CANARINO

2016-05-29 09:21

Με τα κατάμαυρα μαλλιά της μαζεμένα σε έναν σφιχτοδεμένο κότσο η Ραφαελίνα στεκόταν πάνω από μία κατσαρόλα και ανακάτευε με επιδεξιότητα το περιεχόμενό της χωρίς να χαλαρώσει ούτε στιγμή η αυστηρή έκφραση του προσώπου της.

    Η κουζίνα ήταν μικρή, μα πεντακάθαρη. Εξοπλισμένη με ηλεκτρικές συσκευές τελευταίας τεχνολογίας και ασφυκτικά γεμάτη με τα πιο απίθανα οικιακά gadgets. Ωστόσο τίποτα δεν φαινόταν περιττό. Όλα ήταν ταξινομημένα με επιμέλεια. Ακόμα και τα χρώματα είχαν μία αξιοπρόσεκτη ομοιομορφία. Παντού κυριαρχούσε το κίτρινο.

    Λίγο πριν σβήσει το μάτι της κουζίνας, κοίταξε την ώρα. 19:30. Την ίδια στιγμή ακούστηκε η πόρτα που άνοιγε. Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα στη θέση της θα έτρεχε αμέσως να τον υποδεχτεί. Όμως η Ραφαελίνα Ντιφιτσίλε από το Ατσιρεάλε δεν ήταν από τους ανθρώπους που παρατάνε στη μέση τις δουλειές που έχουν αναλάβει να φέρουν εις πέρας. Ούτε από τους ανθρώπους εκείνους που κάνουν μία συμφωνία και την αθετούν. Ακόμα κι αν η συμφωνία αφορά μόνο την προετοιμασία και τη διεξαγωγή ενός δείπνου.

    Τα ζυμαρικά ήταν έτοιμα και μοσχοβολούσαν. Τα περιβόητα ψωμάκια της με ντομάτα και σκόρδο ήδη ακουμπισμένα στον πάγκο. Το μόνο που έμενε να ολοκληρώσει ήταν η καπονάτα, το πιο δημοφιλές πιάτο της Σικελίας. Θα τα συνόδευαν με ένα εκλεκτό μπουκάλι κόκκινο κρασί που φρόντισε να προμηθευτεί το πρωί από την κάβα. Τα γλυκά ήξερε πως είναι απαγορευμένα και το είχε δεχτεί αδιαμαρτύρητα. Άλλωστε ποτέ δεν της άρεσαν ιδιαίτερα. Μα, ακόμα κι αν της άρεσαν, δεν θα άφηνε να μπει εμπόδιο στις φιλοδοξίες της κάτι τόσο ανόητο.

    Όταν ετοίμασε και το τελευταίο της πιάτο, έστρωσε το τραπεζομάντηλο. Δύο σερβίτσια σε απόλυτη συμμετρία. Κρυστάλλινα ποτήρια. Ασημένια μαχαιροπίρουνα. Στο κέντρο έβαλε ένα λεπτό διάφανο βάζο με ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.

    Η ώρα είχε πάει 20:00. Τώρα έμενε μόνο να ετοιμαστεί. Πηγαίνοντας προς το μπάνιο τον είδε να κάθεται στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Παρατήρησε για λίγο τις φαρδιές πλάτες. Τα πυκνά μαύρα μαλλιά. Το καπέλο του ήταν κρεμασμένο στο συνηθισμένο μέρος. Δεν είχε βγάλει το σακάκι του. Ούτε τα καλογυαλισμένα του παπούτσια. Ενδείξεις ότι δεν επέτρεπε στον εαυτό του να χαλαρώσει ακόμη. Δεν γύρισε καν να την κοιτάξει. Θα περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Αυτοί ήταν οι όροι της.

    Ώρα 20:30. Ένα μαύρο αμάνικο φόρεμα. Ψηλοτάκουνες γόβες. Μαλλιά μακριά και καλοχτενισμένα. Απαλό μακιγιάζ. Τρεις σταγόνες άρωμα. Όλα προσαρμοσμένα στον αυστηρό κώδικα ενδυμασίας. Πανέτοιμη. Μια καλλονή χωρίς αμφιβολία. Μία πανέμορφη, πανύψηλη, λεπτεπίλεπτη, φινετσάτη και -το κυριότερο- πανέξυπνη γυναίκα.

    21:00 ακριβώς. Θα την περίμενε -όπως πάντα- στο τραπέζι. Καθισμένος στη θέση του. Μόλις τον κοίταζε, θα σηκωνόταν. Θα της χαμογελούσε με το πιο γοητευτικό χαμόγελό του.

    -Ραφαελίνα, λουλούδι μου…

    Χειροφίλημα.

    Απαλή μουσική θα πλημμύριζε τον χώρο με το πάτημα ενός κουμπιού.

    -Τι σπάνια ομορφιά, αλήθεια…

    Αγκαλιά.

    Για λίγη δευτερόλεπτα θα ανέπνεαν ο ένας το άρωμα του άλλου.

    Μετά θα ξεκινούσαν αργά αργά, σαν ιεροτελεστία, να τρώνε.

    Θα απολάμβαναν το κρασί μέχρι και την τελευταία σταγόνα.

    -Δεν υπάρχει καλύτερη μαγείρισσα στη Σικελία…

    Έπειτα θα περνούσαν στο θέμα τους. Απολογισμός της εβδομάδας.

    Δύο χρόνια τώρα ούτε μία φορά δεν είχε αποτύχει στις αποστολές που τις ανέθετε. Ήταν σίγουρη πως σήμερα επιτέλους θα της το έδινε. Ένα μικροσκοπικό καναρινί μαντιλάκι με το όνομά της, το οποίο θα έπρεπε να καρφιτσώσει αμέσως στο μέρος της καρδιάς. Από εκείνη τη στιγμή θα ήταν κι αυτή ισότιμο μέλος της ομάδας. Η πρώτη γυναίκα στην ιστορία της Canarino.

    Γνώριζε, βέβαια, πως όσο μεγάλη επιρροή κι αν είχε στους γύρω του, οι πιο σκληροπυρηνικοί της συμμορίας δεν θα συμφωνούσαν εύκολα σε κάτι τέτοιο. Περίμενε τις αντιδράσεις τους, όμως, αν έπειθε τελικά τον Αντωνέττο Μπέλλο και της έδινε το πολυπόθητο μαντιλάκι, θα ήταν πολύ αργά. Όλοι θα αναγκάζονταν να την αποδεχτούν χωρίς δεύτερη κουβέντα τη μέρα που θα έδινε τον όρκο της. Δεν επιτρεπόταν να κάνουν αλλιώς. Ο κανονισμός ήταν ξεκάθαρος. Είχε προσπαθήσει τόσο σκληρά. Ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε, ποτέ δεν δείλιασε. Τα είχε καταφέρει σε όλες τις δοκιμασίες καλύτερα κι από τον πιο εκπαιδευμένο άντρα -κι οι δοκιμασίες αυτές δεν ήταν ούτε εύκολες, ούτε πάντα αναίμακτες.

 

    Ακουγόταν μόνο ο θόρυβος από τα τακούνια της. Βάδιζε αργά και σταθερά προς την κουζίνα. Σε λίγο τον είχε απέναντί της, μα, για πρώτη φορά,  δυσκολευόταν να διακρίνει το πρόσωπό του. Το φως ήταν σβηστό. «Διάολε, τι συμβαίνει;» ψέλλισε θυμωμένα. Ο άντρας κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Και τότε κατάλαβε! Αυτός που είχε απέναντί της δεν ήταν ο Αντωνέττο Μπέλλο, αλλά ο Φελίτσε!

    -Ραφαελίνα, λουλούδι μου…

    «Τι αποκρουστική φωνή» σκέφτηκε.

    Η μουσική γέμισε ξαφνικά τον χώρο.

    -Τι σπάνια ομορφιά, αλήθεια…

    Την κοίταζε με χαιρέκακη απόλαυση.

    Αντίδραση καμία. Συνέχισε να μιλάει μόνο εκείνος.

    -Για να δούμε είσαι όντως η καλύτερη μαγείρισσα της Σικελίας…

    -Δεν νομίζω να περιμένεις να σου σερβίρω…

    -Γιατί όχι; Θα χουμε πολλά να πούμε οι δυο μας απόψε το βράδυ…

    Πήρε στα χέρια του το κρασί. Το άνοιξε. Σέρβιρε. Της πρόσφερε ένα ποτήρι.

    -Το κρασί θα βοηθούσε νομίζω…

    Πήρε το ποτήρι της, το κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα και, εντελώς απροσδόκητα, του πέταξε το περιεχόμενό του στα μούτρα.

    Περιέργως δεν φάνηκε να χάνει την ψυχραιμία του.

    Φελίτσε Νουβολόζο. Ο πιο φημισμένος άντρας της Canarino. Όμως η φήμη που είχε αποκτήσει σε καμία περίπτωση δεν είχε να κάνει με τη λέξη «ψυχραιμία». Αντιθέτως.

    «Κάτι δεν πάει καλά εδώ, πρέπει να κερδίσω χρόνο», σκέφτηκε η Ραφαελίνα και, αμίλητη, άρχισε να φέρνει τα φαγητά στο τραπέζι.

    -Μπράβο, λουλούδι μου. Μπράβο. Τώρα είσαι σε καλό δρόμο.

    Κάθισε και πάλι στην καρέκλα του, ήπιε μια γουλιά κρασί και έκλεισε για λίγο τα μάτια του, απολαμβάνοντας τη μουσική.

    Κάθισε και κείνη.

    Όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, έβαλε το χέρι της κάτω από το τραπέζι.

    Ανακουφίστηκε. Το μικρό της πιστόλι ήταν εκεί.

    Φάγανε αργά, αμίλητοι. Το κρασί κόντευε να τελειώσει.

    -Και, τώρα, πες μου, κοριτσάκι… Τι νομίζεις ότι κάνεις;

    Η Ραφαελίνα άρχισε να μιλάει. Όσο περνούσε η ώρα και έβλεπε το ειρωνικό του πρόσωπο να τη γελοιοποιεί απλά και μόνο με τις εκφράσεις που έπαιρνε, γινόταν όλο και πιο εριστική. Ο Φελίτσε έχανε σταδιακά την αυτοκυριαρχία του. Αυτή η γυναίκα ήταν πανούργα, σατανική. Πώς τα είχε σχεδιάσει όλα τόσο τέλεια, τόσο μεθοδικά;

    Έβαλε το χέρι του στην τσέπη. Πριν προλάβει να πυροβολήσει, μία σφαίρα ανάμεσα στα μάτια τον έριξε κάτω αιμόφυρτο.

    Χωρίς να έχει ακόμα συνειδητοποιήσει τι έκανε, άκουσε την πόρτα που άνοιγε. Ήπιε μια γουλιά από το κρασί της και κράτησε αποφασιστικά το πιστόλι της. Όποιος κι αν ήταν, τον περίμενε πανέτοιμη.

    Ο Τζουζέπε, ο Λουίτζι, ο Σιλβέριο, οι τρεις πιστοί φίλοι του Αντωνέττο, στέκονταν όρθιοι στο καθιστικό.

    Το χέρι της ήταν έτοιμο να πατήσει τη σκανδάλη, η πόρτα όμως ξανάνοιξε.

    Ακόμα και κείνη, η ψυχρή και ατρόμητη Ραφαελίνα Ντιφιτσίλε από το Ατσιρεάλε, γούρλωσε έκπληκτη τη μάτια της.

    Απέναντί της ήταν ο Αντωνέττο. Δίπλα του… ο Φελίτσε Νουβολόζο!

    Μα αν ο Φελίτσε ήταν εδώ, μπροστά της, ποιος ήταν ο νεκρός άντρας στην κουζίνα;

    -Πράγματι σκληρό καρύδι… είπε ο μεγαλύτερος άντρας στους άλλους τέσσερις χωρίς να αφήσει λεπτό από τα μάτια του τη γυναίκα.

    Έκανε νόημα στον Αντωνέττο.

    -Δικό της.

    Ένα καναρινί μαντιλάκι βρέθηκε στα χέρια της σε δευτερόλεπτα.

    Για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, χαμογέλασε. Καρφίτσωσε περήφανη το μαντιλάκι στο μέρος της καρδιάς.

    Οι πέντε άντρες είχαν βολευτεί στο σαλόνι και περίμεναν τα ποτά τους.

    Κανείς δεν νοιάστηκε για το πτώμα στην κουζίνα. Ένας ανόητος σωσίας. Μία παράπλευρη απώλεια. Αυτό ήταν κάτι που θα το τακτοποιούσαν αργότερα.

Για το BOOK-TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.

«…Μέσα στο κεφάλι μου έχω ολόκληρη στρατιά από ανθρώπους που παρακαλούν να βγουν έξω και να πάρουν διαταγές…»

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ, Η τέχνη της γραφής, εκδόσεις Πατάκη

 

Σημείωση:

Ο διηγηματογράφος είναι ένας «μικρός θεός». Σκιαγραφεί χαρακτήρες, δημιουργεί ήρωες, δίνει ζωή σε προσωπικότητες που δεν υπήρξαν ποτέ κι όμως είναι σαν να τους έχει δίπλα του, σαν να τους είχε δίπλα του από πάντα.

Πριν γραφτεί αυτό το διήγημα, περιπλανήθηκα με τη Ραφελίνα Ντιφιτσίλε στα δρομάκια του Ατσιρεάλε, έζησα από κοντά τον βίο και την πολιτεία των συμμοριών της Σικελίας, δοκίμασα τα φαγητά τους, ενημερώθηκα για το αυστηρό τους dress code, τους άκουσα να μιλάνε, να κλείνουν συμφωνίες, να ετοιμάζουν αποστολές.

Η Ραφαελίνα, ο Αντωνέττο, ο Φελίτσε, ο Τζουζέπε, ο Λουίτζι, ο Συλβέριο, έγιναν για μερικές μέρες κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Βημάτισα στο μικρό διαμέρισμα, είδα τη θέα από το παράθυρό του, έζησα την αγωνία, τον θυμό, τον φόβο, τη λύτρωση, τη χαρά. Από μία γωνία παρακολούθησα τον όρκο τιμής που έδωσε η ηρωίδα μου. Με τα μάτια της φαντασίας μου μπόρεσα να δω και το μετά. Σίγουρα σκληρό και καθ’ όλα εφάμιλλο με τον χώρο στον οποίο επέλεξε να δραστηριοποιηθεί.

Δεν ξέρω αν τελικά κατάφερα το επιθυμητό: να αποσπάσω δηλαδή για λίγα λεπτά τον αναγνώστη από το παρόν του και να τον μεταφέρω στο κλίμα του διηγήματός μου. Κάθε διήγημα είναι μία ταινία μικρού μήκους που έχει κάτι να μας πει. Όταν ο διηγηματογράφος κατορθώσει να περάσει έστω και ένα από τα πολλαπλά μηνύματα που είχε στο μυαλό του όταν έγραφε το κείμενο, τότε έχει πετύχει τον στόχο του…