«Του αυλού μαγέματα, της γαλής τα βλέμματα»

2016-11-12 11:19

Όλα τα στενά δρομάκια του χωριού είχαν κατακλυστεί από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Περίμεναν με ανυπομονησία τη στιγμή που ο Αλεχάνδρο Βαλιόθο, ένας από τους πιο δημοφιλείς μουσικούς, θα καθόταν στο γνωστό σκαλοπάτι και θα ξεκινούσε να παίζει τη θεσπέσια μουσική του.

 

Ο Αλεχάνδρο γεννήθηκε στο Πόμπρε, ένα μικρό χωριό της Ισπανίας και, παρόλο που δεν υπήρχε κάποιο αποδεδειγμένο οργανικό πρόβλημα, κανείς δεν τον άκουσε ποτέ να μιλάει. Βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού, στα χωράφια, πήγαινε στην εκκλησία, στο σχολείο, ήταν επιμελής στις γραπτές εργασίες του, αλλά ούτε ένας άνθρωπος, με όση αγάπη κι αν τον προσέγγισε, δεν κατάφερε να του αποσπάσει έστω και μία λέξη.

    Όταν έγινε οχτώ χρονών, τη μέρα των γενεθλίων του, 3 Ιουνίου, συνέβη κάτι μαγικό, απ’ αυτά που γίνονται μόνο στα παραμύθια. Το αγόρι καθόταν έξω από την πόρτα του σπιτιού του, όταν μία μαύρη γάτα με κάτασπρο λαιμό ήρθε και στάθηκε απέναντί του. Είχε ακούσει να λένε ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν γουρσουζιά, αλλά ο Αλεχάνδρο δεν πίστευε σ’ αυτές τις ανοησίες. Την άφησε, λοιπόν, να τον κοιτάζει, μέχρι που η μητέρα του τον φώναξε να φάει το γκασπάτσο του.

    Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και την επόμενη και τη μεθεπόμενη και την παραμεθεπόμενη μέρα. Την επόμενη βδομάδα. Όλο τον μήνα. Κάτι παράξενο συνέβαινε κάθε φορά που το βλέμμα του βυθιζόταν στο βλέμμα της γάτας -Καταλίνα την είχε ονομάσει στο μυαλό του. Στ’ αυτιά του έφταναν οι πιο μαγευτικοί ήχοι που είχε ακούσει ποτέ.

    Ένα πρωί, πριν φύγει για το σχολείο, χωρίς κι ο ίδιος να συνειδητοποιήσει το πώς και το γιατί, πήρε ένα κομμάτι χαρτί και ξεκίνησε να ζωγραφίζει έναν αυλό. Έδειξε το σκίτσο στους γονείς του και, με νοήματα, επέμενε πως ήθελε να του αγοράσουν έναν οπωσδήποτε. Ο Χόρχε και η Εουχένια ήταν βέβαια φτωχοί άνθρωποι, όμως ήταν η πρώτη φορά που ο μοναχογιός τους ζήτησε κάτι και δεν σκόπευαν να του χαλάσουν χατίρι.

    Σε λίγες μέρες ο Αλεχάνδρο είχε στα χέρια του τον πολυπόθητο αυλό. Τον έπιασε προσεκτικά, βγήκε έξω, κάθισε στο συνηθισμένο του σκαλάκι και, όταν η Καταλίνα στάθηκε απέναντί του, με δάχτυλα που έτρεμαν ακούμπησε απαλά το μαγικό μουσικό όργανο στα χείλη του και ξεκίνησε να φυσά. Οι νότες που ξεχύθηκαν πλημμύρισαν τα σοκάκια του χωριού. Ήταν πολύ παράξενο αυτό που συνέβαινε, αλλά η μουσική έφτασε μέχρι τα πιο απομακρυσμένα σπίτια. Οι γυναίκες άφησαν τις δουλειές τους στη μέση. Τα παιδιά σταμάτησαν τα παιχνίδια τους. Οι άντρες έφτασαν τρέχοντας. Σαν μαγεμένοι στάθηκαν και παρατηρούσαν από μακριά τη γάτα και το αγόρι που δεν είχε μάθει ποτέ μουσική κι όμως έπαιζε τόσο γλυκούς σκοπούς. Λες και ένα αόρατο χέρι δεν τους επέτρεπε να πλησιάσουν. Μόλις η μουσική σταμάτησε γιατί το αγόρι έπρεπε να πάει κάποτε για ύπνο, όλοι επέστρεψαν στα σπίτια τους και, εκείνο το βράδυ, ονειρεύτηκαν ό, τι πιο όμορφο μπορούσαν ποτέ να φανταστούν.

    Ο Αλεχάνδρο δεν άργησε να γίνει γνωστός. Η φήμη του έφτασε στ’ αυτιά μεγάλων μουσικών και τον ζήτησαν αμέσως κοντά τους. Δεν θέλησε να αφήσει το Πόμπρε, το σκαλοπάτι του και την Καταλίνα. Το μόνο που δέχτηκε ήταν να ηχογραφήσει από εκεί που βρισκόταν, έχοντας πάντα απέναντί του τη γάτα, έναν δίσκο.

    «Του αυλού μαγέματα, της γαλής τα βλέμματα» τον ονόμασε και έγινε τεράστια επιτυχία σε όλο τον κόσμο.

    Μπορεί ο Αλεχάνδρο Βαλιόθο να ήταν τώρα ένας διάσημος και πάμπλουτος μουσικός, όμως δεν άλλαξε ποτέ τις συνήθειές του. Κάθε απόγευμα, έξω από το μικρό σοκάκι του σπιτιού του, έπαιζε μουσική ως αργά το βράδυ. Μόνο που τώρα το κοινό του, εκτός από τους συγχωριανούς του, ήταν και εκατοντάδες άγνωστοι άνθρωποι που έρχονταν από κάθε γωνιά της γης για να τον ακούσουν. Πολλοί έλεγαν πως η μουσική του έκανε θαύματα, βοηθούσε τους ανθρώπους να πετύχουν τους στόχους τους, θεράπευε ακόμα και σοβαρές ασθένειες.

    Η Καταλίνα, η γάτα, που, μετά από τόσα χρόνια θα περίμενε κανείς να έχει γεράσει, βρισκόταν πάντα εκεί, απέναντί του, ακριβώς όπως την πρώτη μέρα. Να του θυμίζει πως όλα μπορεί να συμβούν. Πως το μόνο που χρειάζεται είναι ένα βλέμμα, αυτό το μαγικό βλέμμα που θα ξεκλειδώσει την ψυχή.

 

Μερικοί ηλικιωμένοι και κάποια μικρά παιδιά έπαιρναν όρκο πως, όταν οι μουσικές βραδιές τελείωναν, έβλεπαν τον Αλεχάνδρο να ψελλίζει στην Καταλίνα τέσσερις-πέντε ακατάληπτες λέξεις και, όταν έμπαιναν στο σπιτάκι, εκείνη να μεταμορφώνεται σε μία πανέμορφη κοπέλα… Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ.

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ (ανέκδοτο κείμενο)

Για το BOOK-TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.

«…Μέσα στο κεφάλι μου έχω ολόκληρη στρατιά από ανθρώπους που παρακαλούν να βγουν έξω και να πάρουν διαταγές…»

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ, Η τέχνη της γραφής, εκδόσεις Πατάκη

 

Αφορμή για την ιστορία στάθηκε ένα παιχνίδι που ξεκίνησε στο προφίλ της αρθρογράφου με την ετικέτα #φωτογραφίες_που_εμπνέουν και με τη λεζάντα «Αν σου ζητούσαν να δώσεις έναν τίτλο σ' αυτή τη φωτογραφία, τί θα έλεγες...;» Οι τίτλοι που δόθηκαν ήταν πάρα πολλοί όμως αυτός που ψηφίστηκε με τα περισσότερα «Μου αρέσει» ήταν «Του αυλού μαγέματα, της γαλής τα βλέμματα» της Μαρίνας Τσικριτέα. Με βάση αυτόν γράφτηκε το παραπάνω κείμενο.

Αν θέλεις και συ να συμμετέχεις στο παιχνίδι μας, έλα κάθε Σαββατοκύριακο στο προφίλ:

https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

και άφησε το σχόλιό σου κάτω από την προτεινόμενη φωτογραφία.