Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ – Κάρολος Ντίκενς, Εκδόσεις γράμματα, 2001

2016-12-01 15:58

Ο ύμνος των Χριστουγέννων (δεμ.)


Δεκέμβριος, ο πρώτος μήνας του χειμώνα, ο τελευταίος της χρονιάς, ο μήνας που μας βάζει στη διαδικασία να ψάξουμε βαθιά στην ψυχή μας, να δούμε τα λάθη μας, να κάνουμε τον απολογισμό μας και να θέσουμε νέους στόχους για τη νέα χρονιά. Κι όλα αυτά κάτω από τη μαγεία των Χριστουγέννων, μια περίοδος που άλλοι αγαπούν κι άλλοι μισούν.

Εγώ, για πολλά χρόνια ήμουν στη δεύτερη κατηγορία. Μέσα Νοεμβρίου, οι πρώτες στολισμένες βιτρίνες μαγαζιών έκαναν την εμφάνιση τους, χριστουγεννιάτικες μελωδίες κατέκλυζαν ραδιόφωνο και τηλεόραση κι όσο πλησίαζαν οι Γιορτές τόσο η θλίψη μου μεγάλωνε. Θλίψη και μελαγχολία! Κι ήθελα ο χρόνος να τρέξει γρήγορα, να περάσουν οι μέρες των Χριστουγέννων κι η ζωή να μπει ξανά στους κανονικούς της ρυθμούς.

Μα τα τελευταία χρόνια και στην προσπάθεια μου να βρω απάντηση στο ερώτημα «Γιατί δεν αγαπώ τα Χριστούγεννα;» τελικά κατάφερα να τα αγαπήσω κι αν ήταν στο χέρι μου θα έκανα το χρόνο να κυλάει αργά ώστε να ζούμε περισσότερο καιρό κάτω από τη μαγεία τους. Ίσως γιατί μεγαλώνοντας ψάχνουμε την ουσία κι έχουμε περισσότερο ανάγκη τη χαρά και την αγάπη. Πράγματα απλά που τα Χριστούγεννα μας υπενθυμίζουν και μας φέρνουν όλους πιο κοντά πλημμυρίζοντας  την ψυχή μας με αγάπη.

Δε θα μπορούσα λοιπόν να αποχαιρετήσω τη χρονιά που φεύγει με κανένα άλλο βιβλίο εκτός από το «Ο ύμνος των Χριστουγέννων» του Καρόλου Ντίκενς, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1843 και μετά από τόσα χρόνια συνεχίζει να μαγεύει και να συγκινεί τους αναγνώστες. Πριν πω οτιδήποτε για το βιβλίο θα ήθελα να αναφέρω τα ίδια τα λόγια του συγγραφέα από τον πρόλογο:

 

«Στο στοιχειωμένο αυτό βιβλιαράκι προσπάθησα να αναστήσω το Φάντασμα μιας Ιδέας, που δε θα κάνει τους αναγνώστες να δυσαρεστηθούν ούτε με τον εαυτό τους, ούτε με τους άλλους, ούτε με τις γιορτές, ούτε μαζί μου. Άμποτε να στοιχειώνει χαρμόσυνα τα σπιτάκια τους, και κανείς να μη θέλει να το εξορκίσει»

 

Η ιστορία ξεκινά. Παραμονή Χριστουγέννων στο Σίτι του Λονδίνου. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο μονόχνοτος και δύστροπος Εμπενέζερ Σκρουτζ, βρίσκεται στην εταιρεία «Σκρουτζ και Μάρλυ» και δουλεύει στο γραφείο του. Ο επί χρόνια συνέταιρος του Μάρλυ είχε πεθάνει καιρό μα ο Σκρουτζ τα κατάφερνε μια χαρά...

Μια μέρα λοιπόν πριν από τα Χριστούγεννα και δούλευε ασταμάτητα. Λίγο πιο πέρα ο υπάλληλος του Μπομπ Κρέτσιτ δούλευε κι εκείνος ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να ζεσταθεί στη φλόγα του κεριού.

Τη σιωπή έσπασε ο ανιψιός του Σκρουτζ που μπήκε με φόρα στο γραφείο του για να του ευχηθεί.

«Καλά Χριστούγεννα, θείε μου! Ο Θεός μαζί σας»

«Κουραφέξαλα!» του απάντησε ο Σκρουτζ και προσπάθησε να τον πείσει πως τα Χριστούγεννα δεν είναι παρά μόνο μια εποχή με έξοδα κι εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει ποια είναι η καλοσύνη τους. Μα ο ανιψιός του δεν το έβαλε κάτω. Προσπάθησε με επιχειρήματα να του αλλάξει γνώμη και στο τέλος τον κάλεσε να φάνε μαζί την ημέρα τον Χριστουγέννων. Ο Σκρουτζ όμως δε λύγισε. Αρνήθηκε την πρόταση και αποχαιρέτησε μα ψυχρό τρόπο τον ανιψιό του.

Σειρά να αντιμετωπίσουν την σκληρότητα του Σκρουτζ είχαν «δυο καθωσπρέπει κύριοι, εύσωμοι και ευπαρουσίαστοι» οι οποίοι πέρασαν την πόρτα του γραφείου του για να του ζητήσουν βοήθεια για τους φτωχούς. Ο Σκρουτζ, αφού τους ειρωνεύτηκε τους έδιωξε όπως έδιωξε και το μικρό παιδί που πήγε να του πει τα κάλαντα.

Όταν έφθασε η ώρα να κλείσουν το γραφείο από την ειρωνεία του Σκρουτζ δε γλίτωσε ούτε ο υπάλληλος του επειδή την ημέρα τον Χριστουγέννων δε θα πήγαινε στην εταιρεία να δουλέψει.

Αυτός ήταν ο  Εμπενέζερ Σκρουτζ, ένας δύστροπος και τσιγκούνης γέρος που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν πώς να γεμίσει περισσότερο της τσέπες του. Ή τουλάχιστον αυτός ήταν ο  Εμπενέζερ Σκρουτζ μέχρι εκείνη τη βραδιά…

Ο Σκρουτζ αφού δείπνησε μόνος γύρισε στο σπίτι του όπου δέχτηκε μια αναπάντεχη επίσκεψη. Ήταν το φάντασμα του πρώην συνεταίρου του Ιάκωβου Μάρλυ το οποίο του ζητά να αλλάξει δρόμο για να μην υποφέρει όπως εκείνος. Την ευκαιρία αυτή θα του την έδωναν τρία Πνεύματα τα οποία θα τον επισκέπτονταν κι εκείνος έπρεπε να τα ακολουθήσει.

Έτσι και έγινε. Το πρώτο Πνεύμα που επισκέφτηκε τον Σκρουτζ ήταν αυτό των περασμένων Χριστουγέννων, το οποίο τον έκανε βόλτα στο παρελθόν του, τότε που ήταν παιδί ακόμα. Τον έκανε να δει τη δυστυχία του ώσπου ο Σκρουτζ δεν άντεξε και το παρακάλεσε να γυρίσουν πίσω. Το δεύτερο Πνεύμα ήταν των φετινών Χριστουγέννων όπου τον έβγαλε σεργιάνι στην πόλη και του έδειξε τη σκληρότητα μέσα από τα δικά του λόγια. Το τρίτο Πνεύμα, αυτό των Χριστουγέννων του μέλλοντος τον έκανε να δει το κακό τέλος του.

Μετά από όλα αυτά ο Σκρουτζ κατάλαβε την ουσία της ζωής και αμέσως έσπευσε να αλλάξει στάση. Από δύστροπος και τσιγκούνης μεταμορφώθηκε σε έναν καλοσυνάτο και γενναιόδωρο άνθρωπο ο οποίος μόνο αγάπη είχε πια μέσα την ψυχή του για όλους.

Εγώ να ευχηθώ σε όλους καλές γιορτές και αυτές τις μέρες η αγάπη να κατακλύσει και τις δικές σας ψυχές. Θα κλείσω αυτό το άρθρο με την τελευταία φράση του βιβλίου:

 

«Ο Θεός να μας έχει όλους μα όλους καλά!»

 

Καλή ανάγνωση!

Για το BOOK TOUR, Χάρης Γαντζούδης.