ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΑ ΕΙΧΕ ΟΛΑ

2015-02-25 13:24

Αυτό το Κορίτσι τα είχε όλα. Γονείς που το λάτρευαν και σπάνια του χαλούσαν χατίρι. Ένα ευρύχωρο σπίτι πλάι στη θάλασσα. Ολοκαίνουρια παιχνίδια. Ακριβά ρούχα. Εκλεκτές λιχουδιές. Εκθαμβωτική ομορφιά. Ασυνήθιστη εξυπνάδα. Μια ανεκτίμητη καρδιά. Κι όμως κάτι του έλειπε…

Το Κορίτσι της ιστορίας μας είχε γεννηθεί χωρίς να ακούει. Και χωρίς να μιλάει. Όλη του η ζωή ήταν μια παρατεταμένη σιωπή. Μια σιωπή που δεν διέκοψε ποτέ κανένας απολύτως ήχος…

Δεν ήταν όμως αυτό που του έλειπε. Όχι, όχι, καθόλου δεν το πείραζε που είχε γεννηθεί διαφορετικό. Είχε μάθει να συνυπάρχει με το «πρόβλημά» του. Τόσο που το ίδιο δεν το θεωρούσε καν πρόβλημα. Αρκεί οι άλλοι άνθρωποι να του έδιναν μια ευκαιρία.

Γιατί το εξαίσιο αυτό πλάσμα, που έμοιαζε με σπάνιο ανοιξιάτικο τριαντάφυλλο, όσο  κι αν προσπαθούσε, δεν είχε αποκτήσει ποτέ κανέναν φίλο. Από τη φύση του ήταν χαρούμενο και αισιόδοξο παιδί, πολλές φορές όμως ένιωθε τη ζωή του να κυλάει κενή, χωρίς προορισμό.

Όταν ήταν μικρή, τα άλλα παιδιά την κορόιδευαν. Όσο μεγάλωνε, έπαψαν πια να την κοροϊδεύουν και, απλά, την απέφευγαν. Οι μεγάλοι έδειχναν να τη φοβούνται και, ναι μεν, τη χαιρετούσαν ευγενικά, -πολλές φορές της χάιδευαν τα μεταξένια της μαλλιά- αλλά γρήγορα απομακρύνονταν από κοντά της χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια να την προσεγγίσουν.

Έτσι, τα χρόνια περνούσαν, οι εποχές εναλλάσσονταν, το ξέγνοιαστο παιχνιδιάρικο καλοκαίρι έδινε τη σκυτάλη στο μελαγχολικό φθινόπωρο. Αυτό με τη σειρά του προσκαλούσε τον σκυθρωπό χειμώνα, ώσπου -επιτέλους- γελαστή γελαστή και σκανδαλιάρα, κατέφθανε η άνοιξη. Που έκανε τους σπόρους στο χώμα να ξαναγεννιούνται. Τα μάγουλα των παιδιών να κοκκινίζουν. Και την ελπίδα να επιστρέφει στις ψυχές των ανθρώπων.

Το Κορίτσι είχε πια γίνει μια γοητευτική έφηβη κοπέλα. Ήταν αρχές Μαρτίου και ο καιρός ήταν ασυνήθιστα καλός. Έτσι, αποφάσισε να κάνει την καθιερωμένη βόλτα της, που κατέληγε πάντα στην ακροθαλασσιά. Εκεί, καθισμένη στην άμμοάλλοτε ονειροπολούσε κι άλλοτε απλά χάζευε τα γαλανά νερά χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Αυτή τη φορά ήταν κάτι διαφορετικό: μέρες τώρα ένας απροσδιόριστος φόβος είχε φωλιάσει μέσα της. Έπρεπε πάση θυσία να ξορκίσει και να ξεφορτωθεί αυτή την αρνητική ανεξήγητη αύρα που την τύλιγε και δεν έλεγε να την αφήσει σε ησυχία.

Αυτά και άλλα πολλά σκεφτόταν όταν τους αφουγκράστηκε. Γύρισε πίσω της και τους είδε. Μια παρέα συνομήλικων της ερχόταν σαν χείμαρρος έτοιμος να παρασύρει τα πάντα. Η ταραχή της μεγάλωνε όσο πλησίαζαν. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως δεν θα τολμούσαν να της κάνουν κακό. Μάταια. Ήταν ξεκάθαρο πως οι διαθέσεις τους δεν ήταν καλές. Κοίταξε από μακριά το σπίτι της. Οι γονείς της απουσίαζαν. Ήταν μόνη.

Όταν την πλησίασαν αγριεμένοι, αντί να το βάλει στα πόδια, λες και ένα μαγικό ραβδάκι την άγγιξε: η γαλήνη επανήλθε σαν βάλσαμο μέσα της. Χωρίς να μετακινηθεί σήκωσε τα καλοσυνάτα τα της μάτια και τους παρατήρησε έναν έναν. Η αναστάτωση που ένιωθε όλες αυτές τις μέρες εξαφανίστηκε. Τους χαμογέλασε και αυθόρμητα άνοιξε την αγκαλιά της. Έμοιαζαν να τα έχουν χαμένα. Στα βλέμματά τους, που πριν από λίγα λεπτά έβλεπε το μίσος, και τη χαιρεκακία, την αίσθηση της υπεροχής και την επιθυμία για το Κακό, διέκρινε κανείς ξεκάθαρα την ντροπή και την ταπείνωση. Κοιτάχτηκαν προς στιγμήν μεταξύ τους. Δίχως να πουν λέξη άλλαξαν πορεία.

Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά, όχι τόσο ώστε να εξαφανιστούν από το οπτικό της πεδίο, το αγόρι που έμοιαζε αρχηγός τους άρπαξε ένα μεγάλο βότσαλο. Το εκσφενδόνισε λυσσασμένα στον αέρα, την ώρα ακριβώς που, κουρασμένο από το κοπιαστικό του ταξίδι, έφτανε το πρώτο χελιδόνι. Σίγουρα θα είχε εξασκηθεί στο σημάδι, γιατί το πέτυχε αμέσως. Τα χαιρέκακα γέλια επέστρεψαν στα πρόσωπά τους. Επιτέλους η ύπαρξή τους είχε σημασία. Ένα μικρόσωμο κορίτσι έριξε πάνω στο τρομαγμένο πουλί τομπουκάλι που κρατούσε στα χέρια του. Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη που συνέχισαν να το κυνηγάνε ακόμα κι όταν εκείνο ανήμπορο έτρεμε από φόβο. Κάποιος κατάφερε να το πιάσει και, χωρίς οίκτο, το έριξε με δύναμη κάτω. Η αποστολή τους είχε εκπληρωθεί. Μπορούσαν να φύγουν ικανοποιημένοι.

Το Κορίτσι δεν ήταν σε θέση να ακούσει τις σπαραχτικές κραυγές που έβγαζε το πληγωμένο χελιδόνι. Όμως, αδιαμφισβήτητα, αισθανόταν όσο κανείς την αγωνία του. Έτρεξε βιαστικά στο σπίτι κρατώντας το όσο πιο προσεκτικά ήταν δυνατόν στα χέρια της. Οι γονείς δεν είχαν γυρίσει ακόμα.

Επόμενη στάση της ήταν το αγροτικό ιατρείο. Με δάκρυα στα μάτια, μετέφερε το μικρό της φίλο μέσα σε ένα χάρτινο κουτί. Ποτέ άλλοτε δεν είχε επιχειρήσει να συναναστραφεί με άλλους ανθρώπους δίχως την παρουσία των δικών της.

Δεν υπήρχε χρόνος για πολυτέλειες.

Ο νεαρός γιατρός της χαμογέλασε.

Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα είχε περάσει. Το δίχως άλλο θα την έψαχναν. Ήταν πια σίγουρη… Η ζωή της από δω και πέρα δεν θα ήταν ποτέ πια «κενή»… Ξαφνικά διαπίστωσε πως ο πολυπόθητος προορισμός υπήρχε πάντα μέσα της…

…………………………………………………………………………

Πώς να χωρέσουν τόσα γεγονότα σε λίγες σελίδες;…

Ο απαλός αέρας φυσούσε σαν χάδι τα πρόσωπά τους. Τα δυο τους χέρια πλεγμένα σε ένα. Οι δυο καρδιές χτυπούσαν με τον ίδιο ρυθμό. Το μυαλό τους σε απόλυτη ταύτιση. Ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι τους περίμενε… Ήταν η πρώτη τους αποστολή με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα.

…………………………………………………………………………

Ναι, αυτό το κορίτσι τα είχε όλα!_

Γιώτα Κοτσαύτη (ανέκδοτο κείμενο)

 

Για το BOOK TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη

«…Μέσα στο κεφάλι μου έχω ολόκληρη στρατιά από ανθρώπους που παρακαλούν να βγουν έξω και να πάρουν διαταγές…»

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ, Η τέχνη της γραφής, εκδόσεις Πατάκη