Ένα παραμύθι μού ζήτησαν να πω...

2018-05-10 17:43

Ένα παραμύθι μού ζήτησαν να πω

με δράκους και λιοντάρια,

με ήρωες φανταχτερούς,

με τα πιο θαρραλέα μάτια.

 

Δεν ήταν η πρώτη φορά,

ιστορίες είχα ξαναφτιάξει.

Έκλεισα τα μάτια μου,

σίγουρη ότι η φαντασία μου

ιστούς θα υφάνει.

 

Έτσι περίμενα, λοιπόν,

με το μολύβι στο χέρι,

σαν στρατιωτάκι πειθήνιο,

την έμπνευση να μου έρθει.

 

Μα η ώρα πέρναγε

και το χαρτί μου

ήταν μόνο άσπρο.

Μην ήταν η έμπνευση παλιά,

ένα περαστικό τυχαίο άστρο;

 

Εκεί που απογοητεύτηκα,

και άρχισα να μαυρίζω,

δυο λέξεις φανήκανε καμαρωτές...

και μου ζήτησαν

την ιστορία μας να χτίσω.

 

Φεγγάρι, αρκούδα.

 

Το φεγγάρι έλαμπε εκείνη τη νύχτα, ίσως λίγο περισσότερο από το συνηθισμένο. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στον Κάσπερ, την καφετιά αρκούδα. Στάθηκε λοιπόν από κάτω του για να το δει καλύτερα. Του άρεσε έτσι όπως ήταν μεγάλο, ολοστρόγγυλο και λαμπερό. Ξαφνικά ένιωσε δίπλα του μια παρουσία. Ήταν ο Πέριζ, το ελάφι.

 

-Τι κάνεις εδώ, Κάσπερ; Τον ρώτησε απορημένο.

-Κοιτάζω το φεγγάρι. Είναι πολύ όμορφο!

 

Ο Πέριζ έριξε μια ματιά προς τα πάνω. Όντως το φεγγάρι ήταν πολύ όμορφο εκείνο το βράδυ. Αποφάσισε να μείνει και αυτό δίπλα στον Κάσπερ να το κοιτάζουν παρέα. Σε λίγο άκουσαν μια φωνή από πίσω τους. Η Σόνγια, η αλεπού.

 

-Μη μου πείτε ότι κοιτάζετε το φεγγάρι; Ρώτησε με αλεπουδίσιο ύφος.

-Μα ναι, θέλεις να κάτσεις μαζί μας; Ρώτησε ο Κάσπερ.

-Και γιατί να το κάνω αυτό; Ρώτησε η Σόνγια με τη σειρά της.

-Γιατί είναι όμορφο, ανταπάντησε ο Κάσπερ.

 

Η Σόνγια δεν είχε και πολλή όρεξη, αλλά επειδή δεν είχε και τίποτα σπουδαίο να κάνει, και επειδή μπορεί κάτι να της έκρυβαν, έκατσε μαζί τους. Τύλιξε τη φουντωτή της ουρά γύρω από το σώμα της και έστρεψε τη μουσούδα της προς τον ουρανό.

 

Σε λίγο φάνηκε στο ουρανό ο Χάρβεν, η μεγάλη λευκή κουκουβάγια. Είδε τα τρία ζωάκια να κάθονται κάτω από το φεγγάρι και να κοιτάζουν προς τα πάνω αμίλητα. Σταμάτησε από πάνω τους χτυπώντας τα φτερά του για να καταλάβει τι έκαναν.

 

-Φύγε από εκεί! Φώναξε η Σόνγια.

-Καλά σου λέει, μπήκες στη μέση! Φώναξε με τη σειρά του ο Πέριζ.

-Άντε, μην αργείς! Βροντοφώναξε ο Κάσπερ.

 

Ο Χάρβεν, τα έχασε‧ τρόμαζε εύκολα, βλέπετε. Έδωσε, λοιπόν, μια για να φύγει και … Μπαμ!!! Έπεσε πάνω στο φεγγάρι! Εκείνο με τη σειρά του τραντάχτηκε από τη σύγκρουση και ξεκόλλησε από τον ουρανό. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε προσγειωθεί στο έδαφος μπροστά από τον Κάσπερ, τον Πέριζ και τη Σόνγια, που το κοιτούσαν έκπληκτοι. Καλό και τούτο! Το φεγγάρι στα πόδια τους! Μα τώρα θα μπορούσε να γίνει δικό τους, σκέφτηκαν εντυπωσιασμένοι. Μεμιάς η Σόνγια το άρπαξε με τα κοφτερά της δόντια και το έβαλε στα πόδια. Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε και μόνο όταν έφτασε πολύ, μα πολύ μακριά, σταμάτησε να πάρει μια ανάσα. Ήταν σίγουρη ότι τα δύο ζώα, ίσως και ο Χάρβεν, θα την είχαν πάρει στο κατόπι, όμως για στάσου…

Κανείς δεν ήταν πίσω της. Τι χαρά! Είχε μείνει μόνο αυτή με το φεγγάρι της. Το φεγγάρι της! Καλά το είχε σκεφτεί, πλέον ήταν δικό της. Το άφησε στο έδαφος και το παρατήρησε. Χμ… Σαν να είχε θαμπώσει. Εδώ που τα λέμε από κοντά δεν έδειχνε και τόσο εντυπωσιακό. Και ήταν μικρό, και κρύο… πολύ κρύο. Α, όλα και όλα! Της Σόνγιας δεν της άρεσε να κρυώνει! Για αυτό άλλωστε είχε αρνηθεί να επισκεφτεί τη ξαδέρφη της, την Γκέλσι, την αρκτική αλεπού. Φαίνεται ότι το φεγγάρι έλαμπε πολύ μόνο ψηλά στον ουρανό. Κρίμα, αλλά δεν έφταιγε αυτή που ο αδέξιος, ο Χάρβεν είχε πέσει πάνω του.

Με μια και δυο, του έδωσε μία με τη μουσούδα, και το φεγγάρι κύλησε και έπεσε σε ένα ποτάμι που ήταν παρακάτω. Το ρεύμα το έσπρωξε μακριά, πολύ μακριά, μέχρι που το βρήκε μια κοπέλα με ξέπλεκα μακριά μαλλιά, χλωμοδιάφανη επιδερμίδα και μάτια γεμάτα αστέρια. Άπλωσε το χέρι της μέσα στα νερά και πήρε το μικρό, αχνό φεγγαράκι και το έκλεισε στην αγκαλιά της.

Οι επόμενες νύχτες ήρθαν χωρίς φεγγάρι‧ ακόμα και τα αστέρια κόντευαν να σβήσουν από τη λύπη τους. Η Σόνγια παρακολουθούσε τον ουρανό με αγωνία. Ήξερε ότι ο Κάσπερ, ο Πέριζ, ο Χάρβεν και τα υπόλοιπα ζώα συγκεντρώνονταν μόλις έπεφτε το σκοτάδι στο ίδιο σημείο και περίμεναν υπομονετικά, μήπως επέστρεφε το φεγγάρι. Ήθελε και εκείνη να πάει μαζί τους, αλλά δεν τολμούσε, μόνο τα παρακολουθούσε κρυμμένη πίσω από ένα δέντρο.

 

Μα ξάφνου,

Ήρθε μια κοπέλα με ξέπλεκα μαλλιά.

Γύρω είχε σκοτάδι, ίσως παγωνιά,

 

Ήρθε με ένα μικρό φεγγαράκι αγκαλιά,

Του έδωσε ένα φιλί

Και το πέταξε…

 

Μπροστά στα πόδια της αλεπούς. Η αλεπού τα έχασε. Πλέον το φεγγαράκι ήταν στα πόδια της και έλαμπε εκτυφλωτικά. Μα γιατί δεν έλαμπε έτσι και πριν; Αναρωτήθηκε απορημένη. Έσκυψε με τη μουσούδα της… Μα είναι δυνατόν; Το φεγγάρι τής χαμογελούσε.

-Η θέση μου είναι στον ουρανό, ψιθύρισε.

 

Η Σόνγια αμφιταλαντεύτηκε. Κοίταξε το φεγγάρι, στη συνέχεια σήκωσε το βλέμμα της και είδε τον Κάσπερ, τον Πέριζ, τον Χάρβεν, την κοπέλα και τα υπόλοιπα ζώα να της χαμογελούν.

 

Μια και δυο και τρεις

με τη μουσούδα της έδωσε

μια δυνατή.

 

Το φεγγάρι πήγε στον ουρανό

Και τα ζώα έστησαν χορό.

 

Έτσι, λοιπόν, το φεγγαράκι επέστρεψε στη θέση του. Και αν ποτέ περάσετε βράδυ από το Φωτεινό Δάσος μπορεί να δείτε έναν αρκούδο, ένα ελάφι και μια αλεπουδίτσα να ρεμβάζουν κάτω από το φεγγάρι.

 

Για το Book-Tour, Κωνσταντίνα Κοράκη.

https://wordpress.com/view/konstantinakoraki.wordpress.com