Face to face με τη φωτιά

2017-07-31 07:38

Πηγή φωτογραφίας: Διαδίκτυο

 

Ιούλης μήνας. Αρχές δεκαετίας του ’80. Σε μια ηπειρωτική πόλη της Β. Ελλάδας, επίπεδη πόλη, κάμπος πόλη, καμίνι πόλη το θέρος. Κι άμα έχεις μεγαλώσει πλατσουρίζοντας σ’ ακρογιάλια κι άμα άνοιγες επί 25 συναπτά έτη την αυλόπορτά σου κι έβλεπες τα καμώματα της πλανεύτρας, άκουγες άγκυρες να αράζουν ή να σαλπάρουν «για λιμάνια ξένα», ίσως τότε τα λικνιζόμενα σιταροχώραφα για θάλασσες να τα περνούσες. Κατακαλόκαιρο, 40⁰ η θερμοκρασία, τα σχολειά κλειστά. Τα παιδιά μας, τα μπογαλάκια μας και βουρ για τα πάτρια θαλασσινά τοπία κι ας απορούσε η θεια-Κατίνα μέσα από το δικό της κλειστό κόσμο για την υπερβολή των ταξιδιωτικών  μας μετακινήσεων άπαξ του έτους.

-         Πάλι στη μάνα σου θε να πάτε; Πέρσι πήγατε.

-         Μα τους πεθύμησα τους γονείς μου, το πατρικό, τον τόπο που μεγάλωσα και τη θάλασσα, θεια! Κι εκείνοι τα εγγονάκια τους…

-         Εμείς δεν είχαμε ψυχή; Σαν ήρταμε από την πατρίδα, δεν ξεμυτίσαμε από την αυλή ούτε ως την πλατεία.

Γυναίκα κάποτε ψηλή, κυρτωμένη τώρα, κάποτε με άντρα και παιδί, χαροκαμένη τώρα, άνθρωπος που δε βγήκε από την αυλή από το 1922, όταν  ήρθαν πρόσφυγες από τις Σαράντα Εκκλησιές της Αν. Θράκης. Αμ, γι’ αυτό, θεια, τη νταμάρωσες τη χωμάτινη αυλή, τσιμέντο την έκανες κατάβρεχε-σκούπιζε. Μας κέρασε ωστόσο λουκουμάκι με κρύο νερό σαν πήγαμε να τη χαιρετίσουμε και χαμογέλασε συγκαταβατικά.

Οι θάλασσες των παιδικών σου χρόνων άλλη αίσθηση, πέτρα πέτρα τις γνωρίζεις. Και τα μεσημεριανά στην αυλή του πατρικού κάτω από περικοκλάδες, αγιοκλήματα και κληματαριές μαγεία. Κι εκείνα τα ψητά στο μαγκάλι ολόφρεσκα σαφρίδια με βλίτα ζεστά σαλάτα όνειρο. Κι ας ήταν καύσωνας κι ας πύρωναν τα μάρμαρα της αυλής, δυο βήματα η θάλασσα για βουτιές, πρωί, απόγευμα. Έτσι άρχισαν οι διακοπές μας εκείνο το καλοκαίρι. Αλίμονο, όμως. Πάνω στη βδομάδα ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά, μια από τις πολλές που κατάπιναν πευκώνες, που έκαναν κρανίου τόπο τις καταπράσινες πλαγιές μας κάθε καλοκαίρι. Ναι, αλλά τι πυρκαγιά! Στην περιφραγμένη και περιφρουρημένη έκταση της Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων! Αποθηκευμένα εκρηκτικά σε υπόγειες αποθήκες παντού και η φωτιά επίγεια να μαίνεται με το βοριά, που πέτρες σήκωνε. Πύρινη κορόνα στεφάνωνε πια τα τελευταία σπίτια του λοφίσκου προς τα δυτικά της πόλης. Face to face από τα μπαλκόνια μας. Πανικός. Ο πάτερ φαμίλιας μας είχε φέρει κι επέστρεψε στην εργασία του, που σήμαινε δε διαθέταμε μεταφορικό μέσο για απομάκρυνση προς Αθήνα μεριά. Η μάνα συμβούλεψε.

-         Πάρτε τα παιδιά και κατεβείτε στο λιμάνι, να είστε δίπλα στο νερό. Εμένα αφήστε με εδώ.

Σκέψεις κρυφές και φανερές, αγωνία, στρατηγικά σχέδια σωτηρίας έπεφταν στο τραπέζι, ανατρέπονταν και ναυαγούσαν το ένα μετά το άλλο. Προτάσεις της μάνας, προτάσεις του πατέρα από το τηλέφωνο κι εμείς εκεί ποτισμένοι καπνιά, χωρίς δραστικά μέτρα, ώσπου έφτασε αργά το βράδυ η ενημέρωση. «Ο κίνδυνος πέρασε προς το παρόν»! Καληνύχτα!

 

Για το BOOK TOUR, Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά.

Ιστορικός/Αρχαιολόγος - Συγγραφέας

 

Βιογραφικό

Η Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά γεννήθηκε το 1947 στο Λαύριο Αττικής από γονείς πρόσφυγες (Πέραμος Κυζικηνής  χερσονήσου- Κερτς Κριμαίας).

Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως καθηγήτρια στον νομό Ροδόπης.

Παράλληλα αρθρογραφούσε περιστασιακά σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά, επιμελήθηκε εκδόσεις της Περιφέρειας Αν. Μακεδονίας –Θράκης, έγραψε τουριστικό οδηγό για τον Δήμο Μαρώνειας και άλλα τουριστικά φυλλάδια. Πήρε, επίσης, μέρος σε συλλογική έκδοση της Ένωσης Φιλολόγων ν. Ροδόπης «Η ξένη Λογοτεχνία στη Β/θμια Εκπαίδευση».

Βιβλία της:

1.      «…μύριζε γαζία», εκδόσεις Διάνυσμα, βιωματικά αφηγήματα, 2014

2.      «Τα λουμινάκια», εκδόσεις ΑΩ, νουβέλα, 2017.

vandapapa@gmail.com

 

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο "Τα λουμινάκια".

[...] Επαναστάτρια η Χαρά. Γεννήθηκε διαφορετική. Άλλαξε το μοντέλο. Έσπασε το καλούπι παραγωγής προδιαγεγραμμένων χαρακτήρων. Η Χαρά κρατούσε άμυνα απέναντι στην κληροδοτημένη υπακοή ­δουλικότητα, που διέκρινε την εποχή τους, την οικογένειά τους και όχι μόνο. Τι άνθρωποι, σκεφτόταν συχνά. Μαριονέτες. Το κεφάλι δεν το σήκωναν σχεδόν ποτέ μοναχοί τους. Έπρεπε κάποιος μεγαλύτερος να τραβήξει την κλωστή. Μα τούτη δεν είναι αληθινή ζωή, θέατρο είναι. Αν δεν μπορείς να σηκώσεις κεφάλι, να δεις τον ήλιο κατάματα, όταν το θελήσεις, αν δεν μπορείς ν' ακολουθήσεις τον δρόμο του φεγγαριού, αν, αν, αν... [...]

Αποκτήστε το άμεσα:

www.bibliotopia.gr/gr/el/products/ta-loyminakia