Μια κριτική προσέγγιση στο αστυνομικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Σίμου «Τα βατράχια» από τις εκδόσεις Όστρια

2016-10-29 14:17

Ο βάτραχος του παραμυθιού και η λάσπη του τοπίου

 

Της αρέσει. Σαν εκείνον τον βάτραχο του παραμυθιού. Οι γονείς της μαλώνουν για τον τρόπο που ντύνεται, για τη μουσική που ακούει, για όλα. Θέλουν να τη μεταμορφώσουν σε πρίγκιπα. Εκείνη δεν θέλει το φιλί. Της αρέσει που είναι βάτραχος.

 

Ποια σχέση θα μπορούσε να έχει ένα παραμύθι με μια αστυνομική ιστορία; Φαινομενικά καμία. Ακόμα και συμβολικά να θελήσουμε να δούμε τον συσχετισμό, μας αποτρέπει το σκηνικό της ιστορίας, με την οποία ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας εισχωρεί στο τοπίο των αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ένα σκηνικό γεμάτο λάσπη, στην οποία κυριολεκτικά οι ήρωες θα βυθιστούν. Και όμως, αυτός ο βάτραχος του παραμυθιού, που συντρόφευε τις παιδικές μας αϋπνίες, είναι υπαρκτός στην πλοκή του βιβλίου. Μόνο που ανατρέπει την έκβαση της παιδικής ιστορίας και μας οδηγεί σε άλλο εφιαλτικό τοπίο. Αυτό της απομόνωσης, της περιθωριοποίησης, της εκδίκησης, του κινδύνου που παραμονεύει να συντρίψει τωρινές βεβαιότητες με τις ανοιχτές πληγές που έρχονται από το παρελθόν. Ο συγγραφέας επιλέγει να μας απομακρύνει από την Αθήνα, που αποτελεί το σκηνικό των περισσότερων αστυνομικών ιστοριών. Έτσι θα βρεθούμε στο ευβοϊκό τοπίο, με τα τρελά νερά να συνάδουν με τις εναλλαγές της πλοκής, με τα λασπώδη εδάφη να βυθίζουν τα βήματα των ανθρώπων, άλλοτε πάλι να κρύβουν οδυνηρές αποκαλύψεις. Σε μια, σε κάθε περίπτωση, κλειστή κοινωνία που όλα τα γνωρίζει αλλά δεν τα φανερώνει, που όλα τα φοβάται αλλά τα σκεπάζει με τη σιωπή της. Που απορεί εν τέλει, όταν όλα έρχονται στο φως.

Η ιστορία κινείται σε τρία χρονικά επίπεδα, τα οποία παρουσιάζονται με διαρκή εναλλαγή, έτσι που να αποκαλύπτουν σταδιακά τα ίχνη, που θα πρέπει να ακολουθήσει ο αναγνώστης προκειμένου να δώσει τη δική του οπτική στα γεγονότα. Και προτάσσω εδώ τον ρόλο του αναγνώστη, γιατί εύστοχα ο συγγραφέας καταφέρνει να τον καταστήσει συμμέτοχο στην ιστορία. Με το ενδιαφέρον του να παραμένει αμείωτο από την αρχή ως το τέλος, ανακαλύπτει τις διαφορετικές εκδοχές ενός μυστηρίου, το οποίο κάθε φορά παρουσιάζεται κοντά στη λύση, μια λύση όμως που δεν έρχεται παρά μόνον όταν όλες αυτές οι πιθανότητες εξαντληθούν ως πτυχές μόνον μιας βαθύτερης πραγματικότητας, που υποφώσκει πίσω από τα ορατά σημεία. Μέχρι να έρθει η τελική ανατροπή, το απρόβλεπτο τέλος, στο οποίο θα συμπέσουν και θα ολοκληρωθούν τα τρία μυστήρια της πλοκής. Το πρώτο, και μακρινότερο στον χρόνο, αφορά μια υπόθεση σκοτεινή (για την αστυνομία, όχι για τον αναγνώστη) που έλαβε χώρα είκοσι πέντε χρόνια πριν.

Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγει. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να μετράει δυνατά. Σε κάθε νούμερο, η αναπνοή του γινόταν όλο και πιο κοφτή. Ευχήθηκε όταν θα έφτανε στο δέκα να βρεθεί στο δωμάτιό του. Όλα να ήταν ένα όνειρο, ένα κακό όνειρο. 7… 8… 9… Ένα χέρι ακούμπησε την πλάτη του.

«Δέκα» συμπλήρωσε η φωνή από πίσω του.

Την παρακολουθούμε, όπως παρεμβάλλεται στην τωρινή αφήγηση, γνωρίζοντας αυτά που αγνοεί η αστυνομική έρευνα, χωρίς όμως να υποψιαζόμαστε τον ρόλο που θα διαδραματίσει αυτό το παρελθόν στην υπόθεση που ο αστυνόμος Καπετάνος (σε πρώτη εμφάνιση στην αστυνομική λογοτεχνία) έχει μπροστά του, τη δολοφονία ενός 14χρονου κοριτσιού.

Κοίταξα την φωτογραφία, ένιωσα σαν να ήμουν εκεί, να έβλεπα το πτώμα από κοντά. Ένα κοριτσάκι με βρεγμένα μαλλιά που δίπλωναν πίσω από δύο πεταχτά αυτιά. Φορούσε μόνο τα εσώρουχα. Οι ώμοι της κατάλευκοι, σκελετωμένοι. Το φως από το φλας της σήμανσης, αντανακλούσε μέσα στα μάτια της.

Μετά από εξάμηνη απομάκρυνση από την υπηρεσία, αναγκαστική ύστερα από μια προσωπική του ανάμειξη σε μια ιστορία που και αυτή, ως τρίτη χρονική παράμετρος, μας παρουσιάζεται παρεμβαλλόμενη στην αφήγηση, και στην οποία ο αστυνόμος Καπετάνος νιώθει αδικαίωτος, ένα θύμα που δεν μπορεί να αποδείξει την αλήθεια του, γιατί τα στοιχεία είναι ελλιπή. Και τον πονάνε πολύ.

 

Παίρνω ανάσα, μπαίνω μέσα. Το νερό είναι ζεστό, με βρέχει ως τη μέση. Πλησιάζω το φόρεμα, απλώνω το χέρι και το αρπάζω, είναι άδειο. Η κόρη μου συνεχίζει να φωνάζει βοήθεια, δεν μπορώ να τη δω. Κρατώ το φόρεμα στο χέρι. Κοιτάζω τα δάχτυλά μου. Ένα κόκκινο υγρό καλύπτει τις παλάμες μου. Αίμα. Κόκκινη στάμπα πάνω στο λευκό ξεφτισμένο ύφασμα. Αίμα. Το νερό τώρα φτάνει ως τον λαιμό μου. Αίμα. Κόκκινο παντού. Γυρνάω το κεφάλι στην ακτή. Ο αδελφός της Ελένης με δείχνει με το δάχτυλο, γελάει. Πυροβολισμός.

 

Αυτές οι τρεις χρονικές αναφορές θα μπερδευτούν, θα δημιουργήσουν απορίες στον αναγνώστη για το ταυτόχρονο της παρουσίας τους στο βιβλίο. Στο τέλος όμως της ιστορίας θα τον αποζημιώσουν με τον καλύτερο τρόπο, όπως θα συμπέσουν στα σημεία τους για να συμπληρωθεί το παζλ.

 

Ποιος είναι ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος; Στις αστυνομικές ιστορίες είθισται η κεντρική φιγούρα να είναι ο αστυνόμος που θα ανακαλύψει τα στοιχεία, θα ακολουθήσει τα ίχνη και θα αποκαλύψει την αλήθεια γύρω από τον θύτη και το θύμα ή τα θύματα. Συχνά ο τίτλος της ιστορίας αναδεικνύει ως πρωταγωνιστή τον θύτη. Σπανιότερα το θύμα.

Εδώ, ο Δημήτρης Σίμος με τον τίτλο «Τα βατράχια» στρέφει την προσοχή στο θύμα, που συγκεντρώνει στο δικό του προφίλ συλλήβδην τα ομοειδή πρόσωπα. Έτσι μας κατευθύνει προς μια ιστορία που επικεντρώνει στην περιθωριοποίηση, τον εκφοβισμό που υφίστανται οι διαφορετικοί μέσα σε ένα σύνολο ομοιομορφίας, και αναπόφευκτα στις οδυνηρές συνέπειες που δυνητικά προκύπτουν από μια ανάλογη νοσηρή κατάσταση.

Ωστόσο, διαβάζοντας την ιστορία έρχονται στην επιφάνεια και άλλες εκδοχές πρωταγωνιστών, έτσι που μοιάζει να απομακρύνεται ο φακός από  το θύμα και να εστιάζει σε μια υπόθεση, στην οποία μάλλον ισχυρά πρόσωπα και καθόλου αδύναμα έχουν το τιμόνι στα χέρια και καθοδηγούν τα νήματα εκεί όπου τα προσωπικά τους οφέλη τους περιμένουν. Σωματεμπορία, βρώμικο χρήμα, πολιτική επιβίωση με κάθε τίμημα. Η ποικιλία αυτή των πτυχών μιας υπόθεσης, που αρχικά έμοιαζε μονοσήμαντη, αφήνουν τον βάτραχο της ιστορίας μυθοπλαστικά εκτεθειμένο. Μήπως ήταν μια παράπλευρη απώλεια; Προσωπικά εκτιμώ ότι ο συγγραφέας προβάλλει αυτή την εκδοχή έχοντας ως στόχο να στρέψει την προσοχή του αναγνώστη σε μια κοινωνική περισσότερο πρόσληψη της ιστορίας του, και ίσως μέσω αυτής της επιλογής να προκαλεί να διαβάσουμε όλες τις άλλες εκδοχές. Παράτολμο ίσως; Ενδιαφέρον όμως. Ένα ακόμα βήμα που τοποθετεί τον αποδέκτη του βιβλίου του επίσης στο κέντρο της πλοκής, να ερμηνεύει, να κατατάσσει, να κρίνει και να συμμετέχει με τον νοερό τρόπο του στην ιστορία.

 

Η αφήγηση γίνεται στο πρώτο πρόσωπο, με τον αστυνόμο Καπετάνο να μας παρουσιάζει τη δική του οπτική για τα πράγματα, ταυτόχρονα να μας δείχνει τις επιπτώσεις που έχει η ανίχνευση της ιστορίας για τον ίδιο, όπως φέρνει σταδιακά στη επιφάνεια τη σχέση με το δικό του παρελθόν. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση παρεμβάλλεται, με τη φωνή του παντογνώστη-συγγραφέα, ο οποίος θα μας προσφέρει την παλαιότερη χρονικά ιστορία, αφήνοντας ανοιχτές τις πιθανές συνδέσεις με το σήμερα. Ενδιαφέρουσα η εναλλαγή στα πρόσωπα της αφήγησης. Λίγο πριν το τέλος θα καταστρατηγήσει αυτή την τεχνική και θα μας δώσει με τη μηδενική εστίαση, και όχι με τη φωνή του αστυνόμου, το πιο αποκαλυπτικό σημείο της ιστορίας, αυτό που θα δείξει τις συνδέσεις και θα ανοίξει τον δρόμο για την αποκάλυψη.

Ο αέρας συρρικνώθηκε γύρω του. δεν του έφτανε να αναπνεύσει. Έχωσε το χαρτί στην τσέπη και τότε άκουσε τη φωνή της κόρης του να φωνάζει. Μπερδεύτηκε στα ρούχα. Παραπάτησε. Έτρεξε στο σαλόνι με την καρδιά του έτοιμη να σκάσει.

Θεωρώ πως αυτό δεν έγινε τυχαία. Θέλησε να μας δώσει, από την απόσταση που μυθοπλαστικά δημιουργεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση (από τον συγγραφέα-σκηνοθέτη εν προκειμένω), την σύμπτωση του ήρωα με τον αναγνώστη. Θα μας τοποθετήσει στην ίδια θέση ως προς τις αποκαλύψεις και θα κατευθύνει, από τη δική του αθέατη πλην όμως πρωταγωνιστική πια, στη θέα της αλήθειας.

Η φυσιογνωμία του αστυνόμου Καπετάνου, ενδιαφέρουσα σ’ αυτή τη πρώτη επαφή του με το αναγνωστικό κοινό. Πείθει με το προσωπικό του δράμα να βγαίνει κάθε τόσο στην επιφάνεια και να καθορίζει τη στάση του απέναντι στα πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος, αλλά και να κατευθύνει τη δράση του, μια που αυτός ως οδηγός-καπετάνιος (ας μου επιτρέψει ο συγγραφέας το λογοπαίγνιο με το όνομα του ήρωά του) καλείται να βρει την κατάλληλη πορεία πλεύσης. Άλλωστε άλλα λάθη δεν του επιτρέπονται, δίπλα σ’ αυτά που του στοίχισαν την προσωρινή απομάκρυνσή του από τη δράση. Σκέφτομαι ότι η επόμενη παρουσία του αστυνόμου θα πρέπει να προβληματίσει τον συγγραφέα, καθόσον θα έχουν εκλείψει πλέον αυτές οι προσωπικές πτυχές στο προφίλ του ήρωά του. Αυτές, όμως, είναι που στο συγκεκριμένο βιβλίο κάνουν τον ήρωα οικείο και του προσδίδουν αυτή τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η πρώτη αξιοπρόσεκτη εκδοτική παρουσία του Δημήτρη Σίμου δείχνει ότι ίσως πρέπει να δώσουμε περισσότερη προσοχή σε νέες εκδοχές του λόγου, που αλλάζουν ίσως με την ενδιαφέρουσα γραφή τους το σκηνικό που έχουμε συνηθίσει στις υποθέσεις αστυνομικής πλοκής. Όταν η αστυνομική ιστορία επιχειρεί να δώσει τις προεκτάσεις (πολιτικές και κυρίως κοινωνικές) που ανοίγουν τον στενό ορίζοντα μιας απλής υπόθεσης δολοφονίας, αξίζουν να συγκαταριθμηθούν στα λογοτεχνικά έργα, και μάλιστα με ιδιαίτερες αξιώσεις διάκρισης ανάμεσά τους. Όπως η συγκεκριμένη πρόταση γραφής από τον Δημήτρη Σίμο.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr