάνει την ανάγκη του στο μπάνιο, χεχε… Όταν ακούω ότι κάποιος δεν έχει χρόνο να διαβάσει, χαμογελώ διότι μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα: βρίσκεται σε παρέα αναγνωστών και για να μην νιώθει ξεκομμένος προσπαθεί να συμπεριληφθεί στην κουβέντα ή απλά βαριέται. Λίγο χρόνο μπορείς να στριμώξεις μέσα στη μέρα σου ακόμα και για δύο σελίδες.

 

Πώς επιλέγεις τα βιβλία που θα διαβάσεις; Σ΄επηρεάζουν οι κριτικές;

Ως επί το πλείστον διαβάζω βιβλία από συγγραφείς του 19ου αιώνα ή των οποίων η δράση τοποθετείται στον 19ο αιώνα. Τα τελευταία δύο χρόνια, κάθε δέκα βιβλία διαβάζω κι έναν σύγχρονο Έλληνα, για να νιώθω ότι υποστηρίζω κάπως την σκηνή, εφόσον αγοράζω πολλά βιβλία από Έλληνες που γράφουν φάνταζι και ιστορικό. Δεν με απασχολούν οι κριτικές, συνήθως διαβάζω πολλά των ίδιων συγγραφέων, αν έχω τεστάρει ότι κάποιος μου αρέσει, θέλω να διαβάσω τα άπαντά του.

 

Κλείνω τη συζήτηση μ' ένα απόσπασμα από το ιστολόγιό σου:

«Ολόκληρη η νουβέλα αφιερώνεται με κάθε ικμάδα του είναι μου στην Λένα,

γιατί δίχως μούσα πώς θα ήμουν ικανός να γράψω;

Αιώνια ευγνώμων για την έμπνευση, τα συναισθήματα και τις στιγμές...»

 

Τελικά, Γιώργο, ο συγγραφέας χωρίς πηγή έμπνευσης μένει αβοήθητος;

Αν και δεν με θεωρώ συγγραφέα ή καλλιτέχνη, θεωρώ ότι ο κάθε δημιουργός αντλεί στο μέγιστο βαθμό από τα έσω του πριν τα εναποθέσει στα μέσα της τέχνης του (είτε αυτό είναι χαρτί, είτε καμβάς, είτε μάρμαρο) και τα εκθέσει. Για να μην στραγγίξουν όμως τα προϋπάρχοντα εντός του, πρέπει να είναι ανοιχτός συνεχώς σε ερεθίσματα και σε όσα τον περιτριγυρίζουν, να τα φιλτράρει και να τα κάνει δικά του για μελλοντική χρήση. Έμπνευση έρχεται από παντού, για εμένα ο έρωτας και ο θάνατος είναι τα μοτίβα που υπογραμμίζουν το καθετί που γράφω. Δίχως αυτά, το ομολογώ, θα ήμουν στείρος δημιουργικά!

 

Σ΄ ευχαριστώ για την κουβέντα μας.

Βιογραφικό σημείωμα:

Ο Γιώργος Μπελαούρης γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα και ξεκίνησε να γράφει στα 7 του. Πρώτη φορά παρουσίασε κείμενό του σε κοινό τον Οκτώβριο του 2011, στη Μυτιλήνη, ως σύνεδρος στο 5ο Διεθνές Συνέδριο Λογοτεχνίας. Το κείμενο είχε τίτλο: «Οι παράλληλοι βίοι του Καζανόβα και του Ντε Σαντ», ενώ στο ακροατήριο υπήρχαν προσωπικότητες όπως ο τρισέγγονος του Τολστόι και η μικρανηψιά του Καβάφη. Έχουν ανέβει 10 θεατρικά μονόπρακτά του, 2 θεατρικά σκετς, 2 θεατρικοί μονόλογοι και 2 θεατρικά έργα του σε Αθήνα και Μυτιλήνη, με τα περισσότερα σε σκηνοθεσία του ιδίου. Το καλοκαίρι του 2014 δημοσιεύτηκε το κείμενό του «Είναι εύθραυστη η φύση της χαράς», από τους nomάδες artcore, στα πλαίσια του τέταρτου εγχειρήματός τους με τίτλο «ΧΑΡΑ», ενώ το καλοκαίρι του 2015, από την ίδια ομάδα, το κείμενό του «η ΑΝΆσα ο ΜΕΣΆζων», στα πλαίσια της προώθησης της παράστασής τους «ΑνάΜεσα». Το διήγημά του «Μαργαρίτα», ήταν ένα από τα επικρατέστερα σε διαγωνισμό λογοτεχνίας και συμπεριλήφθηκε στην πρώτη ανθολογία steampunk στην Ελλάδα με τίτλο «Οι Θεοί Του Ατμού» από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές. Έχει διαβάσει σε διάφορες θεματικές βραδιές 15 κείμενά του, δύο άλλα κείμενά του έχουν βρει τον δρόμο τους σε άλλες εκδόσεις (ένας πρόλογος κι ένα δοκίμιο), ενώ τον Δεκέμβριο του 2014 ανέβασε το blog του mpelaouris.blogspot.gr στο οποίο μέχρι στιγμής έχουν αναρτηθεί 6 νουβέλες (οι 3 σε εξέλιξη και οι 2 κατεβασμένες πλέον και σε στάδιο διορθώσεων για μελλοντική έκδοση) και 52 διηγήματά του. Τον Οκτώβριο του 2016 κυκλοφόρησε η ανθολογία ‘’Ψυχοπλάνης Φαινόμενα’’ η οποία αποτελεί την πρώτη έκδοση της μυθολογία του, με κείμενα νέων συγγραφέων και δύο δικά του. Έχει 58 ανέκδοτα διηγήματα, τα οποία θα αναρτηθούν φέτος στο μπλογκ του, καθώς επίσης 3 ανέκδοτα μυθιστορήματα και 2 θεατρικά έργα που ακόμη δεν έχουν ανέβει. Είναι ο δημιουργός της facebook page LC DLVI και ο «μπαμπάς» της Λενόρ Κορπς.

Η ανθολογία «Ψυχοπλάνης Φαινόμενα» κυκλοφορεί στην Πρωτοπορία (σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη), καθώς και σε ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.

 

Για το Book-Tour, Κωνσταντίνα Κοράκη.

(www.goodreads.com/author/show/7960996.Konstantina_Koraki

http://www.booktourmagazine.com/peri-fantasias-kai-ochi-mono/)