«Φερμουάρ»

2016-11-05 10:34

Τι χρειάζεσαι για να γράψεις ένα βιβλίο; Πολλά πράγματα – ιδέες, έμπνευση, θεία επιφοίτηση, αυτοσυγκέντρωση, σκοτεινό δωμάτιο, υποστήριξη, ηρεμία…. Για μένα τα απαραίτητα είναι η έλλειψη χρόνου σε συνδυασμό με σκληρές εργατο-ώρες. Με την έννοια ότι κανένας δεν έγραψε βιβλίο επειδή «απλά είχε ελεύθερο χρόνο» και κανένα βιβλίο δεν γράφτηκε μόνο του…

Όταν λες «σήμερα έχω χρόνο στη διάθεσή μου» δεν συμπληρώνεις «… και θα γράψω ένα βιβλίο». Λες  «… θα δω τον αγώνα/την ταινία/το σήριαλ, θα πάω για καφέ/ούζο/μπίρα/μπάνιο/σεξ». Είναι η φύση του ανθρώπου: τελειώνει με τις δουλειές του, ανοίγει ένα παράθυρο χρόνου μπροστά του και αποφασίζει να κάνει κάτι διασκεδαστικό.  Όχι να καθίσει σε ένα γραφείο όλη τη νύχτα κοπανώντας κουνούπια, πίνοντας τσάι και γράφοντας τη μία σελίδα μετά την άλλη.

Δηλαδή αν υποθέσουμε ότι έχεις δύο επιλογές (παγωμένες μπίρες στην πλατεία με παρέα/φλερτ ή χλιαρό τσάι σόλο μπροστά στο κομπιούτερ; Ε; ε;) – εύκολα διαλέγεις την πρώτη. Όταν είσαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος, ρίχνεις μια ματιά στο Φέησμπουκ, τσεκάρεις τι καιρό θα κάνει αύριο, κλείνεις τον υπολογιστή σου και παίρνεις δρόμο.

Όταν δεν είσαι, ψάχνεις καλές δικαιολογίες για τους άλλους και για τον εαυτό σου: βρέχει, κάνει ζέστη, έβγαλε ψύχρα, έχει υγρασία. Έχω δουλειές. Δεν λούστηκα. Λέω να λουστώ. Πιάστηκε η μέση μου λίγο, κάτι με τριγυρνάει, δεν κοιμήθηκα καλά χτες….

Το θέμα είναι ότι δεν κοιμάσαι καλά πολύ καιρό επειδή έχεις κάτι στο μυαλό σου, στην αρχή έναν ήρωα ή μια ηρωίδα. Η ηρωίδα (για να μην αλλάζουμε φύλο συνέχεια) σηκώνει στις πλάτες της διάφορα δικά σου θέματα. Την διάλεξες ή την σκέφτηκες επειδή σε απασχολούν ένα κάρο βλακείες – όχι εσένα προσωπικά, καταλαβαίνετε, αλλά εσένα προσωπικά: τα έχεις εισπράξει γύρω σου, τα βιώνεις εσύ ή η κολλητή σου, ή (μερικές φορές) κι όλη η Ελλάδα. Είναι θέματα για τα οποία θα μιλούσες ασταμάτητα αν έβγαινες, θα γινόσουν ένα από αυτά τα βαρετά άτομα-γαλιάντρες στις παρέες που δεν το βουλώνουν ποτέ. Θα έβραζες από θυμό, ένταση, ταραχή, ή θα πετούσες από ενθουσιασμό, ανάταση, πάθος. Πάντως θα ρωτούσαν οι άλλοι για σένα «μα δεν πιάστηκε ο τσενές της, τόση ώρα μπλαμπλα;»

Θα έβγαζες την ηρωίδα σου στην φόρα σαν κομμάτι του εαυτού σου, με καθόλου καλλιτεχνικό τρόπο, επειδή δεν θα στρωνόσουν να την γράψεις.   

Τέλος πάντων, η «καταγραφή» της μέσης ηρωίδας απαιτεί εργατο-ώρες: πολλές, όχι απαραίτητα συνεχόμενες αλλά με κάποιον τρόπο προγραμματισμένες, ώρες μπροστά στο μηχάνημα (γραφομηχανή ή υπολογιστή). Ώρες μπροστά σε τετράδια με μολύβι στο χέρι. Ώρες σημειώσεων σε μπλοκάκια σε άσχετες στιγμές του εικοσιτετραώρου. Γράφω ένα σκασμό πράγματα που σιγά σιγά ξεσκαρτάρω, πετάω, ξαναγράφω – γιατί καμιά ηρωίδα, όσο κι αν «εκφράζει» την/τον συγγραφέα, δεν είναι ετοιμοπαράδοτη. ΄Ισα ίσα που αν έχει πολλά κοινά με την/τον δημιουργό της, μπατάρει. Γίνεται σοβαροφανής, αχιούμορη, λίγο θύμα, λίγο καρμίρω. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Οι πολύ καλά δουλεμένες ηρωίδες και ήρωες έχουν μια γενναιότητα. Ένα παράστημα. Μια αξιοπρέπεια και ένα ήθος. Περπατάνε μέσα στα βιβλία με το κεφάλι ψηλά, δεν σε αφήνουν να τις ξεχάσεις ούτε να τις αντικαταστήσεις με άλλες.

Ίσως γι αυτό δεν γράφω συνέχεια βιβλία – πρέπει να ξεπεράσω το ένα σετ ηρωίδων/ηρώων  για να περάσω σε άλλο, καινούργιο, και μου παίρνει 2-3 χρόνια η διαδικασία… μπορεί και περισσότερα. 

Στο «Φερμουάρ»… έπεσα πάνω σε πολιτικά σκάνδαλα, πολλά, κινηματογραφικά, τζεημζ-μποντικά σκάνδαλα που σκάνε γύρω μας τα τελευταία χρόνια. Η λογική της μίζας, της διαφθοράς, της λαμογιάς, του «όλοι τα ίδια κάνουν» , βάραιναν πάνω στην (πρώτη) ηρωίδα μου, της ήταν ασήκωτα. Αναρωτιόμουν αν κρύβεται κάπου μέσα στο Σύστημα μια άλλη ηρωίδα, που πιστεύει ότι πράττει σωστά και δίκαια ενώ βολεύει το σόι της μέσω του υπουργείου που δουλεύει.  Μία γυναίκα που δεν σκοτίζεται αν η διαφθορά είναι οκέυ επειδή μεγάλωσε μέσα σ’ αυτήν, την θεωρεί κομμάτι της ιδεολογίας της.

Μετά… μετά κόλλησα με το θέμα της ιδεολογίας. Κάπου πέτυχα ένα πολιτικό πρόσωπο που είχε κλειστεί στο Πολυτεχνείο (χρόνια πριν λέμε). Ίσως έφαγε ξύλο της αρκούδας, ίσως απλώς συνελήφθη, πάντως έβαλε το λιθαράκι του, τότε, στην ανατροπή της Χούντας. Και έπεσε άλλη φιλοσοφική ερώτηση: σε ποιο σημείο, σε ποια χρονική στιγμή, χάνει ο άνθρωπος την ιδεολογία του; Πότε σταματάει να πιστεύει; Καταλαβαίνει με ένα τίναγμα ότι έπεσε έξω; Ότι όλα αυτά που κρατούσε σα μπαϊράκι πάνω από το κεφάλι του είκοσι ή σαράντα χρόνια της ζωής του είναι αέρας κοπανιστός;

Ήθελα μια ηρωίδα ακόμα με άλλα λόγια, όχι πουλημένη αλλά προδομένη από την ίδια της την ακεραιότητα – και από τον πολιτικό στον οποίο πίστεψε.

Και πάλι, δεν ξέρω τι τους ήθελα όλους αυτούς. Για κάμποσους μήνες έγραφα κάτι σαν μονόλογους  ανθρώπων που πίστευαν ή δεν πίστευαν, ήταν ή δεν ήταν κολλημένοι, είχαν ή δεν είχαν επίγνωση της εξουσίας και της διαφθοράς. Και όλοι σε κάποιο σημείο το βούλωναν. Σαν κάτι καλοκαιρινά μεσημέρια στη Θάσο που η μαμά ή η γιαγιά φώναζε, «ησυχία τώρα! Φερμουάρ!» και σταματούσαν οι κουβέντες λάου-λάου. Κοβότανε το χαχανητό. Τα τζιτζίκια ακουγόντουσαν όλο και πιο δυνατά  μέχρι που σ’έπαιρνε ο ύπνος, κι αυτό που είχες να πείς δεν είχε πιά σημασία…

Λίγο πριν μπεί η άνοιξη (του ΄14) άρχισα να βλέπω μια ιστορία, ένα συνδετικό ιστό ανάμεσα στις ηρωίδες και τους ήρωες. Δεν είχα χρόνο – δεν έχω ποτέ χρόνο, ποτέ-ποτέ-ποτέ, έχω άγχος ότι δεν θα προλάβω τα πρακτικά και (εύκολα…) δεν τα προλαβαίνω επειδή στριμώχνω τις εργατο-ωρες μου εκεί που οι κανονικοί άνθρωποι είτε κοιμούνται, είτε τρέχουν να διεκπεραιώσουν τα πρακτικά. Μια ζωή έχω λογιστές που με μισούν (ξεχνάω τα μισά δικαιολογητικά/παραστατικά) και συνεργάτες που μου μιλάνε αργά και καθαρά όχι επειδή υποψιάζονται ότι δεν πεταλώνω ψύλλο, αλλά επειδή προσπαθούν να κρατήσουν την ψυχραιμία τους.

Ναι, αλλά έτσι γράφονται τελικά τα βιβλία. Με πολλή σκληρή δουλειά στριμωγμένη ανάμεσα σε τούτο και σε κείνο. Με ηρωίδες που στήνουν βεγγέρες μέσα στο κεφάλι σου. Με ψήγματα της πραγματικότητας και δείγματα φαντασίας. Με πίστη σε κάτι το οποίο για πολύ καιρό βλέπεις μόνον εσύ που γράφεις – και ελπίζεις ότι κάποια μέρα θα το δούνε και οι αγαπημένοι αναγνώστες….    

 

Για το BOOK TOUR, Μανίνα Ζουμπουλάκη.

ΖΗΤΗΣΤΕ ΤΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

ΚΑΤΙ ΜΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ

Τι σχέση έχει η Κασσάνδρα, η βασιλοπούλα της Τροίας, με τις εθνικιστικές οργανώσεις της σημερινής Ελλάδας; Και τι μπορεί να καταφέρει μια σύγχρονη, σχεδόν-μάντισσα όταν ο (γκέι) πρώην της συλλαμβάνεται για το φόνο ενός φιλελεύθερου πολιτικού; Μπορεί να «δει» ποιος είναι ο δολοφόνος ή απλώς φτιάχνει ιστορίες με το μυαλό της; Και, αν είναι έτσι, γιατί όσο πληθαίνουν οι νεκροί, προοδευτικοί, αλληλέγγυοι ή σχετικοί, τόσο την κυριεύουν τα «οράματα»; Η Δώρα δεν τα καταλαβαίνει όλα. Μόνον ποιος της κρύβει λόγια, δηλαδή όλοι. Ο μεγάλος της έρωτας που εμφανίζεται απ’ το πουθενά, ο δικηγόρος φίλος, ο γιος της… Εντωμεταξύ, οι προδοσίες διαδέχονται τα ψέματα και οι δολοφονίες γίνονται δύο, τρεις, ή έξι… 

Αποκτήστε το άμεσα: goo.gl/JZUDjr

 

Τα κορίτσια διασχίζουν τις θάλασσες του χρόνου. Τα κορίτσια αγωνίζονται, ελπίζουν. Επιζούν χάρη σε συμπτώσεις, χάρη σε μικρά θαύματα, χάρη σ’ αυτούς που δεν τα βλέπουν. Παλεύουν να μην ξεχωρίσουν, να μη σκαλώσει πάνω τους κανένα βλέμμα.

Κουρνιάζουν μέσα στο πλήθος και γίνονται μητέρες και γιαγιάδες άλλων κοριτσιών. Τα κορίτσια είναι αόρατα μέσα στα καραβάνια των ξεριζωμένων της Ιστορίας, είναι όμως ζωντανά στο μυθιστόρημα-ποταμό της Μανίνας Ζουμπουλάκη που διατρέχει τον χρόνο και οδηγεί από το μακρινό '22 στο αόρατο αύριο. Κρυμμένες πίσω από αντρικές ταυτότητες, τρεις γενιές γυναικών αφηγούνται αριστοτεχνικά τις ιστορίες τους. Ο κόσμος του θεάματος, το θέατρο και η σόουμπιζνες είναι ο χώρος τους για περισσότερο από έναν αιώνα. Μαζί τους τρέχει η μεγάλη Ιστορία που δεν τελειώνει ποτέ...

Αποκτήστε το άμεσα: goo.gl/m7cGP2