Η Μεγαλοβδομάδα των 'Περσών' (Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα-Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα)

2015-04-05 23:29

 

Απόσπασμα:

Ήταν μεγάλη βδομάδα. Οι δρόμοι μοσκοβολούσαν πεθαμένο θεό. Τα κορίτσια ήσαν όλα όμορφα με τα χαμηλωμένα τους μάτια. Βαστούσαν όλες λουλούδια –μα κείνες μοσκοβολούσαν πιότερο. Η παρέα του Δακρυτζίκου μάζευε τρακατρούκες. Φκιάχνανε και τον Ιούδα για να τον κάψουνε στους απάνω μαχαλάδες και να τρομάξουνε τις γριές.

Ο αρχηγός έγραψε, αυτοπροσώπως, με τα ίδια του τα χέρια, την καταδίκη του Ισκαριώτη: «Με καίνει επειδής που πρόδωκα τον Ισούν».

-Το πιστεύεις, ρε Θωρή, αυτό; ρώτησε ο Χαμωλιάς.

-Καουρήθηκα.

-Ε, τότες γιατί τον φκιάχνουμε;

-Γιατί μας τ’ απαγόρεψε ο Καρούμπαλος, ρε! Να, γι’  αυτό!

-Γι’ αυτό;… Ααα… Γι’  αυτό;

-Όχι. Για του σκύλου το καφτό!

Ο Κούρκουλος έκλεψε απ’ το ντάμι τους άχερο, για να παραγεμίσουνε τα παντελόνια του Γιούδα. Τότε, το κοφτερό μυαλό του αρχηγού σκέφτηκε κάτι άλλο:

-Εγώ λέω να τον ποτίσουμε και με πετρέλαιο, για ν’ αλαμπουρδιάσει καλά.

Απ’ το δρόμο πέρασε ένα γεροντάκι με σκληρό βρώμικο γιακά. Το γένι του έσταζε απορία.

-Τι κατασκευάζετε αυτού οι ευγενίες σας; ρώτησε.

Ο αρχηγός έκλεισε το μάτι και τον κοίταξε περιπαιχτικά.

-Μήπως το ομοίωμα του Ισκαριώτου; συνέχισε ο γεράκος.

Ο Χαμωλιάς σκούντησε τον αρχηγό του.

-Τι λέει αυτός, ρε Θωρή;

-Το κέρατό του το τράγιο λέει! Αυτός, ρε, μιλάει σαν τη Σύνοψη. Πού να πάρω κάβο;

-Διότι… συνεχίζει το γεροντάκι… διότι, εάν κατασκευάζετε το ομοίωμα του Ισκαριώτου, τότε κάμνετε μίαν ιστορικήν ανακρίβειαν.

-Γιατί, ρε μπαρμπούλη;

-Διότι ο Ισκαριώτης δεν εφόρει παντελόνια…

-Τι;

-Δεν εφόρει.

-Αμάν, κάηκα! Και τι φόραγε, ρε παππού; Φουστάνια;

-Περίπου…

Στου Κούρκουλου το μάτι κάτι άστραψε.

-Ρε σεις, φώναξε τους άλλους. Δε θέλετε να είναι η «φουστάνα» και να μας τη σκάει!

Μα στην ώρα τρώει μια σπρωξιά που ήρθε τ’ ανάσκελα.

-Μάπα! Τρύπησε το μυαλό σου και κατουράει σάλια! Η φουστάνα είναι πιο λ ε β ε ν τ ι ά κι απ’  τον Χριστό, ρε! Γένεται ποτές Ιούδας;

Ο Κούρκουλος τραβήχτηκε παράμερα, για να μη μαζέψει κι άλλες.

Ο αρχηγός τότε γύρισε κατά το γέρο με τη σφήνα:

-Ρε μπάρμπα… του λέει… πειράζει τίποτις που είναι με παντελόνια; Έτσι, να χαρείς το γενάκι σου, πες μου.

-Μου ενθυμίζεις την ιστορίαν του βλάχου μετά του ζωγράφου, όστις ήθελε δεν ήθελεν εφόρεσε του Ιησού κόκκινα υποδήματα…

-Δε μπήρα χαμπάρι τι μου λες. Μήπως μπορείς να μου πεις κάτι άλλο; Πόσο χρονών ήταν ο Γιούδας;

-Περίπου… τεσσαράκοντα.

-Καλά. Και τι δουλειά έκανε;

-Μήπως ήταν επιστάτης; πετάχτηκε ο Κούρκουλος.

-Σκάσε, ρε! Λέγε, μπάρμπα. Τι δουλειά έκανε;

Ο γέρος δε δυσκολεύτηκε. Χάιδεψε το γενάκι του και είπε πρόθυμα.

-Μαθητής.

Ο Δακρυτζίκος τότε τινάχτηκε, σα να τον κάψανε με βραστό λάδι.

-Ρε γέρο… του λέει με σιχασιά… δεν πας στο καθικάκι σου…ε; Άντε άντε, γιατί κουράζεσαι να κλάνεις όρθιος.

-Λυπούμαι διά τας εκφράσεις σου.

-Τι να σου κάνω, αφού λες τέτοιες κοτσάνες;

Τότε μπήκε στη μέση ο Χαμωλιάς.

-Στάσου, ρε Θωρή… μπορεί να ‘τανε μεξασταίος πολλά χρόνια. Δε μου λες, μπάρμπα… Ήταν κακός μαθητής ο Γιούδας… Ε;

-Κάκιστος.

-Να το… «Πέρσης» ήτανε. Κατάλαβες; Βιάζεσαι…

Ο γέρος όμως είχε αντίρρηση.

-Ουδόλως Πέρσης…

-Τ’ είπες;

-Λέγω…Ουδόλως Πέρσης, νεαρέ μου. Ήτο Ιουδαίος…

-Τα σκάτωσες.

Η συμμορία βρέθηκε σε σφίξη. Μια χαρά πηγαίνανε πρώτα. Τι ήθελε και μπερδεύτηκε τώρα στη μέση ο γέρος;

Το κέφι τους για Γιούδα τώρα ξίνισε, πάει. Του Χαμωλιά η ιδέα ήταν να παρατήσουνε τον Ιούδα και να φύγουνε. Μα ο αρχηγός είχε αντίρρηση.

-Άσε. Θα πιάσουμε ένα σκυλί και θα τον δέσουμε πίσω.

-Όχι, ρε Θώρη… λέει παρακαλεστικά ο Χαμωλιάς. Θ’ απορίξουνε οι φουκαριάρες οι γκαστρωμένες.

-Καλύτερα. Θα γλυτώσουμε απ’ τα μπαστάρδικα. Μπρος! Αμολυθήτε!

-Και πού θα το βρούμε το σκυλί, ρε Θωρή;

-Το σοκάκι είναι γιομάτο. Πιάστε έναν «κοπρίτη» και φέρτε τον.

Η συμμορία σκόρπισε στα σοκάκια. Σε λίγο φέρανε έναν κοκκινοτρίχη που έκλαιε και τον ζέψανε.

Ο αρχηγός τότε του ‘κατσε μια κλοτσιά και το σκυλί ξεκίνησε.

Ύστερα φύγανε κι αυτοί και γύριζαν άκεφα μες στην πόλη. Τα μάτια τους ήταν θολά… τα θάμπωνε μια παράξενη θλίψη. Όχι, δεν ήταν για τη Μεγάλη Βδομάδα. Κάτι βούλιαζε σιγά σιγά μέσα τους. «Δε θέλεις, ρε, να μην υπάρχει Ιούδας;» Ο αρχηγός κάηκε. Σκέψου να ήταν αλήθεια… Και τότε όλος αυτός ο σαματάς;… Γινόταν, δηλαδή, του βρόντου; «Τι το θέλουμε, τότε, το Πάσκα; Μόνο και μόνο για να καίμε τις κοτσίδες των κοριτσιών; Ε, καλά! Δε σου λέω… καλό είναι και αυτό. Μα, πάλι, μόνο αυτό;».

Φορτωμένο και άρρωστο ήταν το μυαλό του αρχηγού.

-Να βρίσκαμε καμιά γάτα… λέει ο Χαμωλιάς.

-Το τη θέλεις; ρώτησε κρύα ο Δακρυτζίκος.

-Να την σκοτώναμε. Αλλά, βλέπεις, τα πουτανάκια, χάθηκαν όλες! Ρε συ, Θώρη… εσείς δεν έχετε μια σταχτιά; Πάμε να την πάρουμε.

-Όχι… είπε κοφτά ο αρχηγός.

Σκέψου λέει και να μην υπάρχει Ιούδας!...Τότε οι παπάδες τι τα φοράνε κείνα τα χρυσά και μας κάνουνε τον καμπόσο; Καλύτερα ας μας το πούν καθαρά. «Δεν υπάρχει Γιούδας». Τι τον ονοματίζουνε ανοιχτά μες την εκκλησία;

[…]

Η συμμορία προχωρούσε τώρα με πιο κατεβασμένα αυτιά. Θεέ μου, πόσο βαριά ήταν η μέρα! Και δεν είχε ούτε ένα παρατσούκλι ο Χριστός… Ο Ιούδας πάλι ήταν ξεβράκωτος, και κανείς δε μας βεβαιώνει ότι υπάρχει. Πώς να περάσουν ολόκληρη Μεγάλη Βδομάδα τρεις βαλαντωμένοι «Πέρσες»; Ο Δακρυτζίκος πέτυχε στο δρόμο ένα κοφίνι και το κλοτσούσε, ώσπου να  λιώσει. Τυχερός αυτός. Μα οι άλλοι, τι να κάνανε; Ο Χαμωλιάς κλότσησε κάνα δυό πόρτες, μα του πόνεσε το πόδι και τ’ άφησε. Τότε ο Κούρκουλος κάτι θυμήθηκε πάλι κι έπεσε απάνω τους.

-Ρε, σεις! τους φωνάζει. Ρε, σεις!

Ο Δακρυτζίκος τον κοίταξε σα χαλασμένο φαί.

-Τι θέλεις;

-Ένας στου μπάρμπα μου τον καφενέ είπε ότι δεν υπάρχει θεός!

Όλοι χάσανε το κέφι τους.

-Πολύ που με νοιάζει!... έκανε ο αρχηγός. Εμένα, ρε, με κόφτει άλλο. Υπάρχει Γιούδας; Να, τι με κόφτει. Γιατί, αν δεν υπάρχει, χαθήκαμε.

-Χαθήκαμε… αυτό λέω κι εγώ… είπε κι ο Χαμωλιάς.

-Και γιατί;

-Γιατί, λέει το μουσκάρι! Ρε συ!... Γιούδα μπορείς να τον γιομίσεις άχερο. Μπορείς να τον κάψεις. Μπορείς να τον δέσεις στο δέντρο και να τον τουφεκάς. Έτσι; Το Χριστό μπορείς;

-Όχι…

-Οχιά!

-Ε, τι είπα κι εγώ; Σάματις είπα ότι μπορείς;

-Κι άμα δεν μπορείς, ρε, τι να τον κάνεις; Ο Χριστός είναι καλόπαιδο, «φρόνιμος», πώς το λένε, τι να τον κάνεις;

-Δεν τον γουστάρω… είπε ο Χαμωλιάς.

-Εμένα μ’ αρέσει… Έχει και γενάκι… Μ’ αρέσει πολύ.

Ο αρχηγός τον κοίταξε ύποπτα.

-Εσύ, όπως πας… μου φαίνεται πως γλήγορα θα πάρεις πόδι απ’ τη συμμορία! Έτσι μου φαίνεται…

Ο Χαμωλιάς συμφώνησε.

-Άρχισες και χαλνάς… του λέει.

-Ε, τι έκανα;

-Χαλνάς, ρε! πώς το λένε; Άρχισες και φρονιμεύεις, γίνεσαι γαλατόπαιδο.

-Ε, τι να κάνω;

-Να το πεις καθαρά: Με το Χριστό είσαι ή με το Γιούδα;

-Με το Γιούδα.

-Ναι, μα…έρχεται κείνος ο σκυλογένης και σου λέει ότι «δεν υπάρχει Γιούδας». Άντε, τώρα, να ξαναζυγώσεις σ’ εκκλησιά.

-Δεν έρχεται κι η Ανάσταση, να πάμε να κάψουμε καμιά κοτσίδα…

-Αργεί βλέπεις κι αυτή…

Ο Κούρκουλος κάτι πήρε να ψέλνει μεσ’ στα δόντια του. Το έλεγε μόνος του σαν τροπάρι.

-Μεγάλη Δευτέρα-μεγάλη μαχαίρα.

Μεγάλη Τρίτη-ο Χριστός στη λύπη.

Μεγάλη Τετάρτη-ο Χριστός εχάθη.

Μεγάλη Πέμπτη-ο Χριστός ευρέθη.

Μεγάλη Παρασκευή-ο Χριστός στο καρφί.

Μεγάλο Σάββατο-ο Χριστός στο θάνατο.

Μεγάλη Κυριακή-Μπαμ εδώ, μπουμ εκεί!

-Σκάσε!..

-Μου το ‘μαθε η μάνα μου.

-Και τι με μέλει εμένα;

-Είπα γω ότι σε μέλει;

Ο Δακρυτζίκος έπιασε απ’ το μανίκι το Χαμωλιά…

-Ψιτ… Διώχτ’ τον! του λέει με θολωμένο βλέμμα. Διώχτ’ τον, πριν σε πάρει η μπάλα και σένα. Το σκολνάω.

-Δηλαδής;

-Παίρνει πόδι απ’ τη συμμορία. Κυνήγα τον.

Ο Χαμωλιάς προσπάθησε να συμβιβάσει τα πράματα.

-Άσε, ρε Θωρή… του λέει. Άσε ν’ ανοίξουνε πρώτα τα σκολειά και να δούμε… αν κάνει κι άλλες κουτσικέλες, τον σκολνάμε.

-Ακούς «μπαμ» εδώ, «μπουμ» εκεί!... λέει ο Δακρυτζίκος.

-Δεν είμαι καλός άνθρωπος…

-Αυτό φαίνεται! Και τι γυρεύεις –αν επιτρέπεται;

-Είμαι σεκλετισμένος.

-Τι σου στάθηκε;

Ο Δακρυτζίκος τον μελέτησε καλά, σωπαίνοντας.

-Εσύ, που είσαι μεγάλος… του λέει. Πες μου: γιατί δεν υπάρχει Ιούδας;

-Δεν υπάρχει: Πρώτη φορά τ’ ακούω αυτό. Μα… για στάσου… κι εσύ πώς το ‘μαθες;

-Υπάρχει; Τι σε μέλει πώς το ‘μαθα;

-Και γιατί να μην υπάρχει; Υπάρχει!

-Ε, τότε, να πας να ξύσεις πατσές. Εγώ το ‘μαθα θετικά. Δεν υπάρχει.

-Για στάσου! Με κάνεις τώρα και με ζώνουν κάτι ιδέες… Ο θεός να μας λυπηθή, αν δεν υπάρχει. Γιατί, χωρίς Ιούδα, σβήσε τα όλα. Και προδοσά, και σταύρωμα, και Ανάσταση… Σβήσ’ τα όλα!

-Σταλιά δε με νοιάζει γι’ αυτά. Εγώ τον Ιούδα τον ήθελα για άλλα πράματα. Για να μπορώ να τον καίω, να τον ντουφεκάω, να κάνω σαματά. Αν είναι για να κάνει τις ανάστασες και τα τέτοια που μου λες, εγώ τον βράζω.

-Ένα γιατρό Καρδαμίτση, τον ξέρεις;

-Όχι.

-Ρώτα πού κάθεται και τράβα να τον βρεις.

-Γιατί;

-Τράβα… τράβα… Θα σου χρειαστεί.

Ο Δακρυτζίκος απόμεινε ολομόναχος. Κανείς δεν τον καταλάβαινε. Ήταν λάσπη η ψυχή του. Συνεννόηση σ’ αυτόν τον κόσμο δεν εύρισκε. Άλλος κόσμος δεν υπήρχε. Η γιαγιά του, βέβαια, έλεγε ότι υπάρχει, αλλά αυτός κάτι τέτοια τα ‘βραζε.

Ένα τρένο σφύριξε… λίγο μόνο σα για να διώξει τον ύπνο του. Φαίνεται ότι η σφυρίχτρα του ξεχάστηκε και σφύριξε μόνη, κι ύστερα πάλι ξανάπεσε στον ύπνο. Αν μπορούσε να φύγει… Αλλά, όπου και να πήγαινε, Μεγάλη Βδομάδα θα ήταν και κει, και δε θα υπήρχε Ιούδας. Όχι, πουθενά. Ούτε τη συμμορία του δεν ήθελε απόψε. Τι είχε λοιπόν; Τι είχε;… Κάτι μοσκοβόλησε εκεί κοντά. Άπλωσε το χέρι του. Ήταν μια αγράμπελη. Τώρα τη νύχτα η μοσκοβολιά της ήταν πιο δυνατή. Α γ ρ ά μ π ε λ η… Δάγκασε σκληρά και κλαίοντας το χέρι του. Α γ ρ ά μ π ε λ η… να μην το μάθει κανείς. Μπορούσε να πέσει απ’  τον καταρράχτη. Τα μάτια της σου έκοβαν την ανάσα! Αγράμπελη… Όχι, δε θα το μάθει κανείς. Έπεσε κάτω και δάγκανε τα χόρτα. Ήταν αρμυρά και ζεστά απ’ τα δάκρυά του. Τώρα έδωσε μια πιο γερή δαγκωματιά στο χέρι του. Όχι, δε θα το μάθει κανείς! Μα κείνος γιατί… γιατί να τη συλλογιστεί; Και κείνη δεν ήξερε τίποτα… Κι ούτε κι αυτός ήξερε. Πώς βρέθηκε αυτό το σκατολούλουδο εδώ; Στο διάολο!... Τι ζωή είναι αυτή! Να μην μπορείς ν’ αγαπάς, χωρίς να το ξέρεις; Όχι… Δεν έπρεπε να το μάθει. Μπορούσε να σέρνει τον εαυτό του έτσι… χωρίς να παίρνει είδηση τι τρέχει… Και τώρα…ήρτε αυτό το σκατολούλουδο, κι ανακάλυψε την κ α ρ δ ι ά του! Ήταν ανάγκη, δηλαδή, μέσα στο πετσί του να υπάρχει αυτό το παλιομηχάνημα; Κι ήταν ανάγκη, σ’ αυτή τη σκυλοζωή να υπάρχει αγάπη… και να πηγαίνει να κολλάει ίσα ίσα πάνου σ’ αυτό το παλιομηχάνημα; Δεν μπορούσε, δηλαδή, ν’ αγαπούμε… να, με το πόδι; Άμα σε παραζορίζει, το κόβεις και ησυχάζεις… Ή του δίνεις μια κλοτσιά και το στέλνεις από κει που ήρτε!... Στο διάολο!! Και να μην υπάρχει ούτε μια πέτρα, να την κλοτσήσεις!...

 

Περισσότερα στις σελίδες του βιβλίου.

 

Πηγή κειμένου και εξωφύλλου του βιβλίου: ’Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα-Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

 

Για το BOOK TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.