Δ ι ά θ λ α σ η (Ευθυμία Ε. Δεσποτάκη VS Κωνσταντίνα Κοράκη)

2017-02-05 16:07

Μια σειρά συνομιλιών γύρω από το βιβλίο με συγγραφείς, αναγνώστες και δημιουργούς με την ελπίδα ότι θα προκύψει κάτι, έστω και ελάχιστα, διαφορετικό.

Ας μιλήσουμε με την Ευθυμία Δεσποτάκη.

 

1.  Το 1996 ο πρόεδρος ενός μικρού εκδοτικού οίκου έδωσε στην οχτάχρονη κόρη του το πρώτο κεφάλαιο από ένα υποψήφιο προς έκδοση μυθιστόρημα. Το κοριτσάκι, μόλις το διάβασε, ζήτησε αμέσως το δεύτερο κεφάλαιο και έτσι συνέβαλε στο να εκδοθεί η σειρά «Χάρι Πότερ» της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ από τον Bloomsburry. Παρ’ όλα αυτά, ο επιμελητής του εκδοτικού συμβούλεψε τη Ρόουλινγκ να βρει μια άλλη δουλειά, γιατί δεν είχε πολλές πιθανότητες να βγάλει χρήματα από τα βιβλία. Τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από αυτή την ιστορία για το χώρο των εκδόσεων;

 

Κατά τη γνώμη μου, κανένα απολύτως. Θα ήταν άδικο και μάλλον κοντόφθαλμο να βγάλουμε συμπέρασμα για κάτι που αφορά άλλη εποχή, άλλη χώρα, άλλη συγκυρία και μπορώ να σκεφτώ μερικές δεκάδες ακόμη «άλλα» πράγματα. Το πιο σημαντικό πράγμα για μένα είναι να μην τσουβαλιάζω πράγματα στο ίδιο σακούλι, ειδικά όταν πρόκειται για κάτι υπερβολικά εξαρτώμενο από το χώρο και το χρόνο, όπως το τι εκδίδει ο κάθε εκδοτικός. Θα ήταν ίσως πιο αισιόδοξο να σκεφτόμαστε ότι ένας εκδοτικός πρέπει να επιλέγει βιβλία καλής μόνο λογοτεχνίας, αλλά αυτό θα σήμαινε ότι θεωρούμε το χώρο των εκδόσεων ανεξάρτητο από την οικονομική, πολιτική, κοινωνική κατάσταση εντός της οποίας προσπαθεί να επιβιώσει. Κι αν μη τι άλλο, η ιστορία της λογοτεχνίας μας έχει αποδείξει ότι τα κείμενα που επιβιώνουν, αυτά που θεωρούμε τελικά κλασσικά, είναι εκείνα που βλέπουν τον αιώνιο άνθρωπο μέσα από τις εφήμερες και ταυτόχρονα σύγχρονές του καταστάσεις.

 

2. Διαβάζοντας συμβουλές γνωστών συγγραφέων του εξωτερικού προς υποψήφιους συγγραφείς βλέπουμε το ίδιο μοτίβο. Όλοι τονίζουν ότι ένας συγγραφέας πρέπει να διαβάζει (πάρα πολύ) και να γράφει πολύ, να ξεκινάει με διηγήματα και μικρές ιστορίες και μετά να κατευθύνεται προς το μυθιστόρημα. Από ό,τι έχω καταλάβει είσαι, ίσως, από τα λίγα άτομα που ακολούθησες αυτή τη γραμμή. Τι σε καθοδήγησε και πώς τα κατάφερες να μην παρασυρθείς;

 

Με οδήγησε το ένστικτο, θα έλεγα. Κι ίσως κι ένα ελάττωμα του χαρακτήρα μου, βαριέμαι εύκολα. Δοκίμασα, όπως όλα τα παιδάκια που αγαπούν το γράψιμο, να ξεκινήσω με μεγαλεπήβολα σχέδια πολλών, πολλών, πολλών σελίδων. Είδα σύντομα ότι αυτό το μοντέλο δε με βόλευε καθόλου, οπότε γύρισα στις μικρές σύντομες ιστορίες. Πεπεισμένη ότι δεν θα καταφέρω ποτέ να γράψω κάτι μεγαλύτερο, έπεσα με τα μούτρα να τελειοποιήσω όσο γίνεται την τεχνική μου στο διήγημα. Όπως βλέπεις, δεν τίθεται θέμα να «παρασυρθώ»… Απλά δεν τολμούσα να κάνω το κάτι περισσότερο! Πολύ αργότερα και μέσω του sff.gr και του NaNoWriMo αποφάσισα να δώσω ευκαιρία στο κείμενό μου να ξεφύγει στο μέγεθος. Είχα όμως αρκετή εμπειρία –κυρίως με το τι μπορώ να κάνω εγώ σαν Ευθυμία–  ώστε να μπορέσω να προσαρμόσω την τεχνική μου στις απαιτήσεις ενός μεγάλου κειμένου.

 

3. Ο χώρος της φαντασίας συνδέεται άμεσα με την έννοια του «Worldbuilding», το πλάσιμο ενός κόσμου. Πόσο εφικτό είναι για έναν νέο συγγραφέα να πλάσει έναν καινούριο κόσμο από την αρχή και κατά πόσο είναι «καταδικασμένος» να ανατρέχει στα πρότυπα του Τόλκιν;

 

Η σύντομη απάντηση είναι «πανεύκολο» και «καθόλου».

Γενικά, η κοσμοπλασία είναι μεγάλο θέμα και πολλές φορές οδηγεί τον αναγνώστη να επιλέξει μεταξύ δύο βιβλίων. Ωστόσο, ένας συγγραφέας δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεκινάει σκεπτόμενος το κοινό. Το κοινό επιβραβεύει εκείνο το κείμενο που έχει ψυχή, οπότε το πρώτο που πρέπει να κοιτάξεις στήνοντας τον κόσμο σου είναι να είσαι τίμιος με αυτόν και να τον αγαπάς. Δε λέω να τον κάνουμε αχταρμά, να μη βγάζει νόημα, να είναι απλά ιδέες πεταμένες εδώ κι εκεί, ανάστα ο Κύριος. Θέλει δουλειά μια στέρεη κοσμοπλασία. Τώρα, η πρωτοτυπία είναι μεγάλη κουβέντα. Θα την προσπεράσω με τον εξής αφορισμό: έχουμε μείνει με την εντύπωση ότι ο Τόλκιν ήταν πρωτότυπος, γιατί; Αφού ξεπατίκωσε ένα σωρό βόρειες μυθολογίες για να φτιάξει τον Άρχοντα. Γιατί εμείς να νιώθουμε τύψεις όταν ξεπατικώνουμε, ξέρω ‘γω, την ελληνική μυθολογία ή την αιγυπτιακή ή την ινδική;

Κοντολογίς, φτιάξτε έναν κόσμο όπως σας αρέσει. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τον αγαπάτε και να τον σέβεστε, να μην του επιτρέψετε να φανεί ξεβράκωτος ποτέ.

 

4. Στο μυθιστόρημά σου «Πνεύματα - Μια ιστορία της Πικρής Στροφής», αφήνεις πίσω σου τους κλασικούς κόσμους της φαντασίας, που συνήθως παραπέμπουν στον Μεσαίωνα και περιγράφεις ένα ψευδοελληνιστικό κόσμο. Ουσιαστικά, επέλεξες το μη αναμενόμενο, βασικό στοιχείο της καθαρής φαντασίας, κι έκανες ένα άνοιγμα και σ’ ένα άλλο κομμάτι του κοινού. Πιστεύεις ότι κάποιοι αναγνώστες μπερδεύτηκαν επειδή δεν μπόρεσαν να κατατάξουν τα Πνεύματα σε πιο συνηθισμένες μορφές φαντασίας;

 

Δε νομίζω ότι τα Πνεύματα ανήκουν σε κάποια «μη συνηθισμένη» μορφή φαντασίας. Αλίμονο. Η φανταστική παραγωγή στο εξωτερικό είναι γεμάτη με μη μεσαιωνικές κοσμοπλασίες. Έχω διαβάσει φάνταζι βασισμένο σε ρώσικα, αραβικά, αιγυπτιακά, ινδικά, αναγεννησιακά, νοτιοαμερικάνικα, ρωμαϊκά, λιβανέζικα πρότυπα και φυσικά και αρχαιοελληνικά. Το ότι εμείς εδώ στην Ελλάδα καταλαβαίνουμε το φάνταζι μόνο με βάση αυτά που μας ταΐζουν τα Forgotten Realms και ο Μάρτιν, δείχνει ότι πρέπει ν’ αρχίσουμε ν’ ανοίγουμε λίγο τα ματάκια μας και στον υπόλοιπο κόσμο.

Τώρα αν μπερδεύτηκαν οι αναγνώστες… τι να πω, δεν ήταν η πρόθεσή μου. Η πρόθεσή μου ήταν να μην μπερδευτούν καθόλου, αφού κάποια πράγματα θα τους ήταν τόσο οικεία, ώστε να ασχοληθούν με το πιο μαγικό κομμάτι ενός βιβλίου που είναι η ίδια η ιστορία που αφηγείται.

 

Σημείωση αρθρογράφου: Ένα απόσπασμα από τα Πνεύματα θα βρείτε εδώ.

 

5. Στα «Πνεύματα» παρουσιάζεις μηχανήματα και εφευρέσεις που έχουν τη βάση τους στην ελληνιστική εποχή. Θέλεις να μας μιλήσεις για ένα από αυτά τα μηχανήματα;

 

Νομίζω πως το πιο αγαπημένο μου είναι αυτό με την κουκουβάγια και τις καρδερίνες. Έχεις μια ποτίστρα για πουλιά κι από τη μια μεριά κάθονται δυο-τρεις πήλινες καρδερίνες κι από την άλλη μια κουκουβάγια. Η συνδεσμολογία είναι τέτοια, ώστε όσο τρέχει νερό στην ποτίστρα, οι καρδερίνες κελαηδούν, όπως οι πήλινες σφυρίχτρες που έχουν στα νησιά. Μόλις το νερό σταματήσει, ένας μηχανισμός με τροχαλίες κι αντίβαρα κάνουν την κουκουβάγια να γυρίσει σιγά-σιγά προς τις καρδερίνες κι εκείνες σιγά-σιγά βουβαίνονται (γιατί η κουκουβάγια στη φύση καμιά φορά κυνηγάει και τρώει καρδερίνες). Αν ξαναπέσει νερό στην ποτίστρα, η κουκουβάγια γυρίζει από την άλλη, κι οι καρδερίνες ξανακελαηδάνε.

 

(Μπορείς να βάλεις αυτό το βίντεοΔείχνει ανακατασκευή του μηχανισμού)

 

6. Αφού τα παιδιά ξεκινούν την επαφή τους με τα βιβλία μέσα από τα παραμύθια και τη μυθολογία, γιατί αργότερα φεύγουν συνήθως από το χώρο της φαντασίας; Είναι θέμα γούστου; Περιορισμένων επιλογών; Κακής διαχείρισης του είδους από τους εκδοτικούς;

 

Πιθανόν θέμα οργανικό. Μετά από την παραμύθα που σε ταΐζουν για να τρως όλο το φαΐ σου, θες κάτι πιο πραγματιστικό για να στανιάρεις. Η εφηβεία είναι η εποχή που μια-μια όλες οι αυταπάτες που είχες για την πραγματικότητα –ότι υπάρχει ισονομία, ότι υπάρχει αξιοκρατία, ότι το δίκαιο και το καλό πάντα νικάνε στο τέλος– αρχίζουν να καταρρίπτονται. Τότε ο έφηβος γυρνάει στην ρεαλιστική λογοτεχνία από ένστικτο, σαν ένα είδος manual που ίσως τον βοηθήσει να καταλάβει πώς στο καλό λειτουργεί αυτή η ζωή. Πολλοί πικραίνονται από τον εξωραϊσμό που ως τότε έβλεπαν και δεν επιστρέφουν στο μαγικό. Άλλοι πάλι ξεπερνούν αυτό το στάδιο κι επιστρέφουν, εκτιμώντας την φαντασία, όπως ακριβώς την εκτιμούσαν οι παππούδες μας στο καφενείο, όταν έλεγαν ο ένας στον άλλον ιστορίες τρόμου.

Τώρα, γιατί οι ίδιοι οι ενήλικες δεν διαβάζουν φανταστικό; Ίσως φταίει η παιδεία τους, οι δάσκαλοί τους που τους έπεισαν ότι δεν είσαι ενήλικας αν διαβάζεις «μικιμάου». Ίσως να φταίει και η πνευματική ελίτ του τόπου, που γενικά φαίνεται να έχει μείνει λίγο πίσω –όπως κάνει πάντα– σε θέματα αντίληψης…

 

7. Θεωρείς ότι ο μέσος αναγνώστης αποφεύγει τα βιβλία φαντασίας, επειδή δεν μπορεί να παρακολουθήσει την πλοκή και τους πολυάριθμους χαρακτήρες που συναντάμε συνήθως στο είδος;

 

Όχι απαραίτητα. Νομίζω πως ο μέσος αναγνώστης είναι απλά προκατειλημμένος. Έχω μιλήσει με ανθρώπους που θεωρούν πως ένα βιβλίο φαντασίας θα μοιάζει με παιδικό βιβλίο. Το μυαλό τους δε χωράει ότι μπορούν να υπάρξουν παραμύθια για ενήλικες. Ή ότι μπορεί να υπάρξουν βιβλία με φανταστικό περιεχόμενο και εξαιρετικούς προβληματισμούς σχετικά με την ανθρώπινη φύση.

 

8. Γιατί γκρινιάζουν τόσοι συγγραφείς και αναγνώστες για τη λεγόμενη γυναικεία λογοτεχνία; Δεν θα έπρεπε να μας προβληματίσει γιατί μόνο το συγκεκριμένο κοινό στηρίζει τόσο έντονα τις αγαπημένες του συγγραφείς;

 

Ομολογώ ότι ο όρος «γυναικεία λογοτεχνία» δε μου αρέσει καθόλου. Τι θα πει «γυναικεία»; Πώς μπορείς να χαρακτηρίζεις ένα βιβλίο με βάση αυτόν που το διαβάζει κι όχι με βάση το περιεχόμενο του βιβλίου; Αισθηματική, ναι, αυτό θα το δεχόμουν πολύ πιο εύκολα. Περιγράφει και διερευνά μια σχέση ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Όχι, καθόλου δε μ’ αρέσει το «γυναικεία». Οι πιο πολλοί το λένε λες κι είναι κάτι κακό. Και στο κάτω-κάτω, οι άντρες δεν ερωτεύονται, δεν ρομαντζάρουν; Όποιος σου πει «όχι» είναι ψεύτης.

Προσωπικά, τα αισθηματικά βιβλία τα βαριέμαι. Έχω διαβάσει μερικά, ελάχιστα θα έλεγα, αλλά τα βαριέμαι. Αλλά από αυτό ως να φτάσουμε στο σημείο να γκρινιάζουμε για την ύπαρξή τους, ε, αυτό με ξεπερνάει. Live and let live. Τι σε νοιάζει με τι διασκεδάζει ο άλλος; Τι λόγος σού πέφτει;

 

9. Γιατί ακούμε συχνά την ατάκα: «Θέλω να διαβάσω κάτι εύκολο για να περάσει η ώρα»; Είναι ο κόσμος τόσο φορτωμένος με τα προβλήματά του, ώστε να χρειάζεται πιο ανάλαφρες μορφές λογοτεχνίας; Και τι είναι αυτό το ανάλαφρο;

 

Πρώτα και κύρια, το διάβασμα πρέπει να είναι ψυχαγωγία. Το αν κάποιος ψυχαγωγείται από κάτι ανάλαφρο ή από κάτι πιο βαρύ, είναι θέμα προσωπικό, πιστεύω. Ας πούμε, εγώ ενθουσιάζομαι στην ιδέα ότι έχω ένα αδιάβαστο βιβλίο για το τι έτρωγαν οι Βυζαντινοί. Για μένα είναι ένα βιβλίο ανάλαφρο αυτό, για άλλους θα ήταν αγγαρεία, σαν μάθημα υποχρεωτικό στο σχολείο. Ξέρω ανθρώπους που ξεκουράζονται με Ντοστογιέφσκι. Εγώ θα προτιμούσα να με στείλεις έξι επισκέψεις στον οδοντίατρο, παρά να διαβάσω Ντοστογιέφκι στην ξεκούρασή μου.

 

10. Ένας συγγραφέας καταφέρνει επιτέλους να εκδώσει το βιβλίο του. Μετά από τον αρχικό ενθουσιασμό, συνειδητοποιεί ότι δεν πουλάει. Θα ακολουθήσει δεύτερο βιβλίο ή η καριέρα του τελειώνει;

 

Καταρχάς, εκείνος που επιλέγει αν θα γράψει ή όχι βασιζόμενος στο τι του λένε οι άλλοι, δεν είναι συγγραφέας, είναι πωλητής λέξεων.  Συγγραφέας θα πει να σε τρώει το σκουλήκι, να μη αντέχεις αν δε βγάλεις την ιστορία σου στο χαρτί. Αν η ιστορία σου αρέσει ή όχι στους άλλους, είναι δευτερεύον ζήτημα.

Σε δεύτερη φάση, ένα κακό πρώτο βιβλίο (και δε λέω μέτριο, λέω κακό, για να σου δείξω ότι υπάρχει και αυτή η παράμετρος), είναι απόδειξη ότι θα είναι και το δεύτερο κακό; Μπορεί στο δεύτερο –και πρέπει, έτσι πρέπει να γίνονται τα πράγματα– να έχεις γίνει καλύτερος ως συγγραφέας. Δεν είμαστε όλοι παιδιά-θαύματα, να γεννιόμαστε μαθημένοι να γράφουμε αριστουργήματα. Μαθαίνουμε, πολλές φορές αφού εκτεθούμε δημόσια.

Και σε τρίτη φάση, έχουμε δει πολλά σκουπίδια να πουλάνε του σκασμού. Συγνώμη, αλλά δε θα βασίσω την καριέρα μου στο τι αγοράζει ο σωρός.

 

11. Συχνά, βλέπω σε κριτικές για βιβλία φαντασίας το εξής σχόλιο. «Η γραφή δεν είναι τόσο καλή, κερδίζει όμως σε πλοκή...» Πόσο εφικτό είναι για κάποιον συγγραφέα φαντασίας να καταφέρει να αναπτύξει στον ίδιο βαθμό την κοσμοπλασία, την πλοκή, το πλάσιμο των χαρακτήρων, αλλά και τη γραφή; Μπορείς να μας δώσεις ένα παράδειγμα ενός συγγραφέα με φοβερή πλοκή και με σχετικά αδύναμη γραφή, αλλά και ένα παράδειγμα για κάποιον που συνδυάζει και τα δύο;

 

Γενικά, οι συγγραφείς που τα έχουν όλα είναι μάλλον πλάσματα της φαντασίας των αναγνωστών τους. Δεν υπάρχει τέλειος συγγραφέας, αυτό το έχω αποδεχτεί από πολύ νωρίς στη ζωή μου, όχι για να δικαιολογήσω την δική μου γραφή, αλλά για να καταλάβω γιατί ποιο λόγο ό,τι κι αν διάβαζα έμοιαζε να έχει έστω ένα ελάττωμα. Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να σκεφτώ κάποιον που να πληροί τα συγκεκριμένα παραδείγματα που ζητάς, ωστόσο μπορώ να σου πω –κι ας με κρεμάσουν στην κεντρική πλατεία– ότι ο Μάρτιν έχει φοβερούς χαρακτήρες, καλούτσικη γραφή, μέτρια πλοκή που βασίζεται κυρίως στο σοκ και ατελείωτα λάθη κοσμοπλασίας.

 

12. Γράφεις συχνά κριτικές στο Goodreads και παρατηρώ ότι δεν χαρίζεις κάστανα. Θυμάμαι ότι ορισμένοι αναγνώστες στο Amazon έγραφαν ότι κοιτάζουν πρώτα τις αρνητικές κριτικές για να αποφασίσουν αν θα αγοράσουν ένα βιβλίο. Από την άλλη βλέπουμε στα βιβλία των περισσότερων συγγραφέων (αναφέρομαι κυρίως στους Έλληνες) πλήθος από καλές κριτικές, κάτι που έχει προκαλέσει γκρίνια και δυσπιστία. Τελικά, η κριτική είναι θέμα γούστου, στρατηγικής, ή μπορεί να αναδείξει ένα καλό βιβλίο; Είναι εφικτό να επιβιώσει ένα αξιόπιστο σάιτ με προτάσεις για καλά βιβλία χωρίς παρεμβάσεις από τους εκδοτικούς;

 

Το δεύτερο μέρος της ερώτησής σου δεν ξέρω να σ’ το απαντήσω. Και ξέρεις κάτι, δε θέλω κιόλας να μάθω την απάντηση, νομίζω ότι θα πληγωθώ. Γενικά χρησιμοποιώ τα διάφορα σάιτ μόνο και μόνο για να μάθω καινούργιους τίτλους, όχι για να αποφασίσω αν θέλω να τους διαβάσω ή όχι. Αυτή η απόφαση είναι προσωπική, δική μου και δεν θα με δεις πουθενά να κατηγορώ κάποιον ότι με ξεγέλασε (παρεκτός από τον ίδιο το συγγραφέα και τον εκδοτικό του, αν έχουν μαρκετάρει λάθος το βιβλίο). Πάντα διαβάζω –και γράφω– κριτικές θεωρώντας ότι βασίζονται στο προσωπικό γούστο, το οποίο μπορεί να μοιάζει με το δικό μου, αλλά πιθανότατα να μη μοιάζει. Από ένα σημείο κι ύστερα τα «στρατηγικά» σχόλια φαίνονται και μαθαίνω να μη θεωρώ αξιόπιστους αυτούς που τα αραδιάζουν με το τσουβάλι.

Αν χαρίζω κάστανα ή όχι, έχει να κάνει με την έξης λεπτομέρεια: δίνω τα λεφτά μου, που δε μου περισσεύουν, για να αγοράσω το βιβλίο σου και δίνω και τον χρόνο μου, που αυτός κι αν δεν μου περισσεύει, για να ασχοληθώ με το βιβλίο σου. Ε, αυτά τα δύο μου δίνουν κάθε δικαίωμα να πω τη γνώμη μου ακριβώς όπως την έχω στο κεφάλι μου. Να πω και το παράπονό μου, βέβαια, τα δικά μου βιβλία έχουν δεχτεί και δέχονται ακόμα επιθέσεις από ανθρώπους που θεωρούν ότι τους αδίκησα, πράγμα που δεν έχω κάνει ποτέ κι ούτε πρόκειται. Αν έχω πρόβλημα με κάποιον, ασχολούμαι μαζί του. Το να την πέφτεις σε ένα βιβλίο επειδή δε γουστάρεις τον συγγραφέα του είναι μάλλον ανήθικο, πόσο μάλλον όταν δεν το έχεις διαβάσει κιόλας.

 

13. Πώς μπορεί να βρει χρόνο ένας συγγραφέας για να διαβάζει και να γράφει, όταν πρέπει να ασχολείται ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό με την προώθηση των βιβλίων του;

 

Δεν μπορεί. Δε λέω ότι δικαιολογώ το Μάρτιν ή τον συγχωρεμένο τον Τζόρνταν που μας βγάλανε το λάδι για μερικές χιλιάδες σελίδες, αλλά δεν μπορεί. Εγώ τουλάχιστον δεν τα καταφέρνω καλά.

 

14. Συμμετέχεις εδώ και χρόνια στο sff.gr, ένα φόρουμ σχετικά με τον χώρο της φαντασίας. Τι έχεις αποκομίσει από αυτή την ενασχόληση;

 

Τα πάντα. Κυρίως ότι δεν είμαι μόνη μου σε αυτόν τον κόσμο, ότι υπάρχουν κι άλλοι που αγαπούν τα ίδια βιβλία με μένα. Γενικά, το sff ξεκίνησε στα πέτρινα χρόνια της ελληνικής φανταστικής κουλτούρας, όταν αγόραζες Κόναν στα κρυφά, πόσο μάλλον αν ήσουν γυναίκα. Στο sff βρήκα κι άλλους, όχι μόνο να σχολιάσουμε τα βιβλία που διαβάζαμε, ή τα κόμιξ ή τις ταινίες που βλέπαμε, αλλά και να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον με τα συγγραφικά μας προβλήματα. Τα πάντα κέρδισα στο sff.

 

15. Πρόσφατα δημιούργησες μαζί με άλλους συγγραφείς (Στέφανος Κόκκινος, Γιώργος Βορέας Μελάς, Ανδρέας Μιχαηλίδης, Γιώργος Αποστόλου, Ελευθέριος Κεραμίδας) την ομάδα Άρπη υπό τη σκέπη του εκδοτικού οίκου Mamaya.  Τι σας ένωσε, ποια είναι τα σχέδιά σας και πώς βρήκατε εκδότη που δέχτηκε ένα τέτοιο εγχείρημα;

 

Η Άρπη γεννήθηκε από την ανάγκη να δούμε κάτι με πιο ελληνική ιδέα. Θέλουμε να δούμε την φανταστική σκηνή της χώρας μας να αντλεί τη θεματική και την αισθητική της από αυτό με το οποίο έχει μεγαλώσει. Θεωρούμε ότι πρέπει να πάψουμε να φοβόμαστε να χρησιμοποιήσουμε την ελληνική μας παιδεία για να εκφραστούμε ως λογοτέχνες. Δε μπορεί να μεγαλώσαμε με Όμηρο και με τα χρυσά ρομπότ του Ήφαιστου και να αντιγράφουμε τις ισλανδικές σάγκες και την κάθε ομιχλιασμένη θεότητα του βορρά.

Βρεθήκαμε εντελώς τυχαία, δέσαμε αναπάντεχα καλά και καταφέραμε να συνεννοηθούμε σε πάρα πολλά πράγματα. Τα άμεσα σχέδιά μας είναι να πάει το εγχείρημα όσο καλύτερα γίνεται, να κατακτήσει αυτό που ξεκίνησε να κατακτήσει και να καταφέρει αυτό που έβαλε ως στόχο της, δηλαδή να στρέψει τους Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού να γράφουν από καρδιάς κι όχι από κεκτημένη ταχύτητα, αντιγράφοντας αυτά που διαβάζουν από τα εξωτερικά.

Με τον Χρήστο Κασκαβέλη, τον ιδιοκτήτη των εκδόσεων Mamaya, συναντηθήκαμε επίσης εντελώς τυχαία, πάνω από το δικό του βιβλίο τον δίτομο Δράκοντα, που αγγίζει και ξεπερνά τα όριο της φανταστικής λογοτεχνίας. Τώρα, πώς τον καταφέραμε να μας εμπιστευτεί, ας μου επιτρέψεις να γίνω λίγο αλαζονική και να σου πω πως είχε μια χούφτα καλούς συγγραφείς μπροστά του, γιατί να μην τους πάρει;

 

16. Η επιμέλεια (editing) είναι ένα σημείο κλειδί για κάθε βιβλίο. Πολλοί νομίζουν, λανθασμένα, ότι η επιμέλεια περιλαμβάνει μόνο τη διόρθωση σε γραμματικά και συντακτικά λάθη. Στο εξωτερικό, πάλι, βλέπουμε συγγραφείς να επισημαίνουν ότι οι επιμελητές ανάδειξαν το βιβλίο τους. Τι ακριβώς περιλαμβάνει μια σωστή επιμέλεια, γιατί πολλοί μικροί εκδοτικοί δεν έχουν επιμέλεια πλέον, και πόσο εύκολο είναι να κάνει ένας καλός επιμελητής αυτή τη δουλειά σε βιβλία φαντασίας, αν δεν έχει ασχοληθεί με το είδος;

 

Γενικά στην Ελλάδα, επιμελητές (ας τους πούμε δημιουργικούς επιμελητές για να τους ξεχωρίσουμε από τους διορθωτές) δεν είδαμε ποτέ και σε κανένα είδος λογοτεχνικό. Θα ήσουν τυχερός αν είχες κάποιον γνωστό που να καταλαβαίνει πέντε πράγματα και να σου πει τα πέντε αυτά πράγματα με τρόπο που να σε βοηθήσει να βελτιώσεις το ίδιο το κείμενο κι όχι τα τεχνικά του μέρη. Οι πιο πολλοί είχαν διορθωτές –ορθογραφικά, τυπογραφικά, άντε και κανέναν εκφραστικό. Και τώρα δεν τους έχουν, γιατί ο διορθωτής είναι πολύ λεπτή και συγκεκριμένη δουλειά για να την κάνει ο τελειόφοιτος φιλόλογος που θα τον πληρώσεις μαύρα τρεις κι εξήντα. Κι αν δώσεις κάτι παραπάνω, τότε μπορεί και να πέσεις έξω. Οπότε, και η δημιουργική επιμέλεια και η διόρθωση μετατοπίζονται στους ώμους του ίδιου του συγγραφέα.

Ο επιμελητής σου πρέπει να είναι ικανός να γνωρίζει πώς δουλεύει η αφήγηση μιας ιστορίας. Να μπορεί να σε βοηθήσει στην τεχνική σου, στην κορύφωση του βιβλίου, στο ρυθμό του, στη σειρά των σκηνών. Πρέπει να είναι ικανός να διακρίνει πότε κάτι αποδυναμώνει ένα κείμενο –πχ, να εμφανίσεις έναν σημαντικό χαρακτήρα στη μέση του βιβλίου, ενώ θα ‘πρεπε να ξέραμε γι’ αυτόν εξαρχής. Κι επίσης πρέπει να έχει και κοινή λογική και συνδυαστική σκέψη και να μπορεί να τα χρησιμοποιεί και τα δύο –πχ, αν το σκηνικό σου είναι μια πόλη που βρίσκεται στις παρυφές της ερήμου, δε μπορεί να περιγράφεις τα ολόδροσα έλατα που τη σκιάζουν. Αν ο επιμελητής έχει ανοιχτό μυαλό, αυτά μπορεί να τα πιάσει και να τα διορθώσει σε οποιοδήποτε βιβλίο. Δεν είναι ανάγκη να είναι ειδικευμένος στη φαντασία για να επιμεληθεί βιβλίο φαντασίας.

 

17. Έχεις γράψει δύο κόμικ τα οποία μοίρασες κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ Φantasticon 2015-2016. Γενικά, σου αρέσει το χιούμορ, η αθυροστομία, και ένας ήρωας λίγο μπαγάσας, λίγο (έως πολύ) μουρντάρης που μπλέκει σε αστείες καταστάσεις. Προφανώς, δεν φοβάσαι το χιούμορ και την πλάκα, κάτι που σπανίζει για Έλληνα συγγραφέα, αφού συχνά ταυτίζουμε το ποιοτικό βιβλίο με τη σοβαροφάνεια. Είναι τελικά ρίσκο το χιούμορ για έναν συγγραφέα;

 

Ο Κόμπες δεν είναι κόμικ, είναι μόνο κείμενο, μια κανονική μίνι νουβέλα. Είναι ο τρόπος μου να αρνηθώ για λίγο το πολιτικώς ορθόν και το σοβαροφανές. Με τρελαίνει η σοβαροφάνεια, μου λέει ότι ο άνθρωπος που την έχει μάλλον έχει και χαμηλή αντίληψη της πραγματικότητας. Από την άλλη είναι αλήθεια πως το χιούμορ είναι σαν το αλκοόλ: άλλους τους κάνει λιοντάρια, άλλους αηδόνια κι άλλους γαϊδάρους. Ελπίζω να μην έχω πέσει στην τελευταία κατηγορία.

 

18.  Ο Robert E. Howard (δημιουργός του Conan), μια πολύ σημαντική μορφή για τον χώρο του φανταστικού, ανήκε στον κύκλο του H. P. Lovecraft («Lovecraft Circle»), έναν κύκλο που είχε σκοπό να φέρει σε επαφή διάφορους συγγραφείς μέσω της επιστολογραφίας και να ανταλλάξουν ιδέες, κάτι που είχε αντίκτυπο στο έργο τους. Πιστεύεις ότι σήμερα μέσω του διαδικτύου μπορεί να επιτευχθεί κάτι παρόμοιο;

Επίσης, τι ήταν αυτό που έκανε τον Howard και τον Lovecraft να αφήσουν τόσο έντονα το στίγμα τους στον χώρο του φανταστικού;

 

Ναι, γιατί όχι; Αν μη τι άλλο, η Άρπη είναι ένας τέτοιος κύκλος. Δεν είναι απαραίτητο να άρχεται από έναν μόνο, ούτε να χαρακτηρίζεται από ένα θέμα. Ακόμα και παλιότερα, υπήρξε ένας τέτοιος «κύκλος» στην Ελλάδα, αν και δεν θα τον χαρακτήριζα ακριβώς κύκλο, αλλά σχολή. Μέσω της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας, της ΑΛΕΦ, γνωρίστηκαν μερικοί από τους πιο σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας: Μανωλιός, Χαρίτος, Αλέκος Παπαδόπουλος, Κούστας. Δεν γράφουν τα ίδια, είναι σαφώς διαφορετικό το στυλ τους, αλλά υπάρχει μια σαφής τάση να εξερευνούν παρόμοια πράγματα.

Και οι δύο συγγραφείς που αναφέρεις, και ο Χάουαρντ και ο Λάβκραφτ, είναι από τους πλέον αγαπημένους μου. Τους έχω καταβροχθίσει και μάλιστα περισσότερες από μια φορές τον καθέναν. Ο καθένας έχει άλλο λόγο που με τραβάει, άλλο λόγο για τον οποίο πιστεύω ότι καθιερώθηκε.  Ο ένας, ο Χάουαρντ, είναι μέγιστος παραμυθάς. Διαβάζεις και χάνεσαι, σε τραβάει η αφήγησή του από τη μύτη και σ’ αιχμαλωτίζει. Οι χαρακτήρες του είναι ολοζώντανοι, τους ακούς να μουγκρίζουν μέσα στ’ αυτί σου, σου μιλάνε γιατί είναι αγνοί, ατσαλάκωτοι από τον πολιτισμό και σου θυμίζουν εποχές που ίσως να ‘σουν κι εσύ ένας από αυτούς, απλός και τσεκουράτος. Ο Λάβκραφτ από την άλλη, δεν ασχολείται ούτε με χαρακτήρες, ούτε με την ίδια την αφήγηση, είμαι μάλιστα γνωστός για το ότι πολλές φορές στην αρχή της ιστορίας μάς λέει το τέλος της. Αλλά χτυπάει τις χορδές του σημαντικού μέσα στον αναγνώστη του: του λέει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι είναι παντελώς ασήμαντος, ένα σκουπιδάκι στο μάτι μιας οντότητας ασύλληπτης. Και με τον τρόπο αυτόν, τον τρομάζει τελικά.

 

19. Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια, οι εκδότες πιστεύουν συχνά ότι τα αγόρια αποφεύγουν να διαβάζουν ιστορίες για κορίτσια, ενώ τα κορίτσια από την πλευρά τους θα διαβάσουν ιστορίες για αγόρια και κορίτσια. Γι' αυτό άλλωστε μια ιστορία με ανδρικούς χαρακτήρες αναμένεται να πουλήσει περισσότερο. Αυτό ισχύει και στους ενήλικες για τον χώρο της φαντασίας. Ένας αναγνώστης θα σκεφτεί ότι μια συγγραφέας δεν μπορεί να περιγράψει μια σκηνή μάχης το ίδιο καλά με έναν άντρα. Τελικά, πόσο πρέπει ένας συγγραφέας να λαμβάνει υπόψη τέτοιου είδους στοιχεία για τις πωλήσεις;

 

Καθόλου. Εμένα τουλάχιστον με αφήνουν παγερά αδιάφορη. Κοιτάζω κυρίως να γράψω μια καλή ιστορία, μια ιστορία που να μου αρέσει και να τη σέβομαι. Επίσης δε νομίζω ότι οι Τρεις Αδελφές του Τσέχωφ είχαν λιγότερη επιτυχία γιατί οι ηρωίδες ήταν γυναίκες.

 

20. Βλέπουμε συχνά μέσα στα βιβλία της φαντασίας την προσπάθεια ενός συγγραφέα να διασκεδάσει τον αναγνώστη με τη δράση και την πλοκή, να εξάψει τη φαντασία του με ασυνήθιστα στοιχεία, αλλά και να τον προβληματίσει με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Τι ακριβώς συμβαίνει με τους Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού και παρόλο που προσπαθούν ιδιαίτερα, αντιμετωπίζουν συχνά την αδιαφορία του αναγνώστη που δηλώνει  «σιγά, μη διαβάσω Έλληνα...»; Παίζει κάποιον ρόλο η πειρατεία στα ξένα βιβλία ή είναι θέμα ποιότητας μόνο; Όλοι γνωρίζουμε ότι είναι πολύ εύκολο να βρει κανείς ξένα βιβλία φαντασίας στο διαδίκτυο, ακόμα και ως audio books.

 

Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Θεωρώ ότι ο μέσος Έλληνας αναγνώστης έχει δύο σημαντικά ελαττώματα: α) δεν έχει υπομονή και β) θεωρεί πως οτιδήποτε ξένο είναι αυτόματα και καλό. Αυτά τα δύο κάνουν δολοφονικό συνδυασμό. Παίρνει ένα βιβλίο ελληνικού φανταστικού, το διαβάζει, με βάση το νόμο των πιθανοτήτων πέφτει σε κακογραμμένο, και με βάση αυτό το ένα βιβλίο αφορίζει και όλα τα υπόλοιπα. Αν είχε την υπομονή να ψάξει καλά, να διαλέξει ποιο βιβλίο θα διαβάσει, όπως πολύ πιθανόν κάνει με τα υπόλοιπα βιβλία που διαβάζει, τότε ίσως να μην είχε τέτοια ξινίλα απέναντί μας. Επίσης, πολλά από τα ξενόγλωσσα βιβλία που διαβάζουμε είναι επιεικώς μπούρδες. Αλλά επειδή είναι ξενόγλωσσα, θεωρούμε ότι είναι και αυτομάτως καταπληκτικά.

 

21. Πες μου, Ευθυμία... Τι μπορούμε να διακρίνουμε «Μέσα από το Γυαλί»;

 

Άλλους κόσμους. Τον δικό μας μέσα από το πρίσμα αυτό που λέγεται Γυαλί, δηλαδή το δικό μου πρίσμα, τη δική μου ματιά. Μια νέα έκδοση ίσως. Μαγεία σίγουρα. Εσένα, εμένα. Φαντασία.

 

Σ’ ευχαριστώ για την κουβέντα μας.

 

Αστειεύεσαι; Εγώ σ’ ευχαριστώ!

Βιογραφικό της Ευθυμίας Ε. Δεσποτάκη:

Γεννήθηκα το 1975 στην Αθήνα, σπούδασα Γεωλογία και Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών, εργάζομαι στο χώρο της ενέργειας κι ασχολούμαι με την ελληνική φανταστική σκηνή από το 2006. Είμαι ενεργό μέλος του sff.gr, ιδρυτικό μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου Φίλων του Φανταστικού - ΦantastiCon και μέλος της συγγραφικής ομάδας Άρπη.

Έργα: Μέσα απ' το Γυαλί (διηγήματα, Συμπαντικές Διαδρομές, 2008), Πνεύματα: μια ιστορία της Πικρής Στροφής (μυθιστόρημα, Mamaya, 2016), Το Ρουμπίνι του Ντεό-Νταό (Κόμπες ο Ντερλικωτής #1, ιδιοέκδοση, 2015), Το Βελανιδωτό Διαμαντοτρύπανο, (Κόμπες ο Ντερλικωτής #2, ιδιοέκδοση, 2016), καθώς και διάφορα διηγήματα σε συλλογές και ανθολογίες του φανταστικού, σε περιοδικά και φανζίν.

 

Για το ΒΟΟΚ ΤΟURΚωνσταντίνα Κοράκη.

(www.goodreads.com/author/show/7960996.Konstantina_Koraki

http://www.booktourmagazine.com/peri-fantasias-kai-ochi-mono/)