Η παραμυθοσκάλα

2016-11-09 11:06

Όταν αποφάσισα να διαθέσω όλη την περιουσία μου στην «Παραμυθοσκάλα», σε καμία περίπτωση δεν περίμενα τις διαστάσεις που θα έπαιρνε το όραμά μου.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Με λένε Τζένη και είχα την τύχη να γεννηθώ σε μία οικογένεια που με λάτρευε. Μεγάλωνα σαν πριγκίπισσα. Η ζωή έμοιαζε όμορφη σαν παραμύθι. Το καλοκαίρι που τελείωσα το σχολείο όλος ο κόσμος μου κατέρρευσε ξαφνικά. Οι γονείς μου σκοτώθηκαν σ’ ένα τραγικό δυστύχημα. Αδέλφια δεν υπήρχαν. Ούτε άλλοι στενοί συγγενείς. Όλες τους οι επιχειρήσεις, οι μετοχές, τα ακίνητα, τα χρήματα, πέρασαν στα χέρια μου. Τι ήμουν τότε; Ένα φοβισμένο, ολομόναχο παιδί, χωρίς κανέναν αληθινά δικό του άνθρωπο να το προστατεύσει από τις κακοτοπιές. Δεν άργησα, λοιπόν, να μπλεχτώ σε περιπέτειες που ούτε φανταζόμουν. Ο φόβος έγινε έπαρση. Η μοναξιά αλαζονεία. «Ναι, έχω χρήματα, μπορώ να αγοράσω τα πάντα!» φώναζαν οι πράξεις μου. Ένιωθα παντοδύναμη.

Δεν θα επεκταθώ στα τι και στα πώς. Στα λάθη που έγιναν. Θα φτάσω κατευθείαν σε μια μέρα μαύρη κι άραχνη. Στη μέρα που βρέθηκα σε μία ψυχιατρική κλινική με βαριά κατάθλιψη. Οι αυλοκόλακές μου, όταν κατάλαβαν ότι δεν είχαν να κερδίσουν κάτι άλλο από μένα, εξαφανίστηκαν.

Λίγοι φτάνουν στην έξοδο όταν βρεθούν σε ένα τόσο μεγάλο και σκοτεινό τούνελ. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με βοήθησε να παλέψω. Ίσως το νεαρό της ηλικίας μου. Ίσως η συνειδητοποίηση και η παραδοχή της μοναξιάς μου. Ίσως ο εγωισμός, το πείσμα, η πεποίθηση ότι «εγώ μπορώ να τα καταφέρω». Και, φυσικά, τον μεγαλύτερο ρόλο έπαιξαν τα χρήματα. Δεν είχα βέβαια πια τη μυθική περιουσία που άφησαν οι δικοί μου, αφού το μεγαλύτερο μέρος της κατασπαταλήθηκε άσκοπα εδώ και κει, όμως, σίγουρα, δεν ήμουν μια μέση ασθενής.

Όταν μετά από έναν χρόνο βγήκα από το ψυχιατρείο, ένιωθα σαν τα μωρά που μόλις έμαθαν να περπατάνε. Μεγάλες προσδοκίες και αιφνίδιες ανασφάλειες.

Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν ορθοπόδησα κάπως, ήταν να πουλήσω ό, τι είχα και δεν είχα. Μετά από έρευνες βδομάδων αγόρασα ένα απομονωμένο παλιό αρχοντικό με πολλά δωμάτια. Όταν το είδα, το ερωτεύτηκα αμέσως. Για να είμαι ειλικρινής περισσότερο ερωτεύτηκα την τεράστια σκάλα που οδηγούσε στο σπίτι. Τώρα είχα ακριβώς ό, τι χρειαζόμουν!

Προσέλαβα αμέσως ανθρώπους που ανακαίνισαν τον χώρο, δίχως να παρέμβουν στην ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του. Κράτησα όσα έπιπλα ήταν σε καλή κατάσταση και ανανέωσα το εσωτερικό. Κανείς δεν ήξερε για ποιο λόγο τα έκανα όλα αυτά. Μπορεί να με περνούσαν για τρελή, όμως εγώ χαιρόμουν σαν μικρό παιδί.

Ευτυχώς οι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών λειτούργησαν εντελώς διαφορετικά από τους εν ενεργεία εικαστικούς που είχα προσεγγίσει ως εκείνη τη στιγμή. Όχι πολλές ερωτήσεις. Όχι κουβέντες περιττές. Ξεκίνησαν απλά δουλειά και μάλιστα με μεγάλο ενθουσιασμό. Η σκάλα μου δεν ήταν πια μια οποιαδήποτε γκρίζα σκάλα, αλλά μια παραμυθοσκάλα γεμάτη ζωντάνια και χρώματα.

Όταν τακτοποιήθηκαν και οι τελευταίες εκκρεμότητες, έστειλα δελτία τύπου παντού. Το όνομα της οικογένειάς μου και η δική μου όχι και τόσο καλή φήμη ήταν αρκετά για να στρέψω τα φώτα της δημοσιότητας εκεί που ήθελα.

Την επόμενη μέρα δεν υπήρχε τηλεοπτικό κανάλι, ραδιοφωνικός σταθμός, εφημερίδα, ιστοσελίδα που να μην κάνει εκτενή αναφορά στον χώρο μας. Την πρότυπη δομή φιλοξενίας ανθρώπων με κατάθλιψη.

Νεαροί ψυχίατροι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, αλλά και επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων έσπευσαν να προσφέρουν αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες τους. Οι πρώτοι ασθενείς άρχισαν να καταφθάνουν από παντού. Εθελοντές βοηθούσαν με όποιον τρόπο μπορούσαν. Σιγά σιγά γίναμε μία πολυπληθής ομάδα γεμάτη όρεξη για δουλειά. Δεκάδες, εκατοντάδες άνθρωποι πέρασαν το κατώφλι μας. Οι δράσεις μας δεν ήταν μόνο πρωτοποριακές, μα και ουσιαστικές. Φυσικά όλες οι παροχές ήταν δωρεάν. Η μοναδική προϋπόθεση ήταν η εξής: όποιος επιθυμούσε να βρεθεί εδώ -επαγγελματίας, ασθενής, εθελοντής- έπρεπε ν’ ανέβει ολομόναχος τη μεγάλη παραμυθοσκάλα...

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ (ανέκδοτο κείμενο)

Για το BOOK-TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.

«…Μέσα στο κεφάλι μου έχω ολόκληρη στρατιά από ανθρώπους που παρακαλούν να βγουν έξω και να πάρουν διαταγές…»

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ, Η τέχνη της γραφής, εκδόσεις Πατάκη

 

Αφορμή για την ιστορία στάθηκε ένα παιχνίδι που ξεκίνησε στο προφίλ της αρθρογράφου με την ετικέτα #φωτογραφίες_που_εμπνέουν και με τη λεζάντα «Αν σου ζητούσαν να δώσεις έναν τίτλο σ' αυτή τη φωτογραφία, τί θα έλεγες...;» Οι τίτλοι που δόθηκαν ήταν πάρα πολλοί όμως αυτός που ψηφίστηκε με τα περισσότερα «Μου αρέσει» ήταν «Η παραμυθοσκάλα» της Μαρίας Ανδρικοπούλου. Με βάση αυτόν γράφτηκε το παραπάνω κείμενο.

Αν θέλεις και συ να συμμετέχεις στο παιχνίδι μας, έλα κάθε Σαββατοκύριακο στο προφίλ:

https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

και άφησε το σχόλιό σου κάτω από την προτεινόμενη φωτογραφία.