Μια κριτική προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Απροσποίητα» της Ντίνας Γεωργαντοπούλου από τις εκδόσεις Vakxikon

2017-02-24 17:22

Η ποίηση σε πρώτο πρόσωπο

 

[…]

Σήμερα, σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω να παραμείνω

γυναίκα των επιθέτων

ντροπαλή, μελαγχολική και αβέβαιη.

 

Απηχεί ωριμότητα η απόφαση να μιλήσεις σε πρώτο πρόσωπο, αφήνοντας το άλλοθι που σε καλύπτει πίσω από ένα άλλο πρόσωπο (μοναχικό ή όχι αδιάφορο), καταθέτοντας ψήγματα του εαυτού σου έτσι απροσποίητα – όπως δηλώνει και ο τίτλος της ποιητικής συλλογής. Γιατί η αληθινή ποίηση μόνο ως απροσποίητος λόγος μπορεί να σταθεί. Τα ποικιλόσχημα στολίδια αποκαλύπτουν την ποιητική ανεπάρκεια, ενώ η ειλικρίνεια της γραφής αποδίδει στον αναγνώστη τον ποιητή ακέραιο.

 

Η θεματική μιας ποιητικής συλλογής είναι ένα από τα ζητούμενα, νομίζω, μέσα στην πληθώρα των ποιητικών καταθέσεων. Διαβάζουμε συλλογές και αδυνατούμε να βρούμε τον κοινό τόπο συνάντησης των στίχων. Κι όμως, η συστέγαση των ποιημάτων κάτω από έναν κοινό τίτλο δεν συνεπάγεται και την ελάχιστη έστω νοηματική τους συγγένεια. Ούτε ισχύει αυτό που ισχυρίζονται κάποιοι, ότι ίσως το ύφος αποτελεί τη δικαιολογία της συνύπαρξης. Το ύφος ενός ποιητή είναι το υπόστρωμα (και όχι βέβαια μόνο το «φαίνεσθαι») για την έκφραση. Το θέμα όμως του ποιήματος έχει αλλού τις αφορμές του. Σε κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Τι είναι αυτό που παρακινεί τον ποιητή να εκφραστεί; Η αρχική του συγκίνηση από πού ξεχειλίζει;

 

Η παραπάνω σκέψη έρχεται αυθόρμητα από την πρώτη ανάγνωση των ποιημάτων της Ντίνας Γεωργάντοπούλου. Η ποίησή της επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στον χώρο του έρωτα και της αγάπης. Μοιάζει να απευθύνει τον λόγο προς το ερώμενον πρόσωπο, πότε ως εκδοχή του απόλυτου έρωτα και πότε υπό το πρίσμα της κατασταλαγμένης αγάπης. Η αίσθηση που έχεις διαβάζοντας τους στίχους της είναι ότι  αυτή ακριβώς η αγάπη μπορεί να μοιραστεί, ακόμα κι αν το μόνο που δύναται είναι το ελάχιστο περίσσευμά της - πολύτιμο όμως για κάποιους.

[…]

Έχω εξασφαλίσει την παρουσία σου

κομμένα λουλούδια που μπορώ να τα κάνω ό,τι θέλω.

Παρατηρώ πως τελικά τα μαδάς μόνος και πετάς τα πέταλα

και, Θεέ μου, υπάρχουν τόσοι μοναχικοί που τρέχουν

να πάρουν από ένα.

 

Η σχέση, λοιπόν, με το άλλο πρόσωπο, αυτό που σε παρακινεί να μιλήσεις, να δημιουργήσεις, να ζήσεις. Ναι, θα μπορούσε αυτό να είναι ο συνδετικός ιστός των ποιημάτων. Αρκεί να δειχθεί ότι η αντιμετώπιση του ερωτικού στοιχείου δεν έχει έναν ανούσιο λυρισμό και έναν αδιέξοδο ρομαντισμό, αλλά ίσα ίσα έχει σώμα γήινο, αληθινό και ζωντανό που πάλλεται από τους χυμούς του. Ακόμα κι αν ο έρωτας είναι βαθιά χαραγμένος στη μνήμη, αναμένοντας τη νέα αίσθηση της παρουσίας του.

 

Περιμένω.

Δε μιλώ.

Δεν αγγίζω.

Περιμένω τη βροχή.

Μια γραμμή κόκκινη

σχεδόν / πολύ.

Νύχτα ορίζεται.

Στερούμαι.

Κοιταζόμαστε στα μάτια

έρωτας / θάνατος.

Στερούμαι

την πιθανότητα αλήθειας.

Θυμάμαι να νιώσω.

Περιμένω.

 

Αλλά και η αγάπη, παντοδύναμη, έρχεται να καλύψει όλη τη φυγή, την απουσία των πιο σωματικών συναισθημάτων. Είναι η άλλη εκδοχή της συνύπαρξης με το έτερο διαφορετικό. Η βαθιά γνώση των αισθημάτων αποδεικνύεται σοφή. Βυθίζεσαι στον έρωτα και αναδύεσαι στην αγάπη.

 

[…]

Καμιά σιωπή δεν θα είναι άηχη

καμιά σκιά δεν θα τρομάζει το παρόν.

Δεν θα υπάρχει αναμονή στα κόκκινα παπούτσια

θα είναι τα παλιά, μα θα ’ναι υπέροχα καθώς χορεύω.

Οι χαρταετοί μου θα πετούν ψηλά, πολύ ψηλά.

Τίποτα δεν θα μπορεί να σταματήσει την αγάπη μου.

Η ποίηση της Ντίνας Γεωργαντοπούλου, όπως κάθε δημιουργία που εστιάζει στο απολύτως προσωπικό εσωτερικό τοπίο, βρίσκει τον δρόμο της για τον αναγνώστη. Με την ευθύβολη γλώσσα τον συναντά, στο σημείο εκείνο που νιώθεται ο κοινός τόπος. Άλλωστε το πεδίο όπου σχολιάζεται ο έρωτας αλλά και η αγάπη είναι προσφιλής τόπος, και ο υποψιασμένος αναγνώστης της ποίησης γνωρίζει πώς να πλησιάσει τον στίχο για να βρει την ψυχή του ποιητικού λόγου. Σ’ αυτόν τον χώρο δεν χάνεσαι. Όπως λέει και η ποιήτρια:

 

δεν έχω ρίξει σπόρους για τον γυρισμό

μα έχω κρατήσει το φως που πέφτει πάνω στις πέτρες

που μοιάζει με σκουριά το λιόγερμα και είναι αρκετό

 

Ίσως το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της ποίησης να είναι αυτή η αυθόρμητη εναλλαγή του λυρικού ύφους με το απολύτως ρεαλιστικό. Η αιφνίδια μεταπήδηση από την απογείωση στην προσγείωση.

 

Η απόσταση θυμίζει καλοκαίρι που φεύγει.

Ίσως του χρόνου η επιστροφή να βρει

το θαμμένο ρολόι στην άμμο σε λειτουργία

κι ένα παράπονο στα καστανοκόκκινα φύλλα.

Θα δοθεί παράταση στον διαγωνισμό

του πιο καλοφτιαγμένου κόμπου στις συσκευασίες

με ένδειξη «ιδιοχείρως».

 

Αυτή η ισορροπία που επιτυγχάνεται, διασώζει την ποίηση από λυρικά ολισθήματα, που ποτέ δεν της βγήκαν σε καλό. Και καταδεικνύει την ώριμη ποιητική φωνή που ξέρει να αποφεύγει τις κακοτοπιές της εύκολης γραφής. Γιατί, να το πούμε κι αυτό, δεν έχει τελικά τόση  σημασία το θέμα της ποίησης ούτε ο διαχωρισμός των ποιημάτων σε σχέση με αυτό. Ο αληθινός λόγος έχει βαθιά τη γνώση της αξίας του ελάχιστου σημαντικού, που εκφέρεται με λιτό και γήινο τρόπο, και μετράει πολύ σοφά το σωματικό του εκτόπισμα. Έτσι γράφεται ποίηση δυνατή, ένα αξιοπρόσεκτο δείγμα της οποίας έχουμε εδώ.

 

Ένα τελευταίο σχόλιο νομίζω αξίζει στην εικαστική συμμετοχή του Νίκου Χρυσανθόπουλου, που με το σκίτσο του στους τόνους του γκρίζου στο εξώφυλλο υπογραμμίζει τα σκοτεινά τοπία του έρωτα. Απλά, χαμηλόφωνα και υποφωτισμένα, ικανά να οδηγήσουν στις πιο μυστικές καταβυθίσεις.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr