Η Καταφερτζού

2016-11-18 15:04

Όταν είσαι νέος, έχεις την ψευδαίσθηση πως οι άνθρωποι που αγαπάς θα είναι εκεί για πάντα. Έτσι κι εγώ. Πίστευα πως ο παππούς θα μείνει μαζί μας για μια ζωή. Έφυγε αιφνίδια ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Οι όμορφες ιστορίες του σιγά σιγά ξεθώριασαν. Μέχρι που αποφάσισα να γίνω συγγραφέας και χρειάστηκε να τις ανασύρω για τα βιβλία μου. Μπορεί βέβαια να μη διαθέτω τη μαεστρία που είχε εκείνος στην αφήγηση, όμως δεν άργησα να πετύχω. Η Καταφερτζού ήταν η πρώτη μου ηρωίδα που με έκανε διάσημο και -δικαίως- αγαπήθηκε τόσο...

Αυτή είναι η αληθινή της ιστορία, όπως τόσες και τόσες φορές είχα ακούσει τον παππού να διηγείται με τη στεντόρεια γεμάτη ζεστασιά φωνή του:

«Την πρώτη φορά που την είδα από το παράθυρο, έμεινα έκπληκτος. Όχι ότι δεν είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε αλεπούδες. Βλέπαμε συχνά, ναι. Όμως τις συναντούσαμε συνήθως αργά το βράδυ και πάντοτε τυχαία. Δεν πλησίαζαν ποτέ τους ανθρώπους. Έκαναν αθόρυβα τις κατεργαριές τους και εξαφανίζονταν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Ήταν ένα μικροσκοπικό αλεπουδάκι. Όχι μωρό, ούτε μεγάλη αλεπού. Έκοψε ένα τσαμπί σταφύλι και απομακρύνθηκε με χάρη.

Οι δουλειές που έπρεπε να γίνουν ήταν τόσες πολλές που τούτο το συναπάντημα σύντομα λησμονήθηκε.

Μια μέρα, ο μπαρμπα-Νικολής, ένας εργάτης ηλικιωμένος που έμενε σε ένα παράσπιτο στο αμπέλι, ήρθε αναστατωμένος και μ’ αντάμωσε στους στάβλους.

-Κυρ-Μανωλιό, συμπάθα με που σ’ ενοχλώ, μα είν’ ανάγκη κάτι να σου πω κι έπειτα κάμε ό, τι θες.

Όλοι στο κτήμα γνώριζαν την αγάπη μου για τα ζώα και δεν τολμούσαν να αγγίξουν ούτε μυρμήγκι χωρίς να με ρωτήσουν, ακόμα κι αν ήταν κάποιο που έβλαπτε τις καλλιέργειες. Γι’ αυτό κι ο Νικολής ήρθε πρώτα σε μένα.

-Κάθε απομεσήμερο, ένα λεπουδάκι έρχεται στ’ αμπέλ’. Αρπάει ένα τσαμπί σταφύλ’ και φεύγει με το πάσο τ’. Πρώτη βολά γλεπω τέτοια λεπού. Ούτε φοβάει, ούτε τίπτα. Θαρρώ μαθές πως όταν με τηράει, κλείνει ματιά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι στα χωριά ήταν τότε αγράμματοι, προληπτικοί, πίστευαν σε μάγια, δεισιδαιμονίες. Όμως επειδή και μένα μου έκανε εντύπωση το παράξενο αυτό αλεπουδάκι, αποφάσισα να το παρακολουθήσω.

Πράγματι, μετά το φαγητό, βγήκα στο αμπέλι, το είδα να παίρνει το τσαμπί του και να φεύγει περήφανα κι αρχοντικά. Την επόμενη μέρα πλησίασα πιο κοντά. Με κοίταξε με την άκρη των ματιών του, αλλά δεν έδειξε να επηρεάζεται. Όταν μετά από λίγο καιρό έφτασα ακριβώς δίπλα του, όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά μου χαμογέλασε κιόλας! Ναι, πράγματι μου χαμογέλασε!

Μέρα τη μέρα η μικρή αλεπού -Καταφερτζού την είχα ονομάσει- έγινε η μασκότ του κτήματος. Φιλική και χαριτωμένη ερχόταν, έπαιρνε τα μεζεδάκια της και έφευγε σαν κυρία. Ποτέ δεν παρέλειπε να μας χαμογελάσει. Όταν μαζέψαμε τα σταφύλια και έπιασαν τα μεγάλα κρύα όλο και κάτι της αφήναμε. Όμως η μικρή αλεπουδίτσα αδυνάτιζε και αδυνάτιζε και αδυνάτιζε. Μου έκανε εντύπωση πως, παρόλο που φαινόταν πάντα πεινασμένη, ποτέ δεν έτρωγε αυτό που της αφήναμε. Παρά μόνο το έπαιρνε μαζί της.

Μια, δυο, τρεις, επειδή η Καταφερτζού είχε μπει μες στην καρδιά μου και έβλεπα ότι κάτι δεν πάει καλά, πήρα την απόφαση να την ακολουθήσω. Ούτε το χιόνι με πτόησε που έπεσε αποβραδίς, ούτε η παγωνιά.

Με κατάλαβε; Δεν με κατάλαβε; Δεν το γνωρίζω. Βήμα το βήμα φτάσαμε σε ένα πιο δύσβατο σημείο με πολλά πεύκα και κυπαρίσσια. Μπροστά η αλεπού, ξοπίσω της εγώ. Ξάφνου σταμάτησε. Κατάλαβα ότι κάπου εκεί θα ήταν η φωλιά της. Αντί για φωλιά όμως είδα ένα σημείο καλυμμένο με ξερά φύλλα και άχυρα. Πάνω του βρισκόταν μία μεγάλη αλεπού, τραυματισμένη στα πόδια και παραδίπλα έξι μικροσκοπικά αλεπουδάκια. Η Καταφερτζού με αγάπη και προσοχή πλησίασε πρώτα τα μικρά και άφησε μπρος τους το μεγαλύτερο μέρος της τροφής. Έπειτα, με μία τρυφερότητα που ποτέ δεν είχα ξαναδεί ούτε σε άνθρωπο, άφησε την υπόλοιπη τροφή δίπλα στο στόμα της άλλης αλεπούς. Για κείνη έμεινε μόνο ένα μικρό κομματάκι, που τελικά το μοιράστηκε κι αυτό με ένα από τα μωράκια. Μάνα της ήταν κι αδελφάκια της; Δεν έμαθα ποτέ. Όμως συγκινήθηκα τόσο πολύ που, την ίδια κιόλας μέρα, φόρτωσα όλη την παρέα στο παλιό αγροτικό μου και τη μετέφερα στο κτήμα. Φιλοξενήθηκαν σε ένα παλιό σπιτάκι μέχρι να αναρρώσει η τραυματισμένη και να μαλακώσει ο καιρός. Δεν έκαναν καμία ζημιά και την άνοιξη, πριν φύγουν για το δάσος, η Καταφερτζού γύρισε και μου χάρισε το πιο γλυκό χαμόγελό της!

Θα περίμενε κανείς ότι φεύγοντας θα μας ξεχνούσε και δεν θα την ξαναβλέπαμε ποτέ, όμως εκείνη, κάθε απόγευμα, έρχεται ακόμα και με βρίσκει όπου κι αν είμαι. Βαδίζει πλάι μου σαν παλιός γνώριμος που ήρθε για καφέ. Είμαστε πια αχώριστοι… Ένας γέρος που αγαπάει τα ζώα και μία ηλικιωμένη αλεπού που δεν λησμονά…»

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που αποχαιρετίσαμε για πάντα τον παππού. Κανείς στο χωριό δεν θυμόταν να είχε ξαναδεί τόσο κόσμο σε μία κηδεία. Καλόγνωμος, γελαστός, συμπονετικός και γενναιόδωρος, είχε αγαπηθεί όσο αγάπησε κι ο ίδιος. Η πομπή που τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία ήταν τόσο μεγάλη που έκλεισε τον κεντρικό δρόμο. Το πιο συγκινητικό όμως απ’ όλα, κάτι που όσοι είδαν θα το θυμούνται για πάντα, δεν ήταν αυτό, αλλά, παράλληλα με τον κόσμο, μία άλλη πομπή με αρχηγό τη φίλη του την Καταφερτζού, σοβαρή και λυπημένη, και πίσω της κάμποσα μεγάλα και μικρότερα αλεπουδάκια. Ήταν η πρώτη φορά που δεν χαμογέλασε σε κανέναν. 

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ (ανέκδοτο κείμενο)

 

Για το BOOK-TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.

«…Μέσα στο κεφάλι μου έχω ολόκληρη στρατιά από ανθρώπους που παρακαλούν να βγουν έξω και να πάρουν διαταγές…»

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ, Η τέχνη της γραφής, εκδόσεις Πατάκη

 

Αφορμή για την ιστορία στάθηκε ένα παιχνίδι που ξεκίνησε στο προφίλ της αρθρογράφου με την ετικέτα #φωτογραφίες_που_εμπνέουν και με τη λεζάντα «Αν σου ζητούσαν να δώσεις έναν τίτλο σ' αυτή τη φωτογραφία, τί θα έλεγες...;». Οι τίτλοι που δόθηκαν ήταν πάρα πολλοί όμως αυτός που ψηφίστηκε με τα περισσότερα «Μου αρέσει» ήταν «Η Καταφερτζού» της Αθηνάς Αμπεριάδου. Με βάση αυτόν γράφτηκε το παραπάνω κείμενο.

Αν θέλεις και συ να συμμετέχεις στο παιχνίδι μας, έλα κάθε Σαββατοκύριακο στο προφίλ:

https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

και άφησε το σχόλιό σου κάτω από την προτεινόμενη φωτογραφία.