Το γέλιο

2015-11-04 19:39
(Ο θείος και η θεια ενός μικρού μαθητή έρχονται απ’ την Αμερική, για να μείνουν πια στην Ελλάδα. Καθώς η οικογένεια του μαθητή φιλοξενεί τους νεοφερμένους, διαπιστώνει ότι ο θείος δεν είναι σε τόσο καλή νευρική κατάσταση -γελάει συχνά χωρίς λόγο τη νύχτα- ενώ η θεία του φέρεται πολύ αυστηρά. Ο μαθητής, που αγαπάει ιδιαίτερα το θείο του, αμφιβάλλει για τους χαρακτηρισμούς των άλλων. Μια μέρα ο μικρός ανακαλύπτει τυχαία πως ο θείος του αγοράζει συχνά πουλιά, που πιάνουν κάτι παιδιά, και μετά τα ελευθερώνει. Το γεγονός αυτό μεγαλώνει την αγάπη και το σεβασμό που νιώθει για το θείο του.)
 
-Το έσκασες από το σχολείο; μου είπε ένα παιδί.
 
-Ναι, έκαμα εγώ, έτσι, για να πω κάτι.
 
-Καλά έκαμες! είπε αυτός σοβαρά. Κι εγώ το έσκασα. Εδώ απάνω είναι πολύ ωραία. Να, τώρα έρχεται και ο Αμερικάνος. Κάνε χάζι…
 
Γύρισα κατά κει που έδειχνε και είδα το θείο Περικλή. Πέρασε από μπρος μου δίχως να με προσέξει και κάθισε στο καφενεδάκι που ήταν έρημο εκείνη την ώρα. Φαινόταν ανήσυχος και όλο κοίταζε γύρω του, σαν κάτι να περίμενε που όλο αργούσε. Πήγε και ο καφετζής κοντά του και του έφερε νερό και λουκούμι, έτσι δίχως να τον ρωτήσει αν το θέλει.
 
-Δεν ήρθε κανείς ακόμη;
 
-Όχι, έκαμε ο καφετζής. Ε, δεν έγινε και τίποτα αν δεν έρθουν και μια μέρα. Θα έχεις διάφορο τα λεφτά σου, χριστιανέ μου. Τι τα κάνεις τόσα πουλιά; Στην Αμερική τα στέλνεις;
 
Ο θείος Περικλής χαμογελούσε δίχως να λέει τίποτα, και σαν έφυγε από κοντά ο καφετζής ξεθαρρεύτηκα εγώ και πήγα πιο κοντά και τον κοίταζα. Μα αυτός δεν ξαφνιάστηκε, ούτε που με γνώρισε. Κάθισα έτσι αμίλητος στην καρέκλα πλάι του και περίμενα να μου πει κάτι, να με ρωτήσει τουλάχιστον τι γύρευα ολομόναχος εκεί πάνω.
 
-Φάε το λουκούμι, είπε σιγά. Φα το, εγώ δεν το θέλω.
 
Μου φάνηκε να μιλούσε σε ένα οποιοδήποτε παιδί και όχι σε μένα τον ανιψιό του, που ζούσαμε στο ίδιο σπίτι. Έφαγα το λουκούμι σιωπηλά, και μετά περιμέναμε μαζί κάτι, που εγώ δεν το ήξερα και δεν είχα το θάρρος να ρωτήσω.
 
Έξαφνα το πρόσωπό του φωτίστηκε. Χαμογέλασε ανακουφισμένος:
 
-Ήρθαν! είπε σα να μιλούσε μόνος του. Ήρθαν!
 
Ήσαν τρεις νεαροί με μόρτικο ύφος. Ο ένας, ο πιο ψηλός, κρατούσε ένα κλουβί στα χέρια του, ένα παράξενο κλουβί σαν μικρό κοτέτσι, με μια τρύπα στη σκεπή, από όπου κρεμόταν μια κάλτσα χοντροπλεγμένη στο χέρι. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο κλουβί. 
-Καλημέρα, μπάρμπα, είπε ο πιο ψηλός. Σου ‘φερα σήμερα μπόλικα. Άντε τώρα, κατέβαινε τα ψιλά να τελειώνουμε.
 
Ο θείος έλαμπε από τη χαρά του. Έβγαλε το πορτοφόλι του, πλήρωσε και πήρε το κλουβί.
 
-Είναι τρεις καρδερίνες, είπε σιγά, δυο σπουργίτια, ένας κοκκινολαίμης. Κάτι είναι κι αυτά…
 
Σηκώθηκε με το κλουβί στα χέρια, και με ευτυχισμένη αξιοπρέπεια προχώρησε δίχως να μου μιλήσει. Εγώ τον ακολούθησα σα σκυλάκι.
 
Στεκόταν κάθε λίγο, κοίταζε τα πουλιά και τους κουβέντιαζε μισά ελληνικά και μισά αμερικάνικα, ούτε που ξεχώριζα τι έλεγε. Είχαμε προχωρήσει αρκετά. Εδώ ήταν ερημιά πια, μονάχα κάτι δεντράκια μικρά, κάτι καχεκτικά πεύκα και κυπαρίσσια έβλεπε κανείς, έχωσε σιγά σιγά το χέρι του μέσα στην πλεχτή κάλτσα, έπιασε την καρδερίνα, την κράτησε λίγο στη χούφτα του κοιτάζοντάς της τρυφερά, και έπειτα την άφησε. Το πουλάκι έκαμε δυο γύρους σαστισμένα πάνω στην παλάμη του, κι έπειτα πέταξε μακριά. Έτσι τα έβγαλε έξω όλα, έναν ένα.
 
-Στο καλό, στο καλό, τους ψιθύριζε συγκινημένος.
 
Αυτά είχαν φύγει πια, ούτε που φαίνονταν, μα ο θείος Περικλής κοιτούσε έτσι στο βάθος του ορίζοντα, σα να τα έβλεπε και να επικοινωνούσε μαζί τους.
Έπειτα άφησε το κλουβί πίσω από ένα σωρό πέτρες. Το άφησε με προσοχή σα να ήταν κι αυτό ζωντανό. Ήσαν κι άλλα κλουβιά εκεί, όμοια, με χοντροκομμένες κάλτσες ριγμένες κάπως αστεία στο πλάι. Τα μέτρησα μηχανικά:
 
-Δύο, τρία… πέντε… εφτά…
 
Ο θείος Περικλής με κοίταζε και χαμογελούσε παράξενα.
 
-Έρχονται και τα κλέβουν, μου εμπιστεύτηκε. Μα δεν πειράζει. Θα βρω άλλη κρυψώνα.
 
Από κείνη τη στιγμή είναι που γίναμε φίλοι. Κουβεντιάσαμε στην αρχή για τα πουλιά, όλων των ειδών τα πουλιά. Είμαστε και οι δυο μας σύμφωνοι πως αυτά είναι ό, τι πιο θαυμαστό έχει φτιάξει ο Θεός, γιατί έχουν φτερά και πετάνε. Έπειτα κουβεντιάσαμε για την Αμερική και για το ορυχείο που δούλευε σαν ήταν νέος Εγώ άκουγα με ανοιχτό στόμα, ποτέ μου δεν είχα φανταστεί τέτοια πράγματα. Τόσο βαθιά στη γη να σκάβουν, από το πρωί ως το βράδυ, και πάντα να έχουν μαζί τους ένα μικρό ασήμαντο πουλάκι, να τους δείχνει αν υπάρχει κίνδυνος, φαρμακερό αέριο, θάνατος…
 
Όταν κοίταξε το ρολόι του έκαμε τρομαγμένος:
 
-Η ώρα πέρασε. Πάμε!
 
-Θα σε μαλώσουν αν αργήσεις; ρώτησα σιγά και εννοούσα τη θεία Ανδρονιίκη. 
 
-Ναι, έκαμε με λύπη κουνώντας το κεφάλι του. Θα με μαλώσουν. 
 
-Τη φοβάσαι πολύ; τον ξαναρώτησα δίχως να πω όνομα.
 
-Ναι, είπε αυτός απλά.
 
Έπειτα με έπιασε από το χέρι και κατηφορίσαμε αμίλητοι και πολύ πολύ γνοιασμένοι.
 
Ήθελα να τον ρωτήσω και άλλα πράγματα, αν το ξέρει πως ήταν τρελός και γελάει τη νύχτα δίχως λόγο, και αν είναι αλήθεια πως τον δέρνει η θεία. Δεν μιλούσα, μα αυτός με κοίταζε λυπημένα και έλεγε «ναι, ναι» με το κεφάλι, λες και απαντούσε σε όλα τούτα.
 
Εκεί, λίγο πιο πέρα από το σπίτι μας, δεν άντεξα άλλο, σφίχτηκα απάνω του έτοιμος να κλάψω και του είπα:
 
-Γίνε καλά, θείε. Γίνε καλά!
 
Ήταν σα να του έλεγα πως τον αγαπούσα και τον πονούσα και ήταν σα να του εμπιστευόμουνα όλον τον καημό μου για την αγάπη μου, που, το ήξερα, δεν θα την ξαναέβλεπα ποτέ πια.
 
-Γίνε καλά, θείε. Γίνε καλά!
 
Στάθηκε στη μέση του δρόμου και με ρώτησε σιγάνα:
 
-Άμα γίνω καλά, ποιος θα ελευθερώνει τα πουλάκια;
 
ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΣΑΡΑΝΤΗ
Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.
 
Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.
 
Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.
 
Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ιωάννα Βερέμη.
 
Η Ιωάννα Βερέμη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, απ’ όπου και κατάγεται. Τα τελευταία χρόνια ζει στη Λαμία. Ζωγραφίζει από τα παιδικά της χρόνια, είναι αυτοδίδακτη ζωγράφος και εμπνέεται μέσα από ένα κόσμο φανταστικό. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής σε εικαστικά εργαστήρια. Φιλοτέχνησε το εξώφυλλο βιβλίου ''σε ελεύθερη πτώση'', εικονογράφησε διαφημιστική  αφίσα για τη παράσταση του ''θεατρικού εργαστηρίου Αριστοφάνη''. Έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και σε δημόσιους χώρους. Είναι μέλος του καλλιτεχνικού ομίλου ''ΑRT-ion Lamia''. 
 
Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, ενδεικτικά αναφέρονται:
2011 ARTSPACE Σαντορίνη
2011 ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
2012 ΦΛΟΙΣΒΟΣ ''Ζωγράφοι σε δράση για τα παιδιά''
2013 ''ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ ΚΑΙ ΘΑΛΛΑΣΣΑ'' Σικάγο ΗΠΑ
2015 ''ΣΤΕΝΑ ΛΑΜΙΑΣ''
2015''ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ'' Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας.          
 2015 ''ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ'' Πινακοθήκη Λαμίας.
 
 Επικοινωνία στο email: artioanna@gmail.com
 
 
 
 
Για το BOOK TOUR,
με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: