Μια κριτική προσέγγιση στην ποιητική συλλογή της Βίκυς Δερμάνη «Ο πόνος μαύρος σκύλος π’ αλυχτά» από τις εκδόσεις ΑΩ

2016-11-30 07:23

Ο ιαματικός χαρακτήρας της ποίησης

 

Ο ποιητικός λόγος στην πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή του έχει χρώμα μαύρο και κοφτερές γωνίες. Κάθε του λέξη βρίσκει τον στόχο της, κατευθείαν στο θυμικό του αποδέκτη / αναγνώστη. Το τοπίο δεν λειαίνει την επιφάνειά του πουθενά, ώριμος εκφραστής της εσωτερικής τραχύτητας του δημιουργού / ποιητή. Και ο ήχος του είναι κραυγή.

 

[…]το κεφάλι μου φεύγει. Το κεφάλι μου φεύγει και βουτάει στις λάσπες. Βουτάει στις λάσπες των δρόμων π’ αγκομαχούν απ’ των εκπορνευμένων το εμπόρευμα απ’ των άστεγων και άσιτων τους μακρόσυρτους τους ασαφείς τους ήχους. Στους δρόμους μιας πόλης που τις πληγές της γλύφει ανάμεσα σε δολοφόνους – σωτήρες σε συσσίτια κατοχικά σε υποσχέσεις δοσίλογων σε σταυρούς αγκυλωτούς αποχρώσεων πολλών σε καπνογόνα και μάρμαρα σπασμένα.

 

Ίσως μόνον έτσι να γράφεται η αληθινή ποίηση, που δεν μασάει τα λόγια της αλλά τα εκσφενδονίζει προς κάθε κατεύθυνση στοχεύοντας ακριβώς το μυαλό, τον νου που σκέφτεται και δεν χαραμίζεται σε επιφανειακές και ανέξοδες αναγνώσεις. Η σκληρή γλώσσα πετυχαίνει καλύτερα  τον σκοπό του ποιητή. Ο αναγνώστης αυτού του λόγου δεν κοιμάται ήσυχος. Στίχο τον στίχο εισχωρεί στο σκοτεινό τοπίο του πόνου και των αλυχτημάτων. Αυτός ο μαύρος σκύλος π’ αλυχτά στον τίτλο της συλλογής της Βίκυς Δερμάνη έχει το ξεκάθαρο πρόσωπο των φόβων μας. Μια επινοημένη μορφή είναι, που συγκεκριμενοποιεί ό,τι περισσότερο φοβόμαστε: το κενό της απώλειας, τη συνακόλουθη θλίψη και την απόγνωση της μοναξιάς.

Με ένα ορφικό απόσπασμα στην προμετωπίδα η ποιήτρια ανοίγει αυτό το προσωπικό παράθυρο στα σκοτεινά του κόσμου. Από τη δική της πλευρά ζητάει την ίαση. Την ίαση, όμως, που δίνει η καταγραφή του πάθους με λέξεις στο χαρτί. Με το ελάχιστο της διάρκειας του ιαματικού φαρμάκου. Αλλά και με την αναπόφευκτη αντιμετώπιση στο εξής ενός καταγεγραμμένου πόνου, γιατί το φάρμακο είναι πικρό μέσα στην ιαματική του ιδιότητα. Όσο για τον αναγνώστη, αυτός μέσα στον ποιητικό λόγο αντικρίζει το πρόσωπο των δικών του θλίψεων και συμπάσχει, στο μέτρο που η αναγνωστική του επάρκεια τον οδηγεί σε ερμηνευτική συμπόρευση μέσα στους στίχους. Αλήθεια, όμως, η μοναξιά συντροφεύεται;

 

[…]πάνω κάτω στο σπίτι. βήματα ξυραφιές. βήματα – ραψωδοί ψυχής ερημωμένης. μόνη. μόνη. μόνη. αγωνίας παραλήρημα. γύρω σκιές. παγωνιά. γύρω κουρέλια. γύρω έμβρυα νεκρά ερώτων σαρκοφάγων. τα πολυπόθητα τα έμβρυα νεκρά. κρεβάτι σαβανωμένο […] ερήμους ενώνουν ματαίως. μάταια βήματα. βήματα πάνω σε γυαλιά. σπασμένα ματωμένα γυαλιά. σπιθαμή προς σπιθαμή μάταια βήματα αιμάτινα. σε σχοινί


τεντωμένο. σε κουζίνα σαλόνι δωμάτιο. βήματα. παγωμένα βήματα σε σχοινί τεντωμένο. μόνη. μόνη. μόνη. ερημιά.

 

Πότε με ξεκάθαρη ποιητική μορφή και πότε με μια περισσότερο πεζή εκδοχή της ποίησης, η ποιήτρια θα δώσει τις ποικίλες μορφές που παίρνει το πάθος, η απώλεια, το πένθος, η θλίψη. Σαν να αποζητά τον συνοδοιπόρο σ’ αυτό το ταξίδι, και του παραθέτει όσα έχει πρόσφορα σε μορφές για την κατανόηση του λόγου της. Ξέρουμε, ωστόσο, πως πρόκειται για το βάρος του τυπωμένου πόνου. Αυτό που το λέμε πένθος «λογοτεχνικῇ ἀδείᾳ». Στριμώχνεται και ασφυκτιά μέσα στις σελίδες, φωνάζει κι αλυχτά, ίδιο με τη φωνή του πληγωμένου ζώου. Το πάθος το αβίωτο. Δυνατά και σταθερά επανερχόμενο σε κάθε ανανέωση μιας σιωπηλής ανάγνωσης ως  απόηχος όμως μόνο του ξένου πόνου, που λάθρα τον προσεγγίζει ο αναγνώστης.   Μια άλλη υπόθεση, που μπορεί να μείνει μακρινή και ουσιαστικά απρόσιτη, μπορεί όμως  ιδανικά να οδηγήσει σε αυθεντική μέθεξη με τον λόγο της ποιήτριας. Τότε η λογοτεχνία εκπληροί τον απώτερο σκοπό της.

 

Σε νύχτα μετέωρη ατσάλινος ήρθες

με χέρια ακάνθινα και ματωμένα

φορώντας των νικητών το ένδυμα

γυμνός μέσα σε πανοπλία ηφαίστεια

γυρνώντας το στρόβιλο των νεκρών πηγών

έως τριγμού οστών σφίγγοντας τη μέγγενη

με μάτι αγριεμένο πουλιών τυφλών

φτύνοντας ψυχές εκπορνευμένες

σαλτιμπάγκων παλουκώνοντας κρανία

χωρίς έλεος και μύρα

μαύρος καβαλάρης και μοναχικός

εγώ ειμί ο τρόμος, δήλωσες

εγώ ειμί ο Τιμωρός

 

Μια τέτοια εικόνα, όπως αυτή που οι παραπάνω στίχοι μας δίνουν, μπορείς να την αντιμετωπίσεις με δύο μόνο τρόπους. Η πρώτη εκδοχή: αδυνατείς να κατανοήσεις παραδεχόμενος την ανεπάρκεια και την αβουλία σου για ενδότερες ανιχνεύσεις, οπότε αλλάζεις σελίδα. Η δεύτερη εκδοχή: έως τριγμού οστών τάσσεσαι σύντροφος αυτής της μοναξιάς κι εσύ δίπλα στο ποιητικό υποκείμενο. Με όποιο κόστος φυσικά συναποκομίζεις από αυτή την απρόβλεπτη αυτογνωσία σου. Σε μια τέτοια επικίνδυνη διαδρομή, με αβέβαιο προορισμό, μας καλεί η ποιήτρια:

 

Νύχτα ξανά

Με κοίταξες στα μάτια βαθιά.

Πού πάμε, με ρώτησες, πού πάμε;

 

Σ’ αυτό τον ανελέητο κόσμο της Βίκυς Δερμάνη δεν μοιάζει τίποτα να φέγγει ελπιδοφόρο. Ακόμα και οι εικόνες που δημιουργούνται έχουν ενσωματώσει όλο το άλγος των λέξεων. Τα χρώματά τους δύο: το μαύρο και το κόκκινο του αίματος. Και όλο αυτό το ζοφερό τοπίο περικλείεται από ένα μαύρο εξώφυλλο (εξαίσια χλεύη προς όλα τα φανταχτερά που προσελκύουν στα ράφια των βιβλιοπωλείων) κοσμημένο με την εξαιρετικά εύγλωττη σε σημασία «Κραυγή» της Χριστίνας Καραντώνη. Το απόλυτο σύνολο. Η εικόνα και ο λόγος να συνομιλούν σε μια εικαστική – ποιητική πρόταση / πρόκληση.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr