Μια κριτική προσέγγιση στη νουβέλα "Τα λουμινάκια" της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά από τις εκδόσεις ΑΩ

2017-07-06 16:43

Η βιωματική γραφή ως όρος πάντα με παραξένευε. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ό,τι γράφουμε (είτε το ονομάσουμε βιωματικό είτε όχι) αντλεί την έμπνευσή του αλλά και την αλήθεια του από τα βιώματά μας, προσωπικές ιστορίες ή ιστορίες των άλλων που φέρουμε μέσα μας σαν δανεικό φορτίο, δύσκολα ανταλλάξιμο. Μόνο που η μυθοπλασία, κάθε που εισβάλλει ορμητική, οικειοποιείται και όλα τα αληθινά, που έτσι κι αλλιώς τον μύθο τους τον αγαπούν.  Στο βιβλίο της Βάντας Παπαϊωάννου ανιχνεύονται στοιχεία βιωματικά πίσω από την ευρηματική σύνθεση της πλοκής, έτσι που να δίνεται η συνολική εικόνα μιας πλούσιας επινοημένης αφήγησης με υπόστρωμα όμως πέρα ως πέρα αληθινό. Στο Λαύριο, τον αγαπημένο γενέθλιο τόπο της, τοποθετείται η ιστορία. Σε περασμένα χρόνια, τότε που ο άνθρωποι δοκίμαζαν τις αντοχές τους σε μια πατρίδα οικεία και ξένη ταυτόχρονα. Κι εδώ οι οικογενειακές μνήμες κυρίαρχες παραπέμπουν στην καταγωγή της ίδιας από γονείς πρόσφυγες.

Να τονισθεί εξ αρχής ότι η Βάντα Παπαϊωάννου είναι μια αυθεντική πεζογράφος, σαν εκείνους τους παλαιότερους που μας γοήτευαν με τη γραφή τους, μας ταξίδευαν με την εικονοποιία του λόγου τους και μας συγκινούσαν -όσο έπρεπε- με τις λέξεις τους σοφά επιλεγμένες, ώστε να μεταφέρουν το αίσθημα χωρίς να προσθέτουν περιττό συγκινησιακό φορτίο στη γραφή. Έτσι καταφέρνει να χειρίζεται ένα θέμα τόσο γεμάτο με μνήμες (αλλά και τόσο δυστυχώς πάλι επίκαιρο κατά κάποιον τρόπο) χωρίς να του αφαιρεί ούτε στο ελάχιστο τη λογοτεχνική του αξία. Ο αναγνώστης μεταφέρεται στο τότε, μοιράζεται τη ζωή των ηρώων, αντικρίζει  μέσα από την τέχνη της γραφής ήρωες περίοπτους και αληθινούς, κι ας μην είναι, κι ας πλάστηκαν  στη φαντασία της καλής πεζογράφου. Στα εσώτερα του εαυτού τους θα πρέπει να κρύβουν κάποιον αληθινό χαρακτήρα.

Ο Ζήσης, βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας, σαν μια πέτρα που έπεσε στην ήρεμη λίμνη, και γύρω του ανοίγονται ομόκεντροι κύκλοι που τον επηρεάζουν και επηρεάζονται από τον ίδιο. Ήδη από τη γέννησή του η ζωή του έχει δρομολογηθεί σε άμεση σχέση με τη Χαρά, τη μητέρα του, που αδιαφορεί γι’ αυτόν έχοντας το δικό της όραμα  ζωής και απαιτώντας να πάρει πίσω όσα η ίδια στερήθηκε, αφήνοντας το παιδί της στην αποκλειστική φροντίδα των γονιών της, σε μια ιδιόμορφη προσφυγιά μακριά από τη μητρική αγάπη.

 

[...] Επαναστάτρια η Χαρά. Γεννήθηκε διαφορετική. Άλλαξε το μοντέλο. Έσπασε το καλούπι παραγωγής προδιαγεγραμμένων χαρακτήρων. Η Χαρά κρατούσε άμυνα απέναντι στην κληροδοτημένη υπακοή ­ δουλικότητα, που διέκρινε την εποχή τους, την οικογένειά τους και όχι μόνο. Τι άνθρωποι, σκεφτόταν συχνά. Μαριονέτες. Το κεφάλι δεν το σήκωναν σχεδόν ποτέ μοναχοί τους. Έπρεπε κάποιος μεγαλύτερος να τραβήξει την κλωστή. Μα τούτη δεν είναι αληθινή ζωή, θέατρο είναι. Αν δεν μπορείς να σηκώσεις κεφάλι, να δεις τον ήλιο κατάματα, όταν το θελήσεις, αν δεν μπορείς ν' ακολουθήσεις τον δρόμο του φεγγαριού, αν, αν, αν... [...]

 

Σε μια χρονική αναδρομή θα δούμε τη Χαρά στη δική της πορεία (από μια αληθινή προσφυγιά αυτή) με τους Μικρασιάτες γονείς της να βρίσκουν φτωχικό αποκούμπι στην αττική γη. Είναι σαν να παρακολουθούμε την ελληνική ιστορία και το ίχνος της πάνω σε τρεις γενιές ανθρώπων, με τον χρόνο να γράφει πάνω τους, να απαιτεί και να μη χαρίζεται ποτέ, με τα γεγονότα (σημαδιακά και δύσκολα τα χρόνια τότε) να διαμορφώνουν τους ανθρώπους δοκιμάζοντας τα όριά τους. Ο Ζήσης, τρίτη γενιά, φορτωμένος από γεννησιμιού του με τα βάρη των δύο προηγούμενων  τι θα περιμέναμε να κάνει; Από δω και στο εξής ίσως να έπαιρνε άλλη πορεία η ιστορία. Όχι όμως σ’ αυτή την εκδοχή που διαβάζουμε εδώ. Έχει ενδιαφέρον η οπτιμιστική θεώρηση της ζωής που καταγράφει η Βάντα Παπαϊωάννου. Και μόνο στα ονόματα να εστιάσουμε βλέπουμε από τη μια τη χαρά/Χαρά κι από την άλλη τη ζωή, γιατί εκεί παραπέμπει ο Ζήσης:

 

Με αεροβάφτισμα  -διαδικασίες του επείγοντος- πήρε το όνομα, που ανέβηκε αυθόρμητα ως ευχή ζωής στα χείλια του παππού:

«Ζήσε, ψυχή μου!

Ζήσε, τρυφερούδι μου!

Ζήσης, το όνομα αυτού».

 

Αλλά και στην κατάληξη της ιστορίας βλέπουμε τον ήρωα από την απόλυτη μοναξιά, στην οποία τον καταδίκασε η ζωή του, να ανοίγει ένα παράθυρο σε μια νέα προοπτική, δίπλα στην αναπάντεχη παρουσία της «ομογάλακτης» Ερατώς. Απομακρύνσεις, απώλειες, φυγή και απόγνωση δίνουν τη θέση τους σε νέα όψη της ζωής.

Παράλληλα, δίνεται η ευκαιρία στη συγγραφέα να ξεδιπλώσει ένα περίτεχνα κεντημένο καμβά με εικόνες από τον παραδοσιακό τρόπο διαβίωσης, ένα σύνολο λαογραφικών στοιχείων πολύτιμων για τη συνέχεια του πολιτισμικού μας τοπίου, στο οποίο συχνά καταφεύγουμε. Έτσι, η ιστορία του βιβλίου ανοίγεται σε τρία επίπεδα: από τη μια παραπέμπει στα ιστορικά δρώμενα που καθόρισαν γενιές ελληνικής ζωής, από την άλλη συντροφεύει αυτή τη ζωή με τον πολιτισμό που οι άνθρωποι διέσωσαν και διασώθηκαν μαζί του, και τέλος διαβάζεται στο τρίτο και ίσως σημαντικότερο επίπεδο, αυτό μιας γοητευτικής αφήγησης που ενσωματώνει τα δύο προηγούμενα και τα αναδεικνύει στο αληθινό τους μέγεθος.

Άφησα για το τέλος δύο παρατηρήσεις, σημαντικές πιστεύω. Η πρώτη αφορά τον τίτλο του βιβλίου, Τα λουμινάκια, που τάχα φυλάνε μέσα τους το φως για να είναι η ψυχή αναμμένη, μην ξεχαστεί και φύγει για τα αόρατα του κόσμου. Ταπεινά αλλά όλο φως, όπως και τα πρόσωπα της ιστορίας.

 

Κάτι συμβαίνει εδώ. Κάτι δεν γίνεται σωστά και φεύγουν οι αγαπημένοι του ένας ένας και μάλιστα με γεμάτα τα καντηλάκια τους και φλόγα διαρκή!

 

Το δεύτερο σχόλιο αφορά το εξώφυλλο, με το όμορφο μπλε του ελληνικού ουρανού και της θάλασσας του Αιγαίου, που ενώνει αλλά και χωρίζει τους ανθρώπους, που τους αφήνει συχνά μόνο σαν μια ανάμνηση παλιάς φωτογραφίας, όπως αυτή που κοσμεί την έκδοση.

Ασπρόμαυρες οι φωτογραφίες, όπως η ζωή. Όλα άχρωμα αραδιασμένα στα κιτάπια της. Σαν να βάραινε το χρώμα, λες και έπιαναν πολύ χώρο οι χρωματιστές πινελιές. Πρέπει, φαίνεται, να είναι ακριβό το χρώμα στη ζωή. Γι’ αυτό όχι σπατάλες στη χρήση του. Χαρές και λύπες, όλα ένα.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr