Ο γλυκάνισος... Λίγο πριν φύγει ο χρόνος... (Διήγημα)

2016-12-31 07:41

«Μέρες γιορτινές, μέρες χαρούμενες!» έγραφε μια μεγάλη αφίσα έξω από ένα πολυκατάστημα. Ναι, σίγουρα, πολύ εορταστική η διάθεσή του, αλλά και πού να πει ότι δεν είχε όρεξη. Χριστούγεννα... Τον ρώτησε κανείς αν ήθελε να γιορτάσει; Όχι, μόνο αν ήθελε, αλλά αν είχε...

Βέβαια, εδώ που τα λέμε, δεν είναι όπως παλιά. Παλιότερα, έπρεπε σώνει και καλά να ήσουν χαρούμενος, να περνούσες καλά και, φυσικά, να ψώνιζες. Κυρίως το τελευταίο -βασική προϋπόθεση για να ενταχθείς στην εορταστική ατμόσφαιρα.

Όσο θυμόταν να πετυχαίνει φίλους και γνωστούς στο μετρό ή στον γνωστό πεζόδρομο φορτωμένους τσάντες, ένιωθε μια πνιγηρή αμηχανία. Όπως πέρυσι... Έτρεχε μανιασμένα να υποβάλλει κάτι χαρτιά στον δήμο και αφού τα κατάφερε -το να ξεπεράσεις τη γραφειοκρατία είναι πάντα ένα μικρό, ενίοτε και μεγάλο, κατόρθωμα- προχωρούσε ανάλαφρος στον εμπορικό πεζόδρομο, εκεί που οι μαγαζάτορες είχαν εναποθέσει τις τελευταίες τους ελπίδες. Όλα στολισμένα, όλα γιορτινά.

Θα γιορτάσεις και εσύ. Σ’ εσένα το λέω, μίζερε, σ’ εσένα που κοιτάζεις τη βιτρίνα ανέκφραστος και μας χαλάς τη διάθεση.

Πετάχτηκε ξαφνιασμένος. Το είδωλό του στη βιτρίνα φάνταζε πολύ σοβαρό. Σχεδόν χωρίς έκφραση. Προχώρησε με γρήγορα βήματα παρακάτω, ώσπου είδε μια φανταχτερή βιτρίνα να του γνέφει με νόημα. Κοντοστάθηκε για λίγο σαν υπνωτισμένος, λίγο χάζεμα δεν βλάπτει. Εξάλλου, ποιος θα τον έβλεπε...

Είχε τα πάντα. Παιχνίδια, στολίδια, ρούχα. Ρούχα επίσημα, κουστούμια, τουαλέτες, γουνάκια -όλα φορτωμένα με χρωματιστά λαμπάκια και πασπαλισμένα με μπόλικη χρυσόσκονη. Υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι; αναρωτήθηκε. Και αν, πού βρίσκονταν; Γιατί δεν ήξερε κανέναν τους; Μα επιτέλους, όλοι οι γνωστοί του έκαναν Πρωτοχρονιά με την οικογένειά τους, οπότε λογικά θα φορούσαν κάτι απλό, άντε κάτι λίγο πιο όμορφο, αν είχαν το κέφι (και το ρούχο). Έτριψε λίγο τον σβέρκο του προβληματισμένος, αυτό το πουλόβερ τον έτρωγε, άσε που τον είχε γεμίσει χνούδι. Όσο σκεφτόταν πώς θα είχε γίνει το παλτό του, τον έπιανε περισσότερη βαριεστημάρα. Δεν είχε καμία όρεξη να το βουρτσίσει όταν γύριζε σπίτι, αλλά από την άλλη και τι να έκανε; Να γύριζε χνουδωτός; Δεν ήταν ό,τι καλύτερο.

Στο θέμα μας, όμως. Προσπάθησε να σκεφτεί όλους τους γνωστούς του να δαγκώνουν τα μπουτάκια γαλοπούλας ντυμένους με κουστούμια και τις γυναίκες να φορούν μακριά φορέματα με τους ώμους έξω. Χασκογέλασε λίγο μόνος του, πλάκα θα ’χε. Ορισμένοι, βέβαια, θα πήγαιναν σε δεξιώσεις ή στα μπουζούκια. Πόσοι όμως; Γιατί σύμφωνα με τις βιτρίνες έπρεπε και ο ίδιος, αλλιώς μερικά κουστούμια θα ξέμεναν. Έτριψε τον σβέρκο του σχεδόν απολογητικά. Κατά πάσα πιθανότητα θα υποδεχόταν τον καινούριο χρόνο με τις πιτζάμες. Λυπάμαι κουστουμάκια, είπε από μέσα του με ανασηκωμένους ώμους.

Γύρισε να φύγει και τότε τον είδε να κατεβαίνει τον πεζόδρομο σαν άρχοντας μ’ ένα λαμπερό χαμόγελο. Αυτό και αν ήταν εντυπωσιακό. Πώς είναι δυνατόν να κουβαλάει τόσες τσάντες ταυτόχρονα; Δεν ήταν μία ή δύο. Δεν ήταν ούτε καν τρεις, αλλά περίπου καμιά δεκαπενταριά στο σύνολο. Βάλε και κάτι μικρούλες για τα μικροδωράκια, μπορεί και είκοσι. Το μυαλό του κατακλύστηκε από σκέψεις. Πού τα πήγαινε όλα αυτά τα δώρα; Στην οικογένειά του μάλλον, είχε σύζυγο και δυο παιδάκια. Λογικά στα μικρά δεν θα έκανε από ένα μόνο δώρο. Βάλε και τους γονείς και τα πεθερικά, αδέρφια και ανιψάκια. Ε,ναι, δεν είναι παράξενο. Κάτι έπρεπε να χαρίσει σε όλους για να είναι σωστό το ρεβεγιόν, το έθιμο δηλαδή. Ποιο έθιμο, μουρμούρισε... Να ξοδεύεις τόσα χρήματα μέσα σε κοσμοσυρροή... να στέκεσαι με τις ώρες στους ώρες μπροστά από τα ταμεία και στο τέλος να φεύγεις από την αγορά θριαμβευτικά, λες και κατάφερες κάτι σπουδαίο με άδειο πορτοφόλι; Και όχι μόνο...

 -Βρε, βρε, βρε... Και εσύ εδώ; Άντε προλαβαίνεις, τα μαγαζιά κλείνουν στις έξι.

 -Ναι, πάλι καλά. Ευτυχώς, μας περιμένουν. Είχα πάει στο δημαρχείο, αλλά δεν σε βρήκα.

-Α, ναι, είχα κάτι δουλειές έξω και είπα να κάνω τα ψώνια της τελευταίας στιγμής.

 Τρόμαξε. Αν μπροστά του είχε μόνο τα ψώνια της τελευταίας στιγμής, δεν ήθελε να σκέφτεται αυτά της προτελευταίας. Προσπάθησε να κάνει έναν νοερό υπολογισμό, αλλά εκείνος τον διέκοψε.

-Θα πας πουθενά για Πρωτοχρονιά; -Ναι, πουθενά, απάντησε αφηρημένα.

-Έκτακτα, και εδώ καλά είναι. Εμείς θα πάμε για σκι! Πηγαίνουμε κάθε χρόνο. Αρέσει πολύ στα παιδιά.

-Δεν έχω πάει ποτέ..

-Α, χάνεις! Την παραμονή τι θα κάνεις;

-Θα είμαι με τους δικούς μου.

-Την καλύτερη δουλειά κάνεις, πίστεψέ με!

Αναρωτήθηκε αν έπρεπε όντως να τον πιστέψει και στη συνέχεια πόσες φορές θα είχε πει ακριβώς τα ίδια λόγια τις χρονιάρες μέρες. Α, εντάξει, αν κατάντησε να χρησιμοποιεί και τέτοιες λέξεις, τις «χρονιάρες» δηλαδή, έστω και από μέσα του, τότε καλώς ήρθε στον κόσμο της παλιότερης γενιάς. Τελικά, ό,τι κοροϊδεύεις, το λούζεσαι.

 -Λοιπόν, να μη σε κρατάω, καλή χρονιά με υγεία! Και αν θελήσεις, κάτι, πέρασε απ’ το γραφείο.

 -Καλή χρονιά. Έννοια σου...

Χαμογέλασε στη θύμηση, τι αστείος τύπος. Από τότε είχε να τον ξαναδεί, παρόλο που είχε αναγκαστεί να ξαναπάει στο δημαρχείο.

Ξεκίνησε για το σπίτι με ζωηρό βήμα Ήθελε να πάει να αράξει στον καναπέ του και να χαζέψει τα φωτάκια. Πάντα έβαζε φωτάκια, αλλά χωρίς το δέντρο, τα προτιμούσε έτσι. Του άρεσε να τ’ αφήνει στο πάτωμα ή πάνω στο τραπεζάκι με τα φώτα σβηστά και να κοιτάζει τη νύχτα μέσα απ’ το τζάμι. Είχε πολύ ωραίο χρώμα η νύχτα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, το είχε παρατηρήσει και άλλες φορές. Συνέχισε την πορεία του του βιαστικά, μέχρι που τα βήματά του τον οδήγησαν μπροστά από ένα μαγαζάκι. Στάθηκε μπροστά από τη βιτρίνα, πρώτη φορά το έβλεπε. Πίσω από την τζαμαρία περίμεναν υπομονετικά πολλά παιχνίδια παλιάς εποχής, γουστόζικα σερβίτσια από πορσελάνη, φιγούρες του καραγκιόζη, ξυλόγλυπτα σπιτάκια, παλιά κοσμήματα, περίτεχνες καρφίτσες, σκαλιστά έπιπλα, πολύχρωμα υφαντά, μαριονέτες... Το μάτι του έπεσε πάνω σ’ ένα ποντικάκι, γκρίζο ανοιχτό. Γυάλιζε το γκρίζο του, ενώ στα αυτάκια του ξεμυτούσε ένα απαλό ροζαλί. Αν το κούρδιζες από το πλάι μ’ ένα κλειδάκι, θα τσουλούσε το δίχως άλλο. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Είδε ένα αχνό χαμόγελο στη βιτρίνα και μπήκε μέσα φουριόζος. Μια κυρία βγήκε παιχνιδιάρικα απ’ το βάθος σαν να είχε κρυφτεί. Εύσωμη γύρω στα εξήντα, μ’ ένα πολύχρωμο ζακάρ πουλόβερ, γκριζωπή μακριά κοτσίδα και γυαλιά χαμηλά στη μύτη της.

-Κόπιασε να ρίξεις μια ματιά, του είπε σαν να ήθελε να τον ενθαρρύνει.

-Καλησπέρα σας, χρόνια πολλά.

-Χρόνια πολλά και σε εσένα. Έλα να δεις, το χάζεμα δεν το πληρώνεις, του είπε χαμογελώντας. Προχώρησε προς μία προθήκη και διάλεξε ένα ξυλόγλυπτο σπιτάκι τόσο χαριτωμένο, σαν παραμυθένιο.

-Ναι, μουρμούρισε η κυρία. Είναι όντως πολύ καλό, αλλά χρειάζεται πολλή ψιλοδουλειά, και αυτό δεν πληρώνεται φυσικά. Έτσι δεν είναι; ρώτησε με λοξό βλέμμα.

-Σωστά, μουρμούρισε αμήχανος. Ξέρετε, γενικά δεν κάνω δώρα, αλλά ψάχνω κάτι ιδιαίτερο για ένα πρόσωπο...

-Για μια κυρία;

-Ναι...

-Ό,τι αιχμαλωτίσει το βλέμμα σου, αυτό να πάρεις. Μη σκεφτείς κάτι άλλο.

-Λέτε; Ίσως δεν της αρέσει...

-Ίσως, ίσως... Το δώρο πρέπει να είναι ξεχωριστό, όχι μία από τα ίδια. Δεν ήταν έτσι παλιά...

-Ξέρω, πλέον είναι λες και πας στο σούπερ μάρκετ, μου το λέει μια φίλη γκρινιάζοντας.

-Α, πολύ σωστά το έθεσε. Εδώ, όμως είναι ένα... μπακάλικο. Ας το πούμε έτσι.

Της χαμογέλασε, είχε κάτι το συμπαθητικό. Κοίταξε γύρω του ερευνητικά. Τι να διαλέξει, είχε τόσα πράγματα. Μια παλιά κούκλα, ίσως; Μπα, θα την έβρισκε παλιομοδίτικη. Ένα παιχνιδάκι; Ούτε και αυτό, θα έκανε παιδιάστικο. Ένα από τα ασυνήθιστα γούρια, ίσως;. Πολλή ζέστη είχε εκεί μέσα, ένιωθε δυσφορία. Η ιδιοκτήτρια απ’ την άλλη δεν έδειχνε να ζορίζεται, αντιθέτως είχε σηκώσει ψηλά ένα άλλο ξυλόγλυπτο και το περιεργαζόταν σαν να το θαύμαζε, σαν είχε ξεχάσει την παρουσία του. Πάντα του άρεσε όταν έβλεπε τέτοιους μαγαζάτορες, το διασκέδαζε. Άραγε να ήθελε να το αγοράσει; -Ξέρετε, του είπε, είναι δύσκολα τα πράγματα. Και για εσάς τα νέα παιδιά, που δυσκολεύεστε να πάρετε ένα δώρο αλλά και για εμάς με τόση φορολογία. -Ναι, μουρμούρισε δειλά. -Αυτό εδώ ξέρεις πόση δουλειά χρειάζεται; Ώρες ολόκληρες. -Φαντάζομαι.

Ικανή την είχε να μην ήθελε να το πουλήσει τελικά. Η ζέστη είχε γίνει πιο έντονη, αισθάνθηκε ένα πλάκωμα. Έστριψε το κεφάλι του προς την έξοδο, όταν κάτι αιχμαλώτισε την προσοχή του. Μικρό, ιδιαίτερο, του έκανε νεύμα.

-Αυτό, της είπε με σιγουριά.

-Πολύ ωραία επιλογή, θα σας κάνω καλύτερη τιμή, εσείς οι νέοι καλό είναι να έχετε βοήθεια.

-Εσείς, τη ρώτησε ντροπαλά, δεν χρειάζεστε βοήθεια;

Τον περιεργάστηκε μέσα από τα γυαλιά της.

-Η βοήθεια είναι για να δίνεται. Αλλά καλό είναι και να λαμβάνεται.

Δεν κατάλαβε, αλλά ένιωθε τέτοια ανυπόφορη ζέστη, ώστε ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Πήγε προς το ταμείο για να την παρακινήσει να τελειώνουν. Τον ακολούθησε, αφού τακτοποίησε μερικά σπιτάκια χαμογελώντας. Τα είχε ρίξει πριν. Πάντα αδέξιος, ωστόσο δεν τόλμησε να τα τακτοποιήσει για να μην τα κάνει χειρότερα. Η κυρία μπήκε πίσω από το ταμείο, έδειχνε να ψάχνει κάτι.

-Α, ναι, αυτό ακριβώς.

Τράβηξε από έναν σωρό ένα μικρό κουτάκι σαν παραμυθένιο, το άνοιξε και έστρωσε μέσα του χοντρό, πράσινο γκοφρέ χαρτί, έβαλε μέσα το δώρο προσεχτικά και το έκλεισε. Μετά διάλεξε μια μπεζ κορδέλα με κατακόκκινες βελονιές και το τύλιξε σφιχτά. Παρ' όλη τη δυσφορία του, έμεινε έκπληκτος.

-Το δώρο πρέπει να είναι ακριβό σε όλα του, ανακοίνωσε χαρωπά.

Στη συνέχεια, άπλωσε το χέρι της σ’ ένα σακουλάκι και τράβηξε από μέσα κάτι σαν σποράκια. Σποράκια σε δώρο; σκέφτηκε με μια γκριμάτσα.

-Ο γλυκάνισος, ο αστεροειδής. Περίμενε να τον δέσω.

-Ποιο να δέσετε;

-Τον γλυκάνισο.

-Μα πού;

-Στο κουτί, δεν θα κάνεις ένα συνηθισμένο δώρο.

-Μα... ψέλλισε. Δεν είπε φωναχτά αυτό που σκεφτόταν. Την είδε να πασχίζει να δέσει το μικρό καφετί αστεράκι γύρω από τον φιόγκο της κορδέλας. Φαινόταν προσηλωμένη και δεν ήθελε να τη διακόψει. Ντράπηκε κιόλας, τι ανόητος.

-Να, είδες. Μύρισέ το! πρόσταξε, ενώ το έφερνε κάτω από τη μύτη του.

Τι άρωμα, ένα κύμα γλύκας και θαλπωρής τον τύλιξε σαν ένα ένα προστατευτικό σκέπασμα. Το πήρε στα χέρια του να το μυρίσει πάλι. Ξανά και ξανά. Ξαφνικά επανήλθε. Έδωσε τα 5 ευρώ, ντροπιασμένος. Η κυρία τα πήρε χαμογελώντας.

-Στο καλό, του είπε, Καλή χρονιά.

-Καλή χρονιά, θα ξαναπεράσω.

Έφυγε μπερδεμένος. Στον δρόμο πέρασε από μία κάβα. Αποφάσισε να μπει, ας είχε κοσμοσυρροή. Πήρε καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια και σοκολατάκια. Πάλι αυτή η ζέστη, ένιωθε εξάντληση, μάλλον χρειαζόταν ξεκούραση. Κατηφόρισε προς τον ηλεκτρικό και όταν έκατσε, έριξε μια ματιά στο κινητό του. Είδε μια φωτογραφία... Ο κόσμος πάει για σκι, σκέφτηκε μελαγχολικά. Έφτασε στο σπίτι, η ώρα είχε πάει 7, τα μαγαζιά είχαν κλείσει και ο κόσμος ετοιμαζόταν για την αλλαγή του χρόνου. Ξάπλαρε στον καναπέ αποκαμωμένος. Πρέπει να είχε ταχυπαλμία. Ίσως, να είχε στρεσαριστεί τις τελευταίες μέρες, έπρεπε να χαλαρώσει. Δίπλα του είχε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, ήπιε δυο γουλιές και έφαγε ένα σοκολατάκι. Πολύ καλύτερα τώρα. Είχε τα λαμπάκια του, το ανοιχτό του τζάμι για να ρεμβάζει έξω και...

Ένας χρόνος είχε περάσει. Το ίδιο είχε πει και πέρυσι. Και πρόπερσι. Και το κουτί είχε παραμείνει στη θέση του περιμένοντας υπομονετικά. Δεν μπορεί, κάποια στιγμή ο παραλήπτης του θα το καταδεχόταν. Θα το καταδεχόταν... Άπλωσε το χέρι του και το έφερε στο πρόσωπό του χαρωπός. Δεν χόρταινε αυτή τη θεσπέσια μυρωδιά. Μπορεί να είχε ξεθυμάνει μετά από τόσο καιρό, όμως για εκείνον είχε πάντα την ίδια αίσθηση. Έπρεπε να πάρει γλυκάνισο σε ποσότητα και να τον βάλει σ’ ένα βαζάκι να μοσχοβολήσει το σπίτι. Πόσες φορές το είχε σκεφτεί... Σειρά είχε το δώρο, τώρα. Έπρεπε να χαρίσει σε κάποιον ιδιαίτερο... Χαμογέλασε δειλά.

Τράβηξε την κορδέλα σαν τα παιδάκια και το έβγαλε από το κουτί... Έξω, η νύχτα χαμογελούσε... 

Για το Book-Tour, Κωνσταντίνα Κοράκη.

https://www.goodreads.com/author/show/7960996.Konstantina_Koraki