Μια κριτική προσέγγιση στο μυθιστόρημα-θρίλερ «Δαιμόνιος Βάκχος» της Αγγελικής Ράδου και του Αντώνη Αντωνιάδη από τις εκδόσεις Polaris

2016-04-01 19:58

«Φοβόταν την ιλιγγιώδη ταχύτητα, έτρεμε το ύψος, αλλά τίποτα απ’ τα δύο δεν την παρέλυε όσο το δωμάτιο με τους καθρέφτες. Την πρώτη φορά που τόλμησε να μπει, όταν ήταν έξι χρονών, έμεινε έκπληκτη μπροστά στις παραμορφωμένες αντανακλάσεις του ειδώλου της. […] Πανικοβλήθηκε, κι άρχισε να φωνάζει, κοπανώντας τους καθρέφτες, όσο πιο δυνατά μπορούσε. Όταν την έβγαλαν, ορκίστηκε να μην ξαναπλησιάσει λούνα παρκ.»

Η αντίδραση του μικρού παιδιού, γνώριμη ανάμνηση σε πολλούς που ακόμη σε πιο ώριμη ηλικία διατηρούν ζωντανή την αίσθηση του φόβου, τότε που τον πρωτογνώρισαν, σε σκηνικό στημένο ικανό να σε τρομάξει. Ψεύτικο ωστόσο. Όπως το μέγα ψεύδος της λογοτεχνίας, ειδικότερα όταν αναζητά τη θεματολογία της σε χώρους που λίγη σχέση έχουν με την καθημερινότητα, τη γήινη και απολύτως υλική εκδοχή των πραγμάτων.

Η αστυνομική λογοτεχνία έχει τους πιστούς οπαδούς της και αναμφίβολα πολλή κουβέντα έχει γίνει σχετικά με τη θέση που διεκδικεί ανάμεσα στα άλλα είδη. Σπουδαίοι συγγραφείς έχουν δοκιμαστεί στις ιστορίες αστυνομικής πλοκής προσδίδοντας στο είδος αυτό την αίγλη που του αξίζει. Οι περισσότεροι από αυτούς μας δείχνουν από την αρχή της ιστορίας τους την κατεύθυνση που θα τραβήξουν, δίνοντάς μας κάθε τόσο και κάποιο ίχνος, προκειμένου να συμπορευθούμε στην εξιχνίαση των εγκλημάτων. Μια διαδικασία που εκτινάσσει την αδρεναλίνη στα ύψη αναλόγως της τέχνης του συγγραφέα, κυρίως αν η ιστορία δοκιμάζει τα νεύρα του αναγνώστη αγγίζοντας τα απώτερα όρια της λογικής ανοχής και περνώντας στα πιο σκοτεινά μονοπάτια του θρίλερ ή του τρόμου.

 

Έχω σκεφτεί πολλές φορές τι είναι αυτό που συγκινεί τόσο σε μια ιστορία θρίλερ. Μια φυσική έλξη, θα λέγαμε, προς το στοιχείο του τρόμου, όσο μπορεί  να το αντέξει ο καθένας; Η διαρκώς κλιμακούμενη αγωνία για το τι επιφυλάσσει η επόμενη σκηνή, η επόμενη σελίδα; Ή ακόμη αυτός ο αδιόρατος φόβος που δημιουργείται, όταν πλανάται η αίσθηση πως κάπου εκεί έξω κάποιος, κάτι καιροφυλακτεί και υπονομεύει την ησυχία μας;

Στον «Δαιμόνιο Βάκχο» θα τεντωθούν τα νεύρα του αναγνώστη από τις πρώτες σελίδες. Ένα έγκλημα περίεργο που δύσκολα θα το ξεχάσεις. Όχι μόνο για τη βαναυσότητα που το χαρακτηρίζει αλλά κυρίως γιατί αρχίζει να λειτουργεί ο συνειρμός, αυτή η λεπτή σύνδεση ανάμεσα στο έγκλημα και στον τίτλο του μυθιστορήματος. Υπό αυτή την έννοια θα λέγαμε πως καλύτερα να είχε δοθεί άλλος τίτλος, που να μην παραπέμπει με τόσο ευθύ τρόπο στον Διόνυσο και τη λατρεία του.

Ίσως για πολλούς η μνεία του βακχικού ονόματος να παραπέμπει στο κρασί και το γλέντι, όμως αυτή είναι μόνο μία εκδοχή του πολυπρόσωπου θεού και ούτε καν η κυρίαρχη. Ο Ένδενδρος και Άνθιος και Κάρπιος θεός δήλωνε με αυτά τα προσωνύμια τη δύναμη που ενυπάρχει στα δέντρα, στα λουλούδια και στους καρπούς, με άλλα λόγια τη δύναμη που αναζωογονεί τη φύση. Μια δύναμη που βασικό της χαρακτηριστικό ήταν το υγρό στοιχείο, οι χυμοί των φυτών, ακόμη και το αίμα που έρρεε στις φλέβες των ζώων. Αυτός ήταν ο θεός Διόνυσος των αρχαίων, και μόνον οι Ρωμαίοι τον συνέδεσαν με το κρασί, άρα με την ευθυμία και το γλέντι. Άλλωστε βακχεύω σημαίνει αποκτώ θρησκευτική εμπειρία μέσω της ένωσης με τον θεό, και όχι γλεντοκοπώ. Αυτή η ένωση των ακολούθων του θεού, των βακχών δηλαδή, με το λατρευτικό τους υποκείμενο γινόταν με την ορειβασία, δηλαδή την καταφυγή στα δύσβατα όρη, όπου με τα όργια, δηλαδή τις πράξεις ευλάβειας, αποδείκνυαν την πίστη τους σ’ ένα θεό που ζητούσε την πλήρη ταύτιση μαζί του, με την παράκρουση που οδηγούσε σε ακραίες πράξεις όπως αυτή της κατασπάραξης ζώων και την ωμοφαγία. Το γεγονός ότι σε ώρα παράκρουσης και οργιαστικού χορού οι βάκχες μπορεί να τελούσαν και την πράξη της ανθρωποφαγίας δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο. Αυτό το τελευταίο σημείο όμως είναι αρκετό για να κινητοποιήσει τη φαντασία και τη δημιουργική σκέψη των συγγραφέων του βιβλίου, κι έτσι να προκύψει ένα εντελώς πρωτότυπο στη σύλληψή του μυθιστόρημα.

 

Όσο λοιπόν οι διάφορες εκδοχές για το ποιόν των συγκεκριμένων δολοφόνων θα διαδέχονται η μία την άλλη, όσο οι παραμορφωτικοί καθρέφτες θα δείχνουν και άλλο πρόσωπο κάθε φορά, τόσο θα ενισχύεται η υποψία του αναγνώστη ότι κάπου αλλού είναι κρυμμένο το φριχτό μυστικό. Και όσο η έρευνα θα εισχωρεί πιο βαθιά στα σκοτεινά δάση γύρω από την Ξάνθη, τόσο θα αχνοφαίνεται μια φοβερή αλήθεια.

Οι συγγραφείς σοφά επέλεξαν το συγκεκριμένο τοπίο, συνδέοντας τον μύθο του θεού με τη Θράκη, που αποτέλεσε το σκηνικό του μύθου του Ζαγρέα, του κερασφόρου εμβληματικού θεού των Ορφικών πολύ συχνά ταυτισμένου με τον Διόνυσο.

 

Διαβάζοντας έχεις συχνά την αίσθηση ότι σε παρασύρει η απολύτως λογική επιφάνεια των γεγονότων. Κάτι όμως πιο βαθύ έρχεται και σε προκαλεί να δεις όλο το παράδοξο που κρύβεται από κάτω. Έτσι μέσα από τη συντεταγμένη δομή της λογικής ξεπηδά κάθε τόσο η ασύντακτη δομή της αγριότητας ανατρέποντας το σκηνικό.

 

Διαγράφονται ολοζώντανες εικόνες που δεν αποτελούν απλώς το φόντο της ιστορίας αλλά σου δημιουργούν την αίσθηση ότι βρίσκεσαι εκεί, μέσα στις σελίδες μα και στον τόπο που περιγράφεται. Όπως εδώ που μοιάζει να άνοιξες την πόρτα και να μπήκες σ’ αυτό το καφενείο-παντοπωλείο, να κάθισες στο τραπεζάκι του και να παράγγειλες μια ρακή με συνοδευτικό στραγάλι ή φιστίκι, και με τα δεύτερα κάτι σε λουκάνικο στο τηγάνι.

«Μια ξύλινη ξυλόσομπα με λαμαρίνα στη βάση της, για να πέφτουν οι στάχτες, τέσσερα ξύλινα τετράγωνα τραπέζια και καμιά δεκαριά καρέκλες βρίσκονταν στην πλευρά που έμοιαζε με καφενείο. Από την άλλη, ένας πάγκος με θήκες για προϊόντα και ράφια πίσω απ’ αυτόν, θύμιζε περισσότερο ψιλικατζίδικο παρά παντοπωλείο. Στη γωνία πάνω από την ταμειακή μηχανή κρέμονταν από γάντζους μια σειρά από χωριάτικα λουκάνικα και δυο κομμάτια καπνιστού χοιρινού κρέατος ενώ μπροστά από τον πάγκο ήταν τοποθετημένα ανοιχτά σακιά με ρύζι, φακές και ρεβίθια»


Και την άλλη στιγμή προσγειώνεσαι. Όχι, εδώ σ’ αυτά τα μέρη κάτι άλλο συμβαίνει. Ένα παλαιότερο ανεξιχνίαστο έγκλημα έρχεται να συνδράμει με την ομοιότητά του ετούτο το νεότερο και να ανανεώσει τον φόβο για μια ανατριχιαστική συνέχεια. Βγαίνοντας από το παραδοσιακό καφενείο συναντάς την κρυψίνοια των κατοίκων που ξέρουν αλλά δεν μιλούν, που αγνοούν αλλά πλάθουν με τη φαντασία τους ιστορίες. Αυτή η εναλλαγή είναι ένα από τα πιο θετικά στοιχεία του συγκεκριμένου βιβλίου.

 

Στις αστυνομικές ιστορίες συχνά το ενδιαφέρον τραβά η φυσιογνωμία του ικανού αστυνομικού που ανιχνεύει τα εγκλήματα με τη χρήση των φαιών κυττάρων του εγκεφάλου του, ενώ παράλληλα τον παρακολουθούμε στην προσωπική του ζωή με τις μικροσυνήθειες και τις αδυναμίες του. Κι εδώ φυσικά θα συναντήσουμε τον απαραίτητο «Πουαρώ» ή αν προτιμάτε τον εγχώριο «Μπέκα» και «Χαρίτο», μόνο που πολύ διαφέρει από την κλισέ εικόνα. Επιπλέον θα ξαφνιαστούμε από την εξέλιξη της ιστορίας στον βαθμό που τον αφορά. Προστίθεται και αυτό στα πολύ θετικά της συγκεκριμένης γραφής.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι εδώ έχουμε δύο συγγραφείς, κάτι ελάχιστα σύνηθες για την ελληνική λογοτεχνία. Υπάρχει βέβαια η περίπτωση του «Μυθιστορήματος των τεσσάρων», το 1958, μόνο που τότε είχαμε την εκ περιτροπής συγγραφή από τον Μυριβήλη, τον Τερζάκη, τον Καραγάτση και τον Βενέζη, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μεταξύ τους. Εδώ προφανώς υπάρχει συνεργασία ανάμεσα στην Αγγελική Ράδου και τον Αντώνη Αντωνιάδη που συγγράφουν το μυθιστόρημα. Το ενιαίο ύφος προδίδει ίσως μια εισήγηση σχεδίου από την πλευρά του ενός και μια γραφή από την πλευρά του άλλου, με αμοιβαίες παρεμβάσεις και διορθώσεις. Ενδιαφέρον οπωσδήποτε το εγχείρημα.

Τελειώνοντας το βιβλίο έχεις την αίσθηση ότι κάτι έμεινε ανολοκλήρωτο. Όχι, δεν εννοώ μ’ αυτή την παρατήρηση ότι η πλοκή έχει κενά. Ίσα ίσα το βιβλίο διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και σε κερδίζει με τις ανατροπές του, με τον έξοχα διαγραφόμενο μικρόκοσμό του, με τους ήρωες και πάνω απ’ όλα με την ατμόσφαιρα που διαφαίνεται γύρω από τα γεγονότα. Όμως νιώθεις ότι αυτό το αδιόρατο κάτι που βρίσκεται πίσω από αυτή την ιστορία δεν έχει χορτάσει ακόμη. Και τότε κλείνοντας το βιβλίο αναρωτιέσαι: κι αν;

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr