Μια κριτική προσέγγιση στη συλλογή διηγημάτων «Ο κόσμος με καλωσορίζει» του Κώστα Μαυρακάκη από τις εκδόσεις Κέδρος

2017-06-30 13:34

Οι δώδεκα ιστορίες του Κώστα Μαυρακάκη δεν ακολουθούν όλες ένα και μόνον είδος πεζής αφήγησης. Αναμενόμενο αυτό σε ένα συγγραφέα πρωτοεμφανιζόμενο, ο οποίος επιθυμεί να δείξει τις διαφορετικές εκδοχές της γραφής του, γεγονός που  μπορεί να μη συνηγορεί για μια ομοιόμορφη στα σημεία της συγγραφική κατάθεση (πιθανόν απαραίτητη προϋπόθεση για να στηθεί μια συλλογή διηγημάτων), ωστόσο, κάποιες από αυτές είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Θα δούμε, έτσι, στις ιστορίες του βιβλίου να εναλλάσσεται μια απολύτως ρεαλιστική αφήγηση με μια άλλη που να κινείται στον χώρο του συμβολισμού ή στον υπερβατικό υπερρεαλιστικό χώρο ή ακόμα θα συναντήσουμε και μείξη αυτών των επιλογών.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα (κοινό αυτό σχεδόν σε όλα τα διηγήματα) το ξάφνιασμα στο τελείωμα. Όχι πολύ μεγάλο ξάφνιασμα, μια που σε μερικές ιστορίες σχεδόν το ψυχανεμίζεσαι προς τα πού πηγαίνει η πλοκή, ωστόσο ξάφνιασμα. Αυτού του είδους οι  μικροί αιφνιδιασμοί, κάποιες έστω ελάχιστες ανατροπές, ταιριάζουν στη μικρή φόρμα που ακολουθεί ο συγγραφέας. Όταν έχεις πολύ λίγο χώρο (έκταση γραφής) αλλά και λίγο χρόνο (ανάγνωσης), πρέπει να κερδίσεις τον αποδέκτη του έργου σου. Η κατακλείδα της αφήγησης εντυπωσιάζει αιφνιδιάζοντας τον αναγνώστη.

Οι περισσότερες ιστορίες αφορούν τις πολυδαίδαλες διαπροσωπικές σχέσεις, οι οποίες συχνά επιχειρούν ένα άνοιγμα σε ευρύτερα θέματα. Έτσι από καθαρά υπόθεση δύο προσώπων μετασχηματίζονται σε πανανθρώπινες αναζητήσεις μιας ερμηνείας του κόσμου. Αρκεί να μπορέσεις να δεις τα ανεπαίσθητα περάσματα από το ιδιωτικό στο κοινό, από το επιφανειακό στο ενδότερα κρυπτόμενο σημαινόμενο.

Έχω ξεχωρίσει τέσσερα διηγήματα, στα οποία θαρρώ αξίζει να γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά.

Το πρώτο έχει τον τίτλο «Πτήση στο όνειρο». Αρχικά ο τίτλος μού δημιούργησε την αίσθηση ότι θα διάβαζα κάτι κοινότοπο για όνειρα και τα συναφή ρομαντικά. (Εμβόλιμο ένα σχόλιο που αφορά τους τίτλους σε βιβλία ή επιμέρους πεζά. Αν το περιεχόμενο έχει τη δύναμη να πάει λίγο πιο πέρα την ιστορία, δεν πρέπει να προσγειώνεται από τον τίτλο.) Η ιστορία εδώ, αν και προσχηματικά αφορά τη συγκεκριμένη γυναίκα και την ατυχή αισθηματική της σχέση, στην ουσία διαβάζεται σαν μια προσωπική για τον καθένα υπόθεση περιχαράκωσης του χώρου (με τον έξοχο παραλληλισμό της γυναίκας - μέσα στον κλειστό χώρο του αεροπλάνου, με το σημείωμα/μήνυμα  -  κλεισμένο μέσα στο μπουκάλι) τοποθέτησης των ορίων, μέσα στα οποία μπορείς να δομήσεις περίκλειστη ζωή, ασφαλή και στεγανή. Μέχρι τη στιγμή, φυσικά, που θα ανοίξεις μια πόρτα, και τότε θα αντιληφθείς ότι το κενό (κυριολεκτικά και μεταφορικά) παραμονεύει παντού.

 

Το μπουκάλι βρισκόταν στο ράφι με το γράμμα μέσα. Τώρα φοβόταν να το αγγίξει. Προσπάθησε να κάνει άλλες δουλειές για να ξεχαστεί, το μυαλό της όμως ήταν συνέχεια εκεί. Στο μπουκάλι, με το γράμμα μέσα του να πάλλεται σαν κάτι ζωντανό.

Βγήκε από το σπίτι, πήρε το αυτοκίνητο και απομακρύνθηκε με ταχύτητα. Δεν ήξερε πού πήγαινε. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να φύγει όσο πιο μακριά μπορούσε από το μπουκάλι που τη στοίχειωνε.

 

Το δεύτερο έχει τον τίτλο «Χαμένα κομμάτια», εύστοχη εδώ η επιλογή. Η ατμόσφαιρα ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και στο αδιόρατα εκφοβιστικό επέκεινα. Και πάλι η ιστορία ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια της ζωής της ηρωίδας και ανοίγεται σε πολύ πιο ευρύ χώρο. Ποια είναι τα κομμάτια που διαρκώς αναζητούμε; Τι είναι πιο σημαντικό, η πραγματική τους εξαφάνιση ή η εσωτερική μας μάταιη αναζήτηση; Ή μήπως αυτά πάντα μπροστά μας είναι αλλά αδυνατούμε να τα δούμε; Μια λογοτεχνική αναφορά στο μνημονικό εσωτερικό μας τοπίο. Ένα φιλοσοφικό ερώτημα με την αμφίεση ενός διηγήματος.

 

Προχώρησαν στα ενδότερα μέσα στο μισοσκόταδο. Ο Απόστολος ένιωσε κάτι να ακουμπά στο σώμα του και έβγαλε μια δυνατή κραυγή. Η Μυρτώ, τρομαγμένη, έκανε μερικά βήματα πίσω και σκόνταψε πάνω σε κάποιο αντικείμενο, χάνοντας για λίγο την ισορροπία της. Αυτό που είχε νιώσει ο Απόστολος ήταν το σκοινί της μοναδικής λάμπας που κρεμόταν στη μέση του χώρου. Το τράβηξε και εγένετο φως. Η Μυρτώ έσκυψε να κοιτάξει πάνω σε τι είχε σκοντάψει. Ένα μικρό παράξενο κουτί που έγραφε απέξω «μνήμες».

 

Το τρίτο, με τον τίτλο «Το δέντρο», μοιάζει να συνεχίζει τα φιλοσοφικά ερωτήματα. Μόνο που εδώ είσαι προϊδεασμένος από την αρχή για το τι πρόκειται, καθώς ο συγγραφέας επέλεξε χώρο και χρόνο χωρίς σαφή προσδιορισμό, οδηγώντας μας έτσι σε μια ενδιαφέρουσα διαχρονικότητα της αφήγησης. Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να συμβεί σήμερα ή πάντοτε, εδώ ή παντού, γιατί στην ουσία την εμπεριέχουμε και ως τόπο και ως χρονικό διάστημα. Άλλωστε πρόκειται για μια από τις πλέον υπερβατικές γραφές του βιβλίου.

 

Κι όμως, μια μέρα καθώς περπατούσε όχι πολύ μακριά από το σπιτάκι του, βρέθηκε εκεί που δεν το περίμενε, σε ένα ξέφωτο. Και εκεί στη μέση του ξέφωτου αντίκρισε το παράξενο δέντρο που είχε δεκαετίες να το δει. Συγκινημένος, έσυρε τα βήματά του μέχρι εκεί και όταν το έφτασε ακούμπησε το φύλλωμά του με τρεμάμενα χέρια. Το δέντρο ήταν φανερά γερασμένο, ο κορμός του γεμάτος κουφάλες και το φύλλωμά του είχε αραιώσει αισθητά. Κράταγε όμως ακόμα μερικούς παραγινωμένους καρπούς. Ο Ματίας έκοψε έναν και τον δάγκωσε με λαχτάρα. Εκείνη η παλιά στυφάδα είχε ολότελα χαθεί και στη θέση της είχε απομείνει μια γλυκόπικρη γεύση.

 

Τέλος μένω στην ιστορία με τον ευφυή τίτλο «Η ραπτομηχανή», αρχικά για να πω ότι όσο πεζός και ίσως αντιλογοτεχνικός φαίνεται, τόσο προκλητικός (άρα εύστοχος) καταλήγει να είναι μετά την ανάγνωση της ιστορίας. Πόσο πραγματικός είναι ο κόσμος που αντικρίζουμε γύρω μας; Πόσο αληθινός θα μπορούσε να είναι ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε μέσω κάποιας άλλης αίσθησης που ακόμα δεν μπορούμε με ακρίβεια να ονομάσουμε; Ή, αλλιώς, πού επιλέγουμε να ζήσουμε, και με ποιο προσωπικό κόστος; Στο διήγημα αυτό (θεωρώ ότι είναι το πληρέστερο από κάθε άποψη, ως ιδέα, δομή, έκταση, ευρηματικότητα, νοηματική προέκταση) αναδεικνύεται όλη η ικανότητα του συγγραφέα να πλάθει κόσμους αξιοδιάβαστους, που δεν εξαντλούνται μόνο σε μια ανάγνωση.

 

Και τότε για πρώτη φορά η ραπτομηχανή έκανε κίνηση να ράψει. Ο Γεράσιμος γούρλωσε τα μάτια του. Έφερε γρήγορα ένα κομμάτι υφάσματος και, προτού καλά καλά προλάβει να το ακουμπήσει, η μηχανή άρχισε να ράβει μανιωδώς. «Βρε συ, παραλίγο να μου ράψεις το χέρι!», της είπε θυμωμένος. Αλλά αυτή ήταν πολύ απασχολημένη με το να ράβει για να ασχοληθεί μαζί του.

Όταν η μηχανή σταμάτησε το ράψιμο, ο Γεράσιμος πήρε στα χέρια του το ύφασμα. Πάνω του ήταν ραμμένη μια γελαστή φατσούλα. «Τα πράγματα έχουν περάσει σε άλλο επίπεδο», μονολόγησε με στόμφο. ¨Τουλάχιστον έχεις χιούμορ. Κάτι είναι κι αυτό», συμπλήρωσε.

 

Οι ιστορίες του Κώστα Μαυρακάκη επιδέχονται διαφορετικές αναγνώσεις, και αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί θετικό. Οι πιο ενδιαφέρουσες αναγνώσεις είναι αυτές που δεν είναι μονοσήμαντες, άρα επιφανειακές. Ο συγγραφέας με την πρώτη του κατάθεση γραφής δείχνει ότι γνωρίζει πώς να κερδίσει τον αναγνώστη του. Εύστοχα ονομάζει άλλωστε τη συλλογή από το πρώτο διήγημα, το οποίο συνταιριάζει με το απόσπασμα της Βιρτζίνια Γουλφ (από την Κυρία Νταλογουέι) που προτάσσει σ’ αυτό. Ένα καλωσόρισμα, λοιπόν, στον νέο πεζογράφο.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr