Hotel Living μυθιστόρημα του Ιωάννη Πάππου από τις εκδόσεις Λιβάνη

2016-11-16 11:40

Έχεις την αίσθηση διαβάζοντας το Hotel Living ότι όλα τρέχουν σε έναν απίστευτο ρυθμό γύρω σου. Άνθρωποι, ιδέες, πόλεις ολόκληρες. Λες και βρίσκεσαι σε όχημα που διασχίζεις με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις σκηνές που σου παρουσιάζει απνευστί ο συγγραφέας. Προλαβαίνεις να διακρίνεις το πρόσωπο του κεντρικού ήρωα, του Στάθη Ρακή, να συντονίζει όλα αυτά που αποτελούν τον κόσμο του ή καλύτερα τον κόσμο στον οποίο επιθυμεί να εισέλθει. Η απόσταση που τον χωρίζει από την επιθυμητή εικόνα θα μπορούσε να δηλωθεί με την αναφορά και μόνο των τόπων: Τρικέρι Πηλίου, ως τόπος καταγωγής και εκκίνησης, και Η.Π.Α. αλλά και Ευρώπη, ως τόποι δραστηριοποίησής του. Από το χωριό του θα βρεθεί στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, στο Παρίσι, στο Λονδίνο. Και μάλιστα σε μια εποχή που όλα κρίνονται για τη διεθνή οικονομία. Εποχή της φούσκας των dot-coms, των golden boys.

 

Άρχισα να παίζω με έναν φαλοκαπιταλσμό. Έπιανα μια μορφωμένη, εξευγενισμένη, σχεδόν θηλυκή πλευρά του white collar executive στις αίθουσες συσκέψεων και τη σφυροκόπαγα. Αυτό δε θέλαν κατά βάθος; Να ’μαι Έλληνας. Έβλεπα την πολυτέλεια λες και ήταν ατύχημα, κάτι που απλά προέκυψε. Ζούσα σε ξενοδοχεία -«για να ’μαι κοντά στους πελάτες»- και κοιμόμουν αριστερά και δεξιά, καμιά φορά μ’ αυτούς στους οποίους θα έκανα παρουσίαση σε λίγες ώρες. «Αντρικό σπορ», έλεγα…

Αυτός, ένας σύμβουλος επιχειρήσεων θα εμπλακεί σε σκάνδαλα, στων οποίων το κέντρο ίσως οι δυνάμεις του δεν έφταναν για να τοποθετηθεί. Με μια προσωπική ζωή, η οποία ταξιδεύει παράλληλα με την επαγγελματική του εξέλιξη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μέσα στις αποκλίνουσες (για κάποια ευαίσθητα χρηστά ήθη) επιλογές της.

Σε μια άλλη εποχή αν ήμασταν, θα μιλούσαμε για ένα τρόπο ζωής που πολλά κοινά θα είχε να δείξει με την -επίσης καταιγιστική σε ρυθμούς-πολυτάραχη ζωή των beatniks. Πολύ σεξ, πολλά ναρκωτικά, πολλή περιπλάνηση. Μόνο που είμαστε στη σημερινή εποχή, που τόσο απέχει ως προς τα σημεία της από εκείνη τη μακρινή. Και που οπωσδήποτε καμιά σχέση δεν έχει με τη δημιουργική έξαρση που χαρακτήρισε τους τότε ανανεωτές της πνευματικής πραγματικότητας, και που τους διακρίνει από τους κυνικούς δημιουργούς μιας εικονικής πραγματικότητας ευημερίας των ολίγων και εξαθλίωσης των πολλών. Αυτό που δημιουργεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι περισσότερο ο χαρακτήρας αυτού του ήρωα, του Στάθη, που θα προσπαθήσει να ενσωματωθεί στον νέο κόσμο που ανοίγεται μπροστά του. Θα μας μπερδέψει, άλλοτε συμπλέοντας με τα κυρίαρχα πρότυπα τόσο, ώστε να ψάχνουμε  να βρούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που λογικά τον διαφοροποιούν από αυτούς που κυκλοφορούν στο προσκήνιο αλλά και στο παρασκήνιο των επιχειρήσεων. Άλλοτε πάλι θα συγκατανεύουμε με τις αντιρρήσεις του, πιο συντονισμένες αυτές με τις δικές του αρχές. Υπάρχει άραγε σημείο τομής των δύο; Στην πραγματικότητα αυτό, αν βρεθεί, θα το δούμε στον χώρο που η προσωπική του ιστορία -έτσι όπως εξελίσσεται άρρηκτα δεμένη με την ερωτική του σχέση με τον Έρικ- αντιπαλεύει τη διάθεσή του για διάκριση στον χώρο των μεγάλων οικονομικών παιχνιδιών. Από τη μια ο σκληρός κόσμος των πολυεθνικών, από την άλλη ο ανελέητος προσωπικός αγώνας να διατηρηθεί μια σχέση, που αποδεικνύεται πηγή ζωής για τον ήρωα.

Αυτή η προσωπική του σχέση με τον Έρικ, που με τις κοινωνικές του καταβολές θα βρεθεί στον αντίποδα όχι της κοινωνικής καταγωγής του Στάθη αλλά της επιθυμητής του τοποθέτησης σε ένα νέο χώρο στον οποίο δεν ανήκει, ίσως θα είναι ο καταλύτης για τις επιλογές του.


Άναψα, τράβηξα μια τζούρα και κοίταξα τη φωλιά απ’ τα πουλιά στο ταβάνι. Ήταν φτιαγμένη με λάσπη και σπασμένα όστρακα, κυρτή, με είσοδο σαν λαιμό από μπουκάλι, έμοιαζε να αιωρείται στο άνοιγμα της οροφής, σαν να μη στηριζόταν πουθενά. Η ισορροπία της με τρέλαινε, έβλεπα τη δική μας αδυναμία πάνω της, πόσο εύθραυστη ήμασταν. Εκείνος μεγάλωσε με ανέσεις, αλλά είχε μια τάση για δυσκολίες και φτώχεια. Εγώ γεννήθηκα με ταλέντο για προσαρμογή. Τα πήγαινα καλά στις εξετάσεις και έφυγα από το σπίτι μου για σχολεία και δουλειές στην άλλη πλευρά του κόσμου. Ναρκισσιστικά ίσως, κάπου καθρεφτίζαμε ο ένας τον άλλο. Μου ’δειχνε πώς θα ’πρεπε να ’χα μεγαλώσει στην Ελλάδα, μου μάθαινε  πώς θα μπορούσα να ’χα ζήσει στο Πήλιο, χωρίς λεφτά, χαρούμενος· πόσο όμορφος ήμουνα μικρός χωρίς να το ξέρω.

 

Ο Ιωάννης Πάππος γράφει «από τα μέσα» την ιστορία του βιβλίου αποδίδοντας την ατμόσφαιρα του κόσμου αυτού με πειστικότητα. Ο ίδιος ζει στη Νέα Υόρκη και εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων. Οικείος, λοιπόν, ο χώρος και γνώριμοι οι χαρακτήρες, τα οικονομικά και πολιτικά παιχνίδια, ο τρόπος ζωής. Ίσως απέχει από την ελληνική πραγματικότητα, ωστόσο σου μεταφέρει τις εσωτερικές διεργασίες που συντελούνται σε χώρους που ο μέσος θεατής και αποδέκτης αυτών των οικονομικών «παιγνίων» δεν μπορεί να έχει πρόσβαση. Η λογική που οδήγησε στην κρίση του 2008 θα αποκαλυφθεί στις σελίδες του βιβλίου και θα γίνει κατανοητή. Σήμερα, μέσα στην πραγματικότητα που εκείνη η κρίση δημιούργησε μεταναστεύοντας στις ασθενείς χώρες της Ευρώπης, νιώθουμε πού μπορεί να οδηγήσει η φρενήρης επιδίωξη του πλουτισμού, η αίσθηση της παντοδυναμίας, όσο πλασματική κι αν είναι αυτή. Αυτό όμως είναι μόνο το υλικό, αν μπορεί να κατανοηθεί η χρήση του όρου, κομμάτι της ιστορίας του Ιωάννη Πάππου. Δεν μας διαφεύγει διαβάζοντας ότι πίσω από τα μετρήσιμα υλικά μεγέθη ανασαίνουν άνθρωποι. Και τουλάχιστον ένας από αυτούς, ο Στάθης της ιστορίας, αναζητά τη δικαίωση του ονείρου του, έχοντας ωστόσο ηθικές αμφιβολίες. Εγκλωβισμένος μέσα στον κλοιό που ο ίδιος θέλησε να δημιουργήσει, με την εμπλοκή του στα γρανάζια ενός απρόσωπου μηχανισμού, αναρωτιέται αν υπάρχει οδός διαφυγής. Προς τα πίσω, θα σήμαινε επιστροφή στο χωριό του. Αντέχει την κατάφωρη αντιστροφή των μεγεθών; Προς τα πάνω, σημαίνει ότι θα πρέπει να αποδεχθεί το σκληρό περίβλημα ενός στελέχους (με την αμφίβολη ηθική αρματωσιά) και ταυτόχρονα να αποβάλει τα περισσότερο ελληνικά χαρακτηριστικά του, κάπως ξένα προς τη λογική των συναδέλφων του.

Έπειτα είναι και το σπίτι, έτσι όπως το κατανοεί ως καταφύγιο, ως ελάχιστο σημείο αναφοράς, εκεί που μπορεί να νιώσει πιο αναγνωρίσιμο το περιβάλλον. Αυτός, όμως, έχει συνηθίσει πλέον να θεωρεί σπίτι του τις πολυτελείς σουίτες των ακριβών ξενοδοχείων. Άνθρωπος ανέστιος, απροσδιόριστης ταυτότητας, με τη ζωή του συνυφασμένη με την ξενοδοχειακή υποδομή. Ένα σπίτι ξένο προς αυτόν. Hotel living. Προσδιορισμός του τρόπου ζωής ή περισσότερο μια απουσία ζωής; Αυτό το ερώτημα μένει στο τέλος της ανάγνωσης. Είναι αυτό άραγε το αναγνωριστικό σημάδι της σημερινής εκδοχής της ζωής; Κα, αν ναι, τότε πραγματικά αξίζει τον κόπο;

Το μυθιστόρημα του Ιωάννη Πάππου έχει ήδη κυκλοφορήσει στην αρχική του αγγλική εκδοχή και έχει γνωρίσει σημαντική επιτυχία, συγκαταλεγόμενο ήδη σε δύο βραχείες λίστες υποψηφιοτήτων για βράβευση. Υποθέτω πως θα γνωρίσει και στην Ελλάδα μια ανάλογη επιτυχία, τώρα που μεταφρασμένο από τον ίδιο τον συγγραφέα και τον Χρήστο Καψάλη δοκιμάζει την  τύχη του απέναντι στον Έλληνα αναγνώστη. Μας φέρνει σε επαφή με ένα διαφορετικό εν πολλοίς κόσμο, που θα μπορούσε για κάποιους να είναι η μοναδική προοπτική εξέλιξης και της δικής μας πραγματικότητας. Ίσως έτσι να λειτουργεί ο σημερινός μηχανισμός που δημιουργεί την πολύπλευρη εικόνα της ζωής μας. Σε κάθε περίπτωση να πούμε ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση ενός βιβλίου που γράφεται από ένα συγγραφέα που ήρθε για να μείνει στα λογοτεχνικά τοπία.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr