Άσκηση δημιουργικής γραφής - Μία σύντομη ανάμνηση και η επεξήγησή της...

2017-01-30 21:01

        ΑΣΚΗΣΗ από το βιβλίο "Πώς να γράψεις"  

Πώς να γράψεις

Πώς να γράψεις

[Άρθρο, βιβλίο, σενάριο]
Μανίνα Ζουμπουλάκη
IntroBooks, 2007
223 σελ.
ISBN 978-960-6680-23-6, [Κυκλοφορεί]
Τιμή
 € 16,31

 

«Είχα ένα άδειο κουτί από κουραμπιέδες και ΄κει μέσα φύλαγα τα ξύσματα των μολυβιών μου. Κάποτε η μάνα μου ανακάλυψε το κουτί κάτω απ΄το κρεβάτι και το πέταξε στα σκουπίδια. Στεναχωρήθηκα πολύ».

 

«Στην Τρίτη Δημοτικού κάτι μας έπιασε κι εκτός από βόλους, βότσαλα, κοχύλια (εμείς τα κορίτσια) και χρωματιστές χαρτοπετσέτες, μαζεύαμε και ξύσματα μολυβιών για μελλοντική χρήση ή έτσι, για πλάκα. Στην αρχή η συλλογή μου χωρούσε σ ΄ένα κουτί από σπίρτα με τον φοίνικα απ΄ έξω και το στρατιώτη, έπειτα σιγά-σιγά μεγάλωσε και μέχρι την  άνοιξη αναγκάστηκα να την στριμώξω σ΄ ένα άδειο κουτί από κουραμπιέδες. Το κουτί ήταν χαρτονένιο, με διπλωτό καπάκι, κι όταν το άνοιγα μ΄ έπιανε απ΄τη μύτη η μυρωδιά της ζαχαρωμένης βανίλιας, τα ίχνη των κουραμπιέδων που είχανε καταναλωθεί μήνες πριν αλλά η ανάμνησή τους πότιζε το χαρτόνι του κουτιού. Ξόδευα κατά μέσο όρο ένα μολύβι την εβδομάδα (‘-Τι τα κάνεις όλ΄ αυτά τα μολύβια πια;’ Ρώταγε η μάνα μου. ‘-Τα τρως;’) και βέβαια δεν τα 'τρωγα, παρ’ όλο που έκανα ό,τι μπορούσα: τα έξυνα προσεκτικά και μάζευα τα ξύσματα μέσα στο κουτί.

  Τα πρώτα μολύβια ήταν μαύρα, και τα ξύσματά τους καφετιά με μαύρη μπορντούρα, αλλά έπειτα κάποιος μου΄ φερε δώρο ένα κουτί χρωματιστά μολύβια από την Αθήνα. Τα ξύσματά τους ήταν υπέροχα, γιατί γύρω απ΄ το καφετί ξύλο οι μπορντούρες γυάλιζαν κόκκινες, κίτρινες, παρδαλές, ακόμα κι ασημένιες – αν και, το ασημένιο μολύβι άργησα πολύ να το ξύσω. Πολλές φορές τη μέρα έβγαζα το κουτί κάτω απ΄ το κρεβάτι μου και το άνοιγα να μελετήσω τη συλλογή μου. Δείχναμε η μία στην άλλη τα κουτιά με ξύσματα, με τις φίλες μου, και το δικό μου κουτί αφενός ήταν μεγαλύτερο, αφ΄ ετέρου πιο μυρωδάτο και πιο γεμάτο από τα υπόλοιπα.

  Υπήρχε και ένα αίσθημα στη μέση που δυσκόλευε κάπως τα πράγματα: ο Γ. έλεγε και ξανάλεγε, ‘-Αν μ΄ αγαπάς πρέπει να μου δώσεις πολλά ξύσματα’, και δεν εννοούσε μόνον τα μαύρα, εννοούσε φυσικά τα χρωματιστά, που είχαν μεγαλύτερη αξία απ΄ όλες τις απόψεις. Τον αγαπούσα, αλλά πάντα πρότεινα να του χαρίσω τα μαύρα ξύσματα, ή και τίποτα απολύτως, βρίσκοντας διάφορες χαζές δικαιολογίες – όχι σήμερα, ίσως αύριο, ίσως μετά το Πάσχα, μπορεί το καλοκαίρι που δεν θα τα χρειάζομαι πια, και ούτω καθ΄ εξής.

  Μετά μια μέρα η μάνα μου βρήκε το κουτί σε γενική φασίνα και το πέταξε στα σκουπίδια. Ανακάλυψα την απώλεια γυρνώντας απ΄ το σχολείο, με κάμποσα φρέσκα ξύσματα τυλιγμένα σ΄ ένα από τα μεγάλα μαντήλια μύξας του μπαμπά. Δεν ήταν ακόμα διαδεδομένα τα χαρτομάντιλα και επειδή είχα διαρκώς συνάχι μου δίνανε στο σχολείο δύο ή τρία βαμβακερά μαντήλια με ίσια αρρενωπά σχέδια στο τελείωμά τους, να φυσάω τη μύτη μου.

   Έψαξα και ξανά-ψαξα κάτω απ΄ το κρεβάτι όλο αγωνία κι έπειτα έτρεξα στη μάνα μου, που ήταν συνήθως η υπεύθυνη για κάτι τέτοιες καταστροφές – ένα χρόνο πριν μου είχε πετάξει όλα τα Μίκυ Μάους, και λίγα χρόνια αργότερα θα μου πέταγε τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, που τα΄ χε ήδη βάλει στο μάτι.

‘-Γιατί πέταξες τα ξύσματά μου;’  Ρώτησα έτοιμη να βάλω τα κλάματα.

‘-Το κουτί μάζευε ψείρες’ είπε.

‘-Το κουτί δεν μάζευε ψείρες!’  φώναξα. ‘-Είχε μέσα ολόκληρο θησαυρό!’

‘-Μην υψώνεις τον τόνο της φωνής σου. Και πήγαινε να πλύνεις τα χέρια σου, είναι κατάμαυρα’.

    Μες την απελπισία μου συμβιβάστηκα με το αναπόφευκτο. Πήγα στο μπάνιο, έπλυνα τα χέρια μου κι έριξα τα φρέσκα ξύσματα μες τη λεκάνη της τουαλέτας, τινάζοντας καλά-καλά το μαντήλι. Τα είδα να πλέουνε στο νερό σα ψαρόβαρκες σε καταιγίδα, να στριφογυρίζουν αργά στην επιφάνεια κι έπειτα να χάνονται με τον καταρράκτη του καμπινέ. Έτσι όπως γυάλιζαν μουσκεμένα και λυπητερά ήταν σα να ζητούσαν βοήθεια, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα πια.

  Σκέφτηκα να ξαναρχίσω τη συλλογή – με το ρυθμό που έξυνα τα μολύβια δεν θ΄ αργούσα να μαζέψω ξανά μια τεράστια ποσότητα ξυσμάτων, ήμουν σίγουρη – αλλά δεν είχα  κουράγιο. Ένοιωθα μια βαθειά κούραση και μια απογοήτευση, για μέρες μετά κυκλοφορούσα καμπουριαστή κι έδειχνα αδιαφορία για τα μαθήματα. Μέχρι που κάποια φίλη μου άρχισε να μαζεύει χαρτάκια από σοκολάτες υγείας, και μου φάνηκε καλή ιδέα. Βρήκα ένα μεγάλο κουτί από παπούτσια που δεν μύριζε τίποτα, ίσως μόνο καινούργιο δέρμα, κόλλα παπουτσιών και μπογιά, ίσως να μην μύριζε όντως τίποτα και να το θυμάμαι με βάση άλλα κουτιά παπουτσιών που πέρασαν έκτοτε απ΄ τη ζωή μου.

  Η συλλογή με χαρτάκια από σοκολάτες όμως ήταν βραχύβια. Την επόμενη χρονιά είχα μεγαλώσει και ο Γ. με έπιανε από το χέρι στις σχολικές εκδρομές. Δεν εντυπωσιάστηκε όταν του είπα για τα χαρτάκια από σοκολάτες, οπότε τα άφησα να χάσουν την μυρωδιά τους μες το κουτί, τ΄ άφησα να ξεθωριάσουν και να στρίψουν οι άκρες τους προς τα πάνω και να ζαρώσουν. Κι έπειτα τα ξέχασα. Όταν τα πέταξε η μάνα μου ούτε καν ασχολήθηκα. Είχα άλλα πράγματα στο μυαλό μου. Για είκοσι ή τριάντα χρόνια δεν σκέφτηκα ποτέ τις μαθητικές συλλογές – μέχρι που άνοιξα πρόσφατα ένα κουτί με κουραμπιέδες και τα θυμήθηκα όλα. Έσκυψα πάνω από την άσπρη άχνη  και τα στρογγυλά γλυκά με την μυρωδιά βανίλιας, αμυγδάλου και ζάχαρης, πήρα βαθειά ανάσα κι είδα ξαφνικά το κουτί να γεμίζει ξύσματα μολυβιών, υπέροχα, καστανά, βρώμικα, τσαλακωμένα, μολυβιασμένα ξύσματα με χρωματιστές λεπτές μπορντούρες σ΄ όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου.

  ΄Η μάλλον, δεν θυμώνουν καν πώς ήταν τα ξύσματα στην εικόνα. Αυτό που ζωντάνεψε κυρίως στο μυαλό μου ήταν η μυρωδιά τους….» 

 

Για το BOOK TOUR, Μανίνα Ζουμπουλάκη.

 

ΖΗΤΗΣΤΕ ΤΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

ΚΑΤΙ ΜΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ

Τι σχέση έχει η Κασσάνδρα, η βασιλοπούλα της Τροίας, με τις εθνικιστικές οργανώσεις της σημερινής Ελλάδας; Και τι μπορεί να καταφέρει μια σύγχρονη, σχεδόν-μάντισσα όταν ο (γκέι) πρώην της συλλαμβάνεται για το φόνο ενός φιλελεύθερου πολιτικού; Μπορεί να «δει» ποιος είναι ο δολοφόνος ή απλώς φτιάχνει ιστορίες με το μυαλό της; Και, αν είναι έτσι, γιατί όσο πληθαίνουν οι νεκροί, προοδευτικοί, αλληλέγγυοι ή σχετικοί, τόσο την κυριεύουν τα «οράματα»; Η Δώρα δεν τα καταλαβαίνει όλα. Μόνον ποιος της κρύβει λόγια, δηλαδή όλοι. Ο μεγάλος της έρωτας που εμφανίζεται απ’ το πουθενά, ο δικηγόρος φίλος, ο γιος της… Εντωμεταξύ, οι προδοσίες διαδέχονται τα ψέματα και οι δολοφονίες γίνονται δύο, τρεις, ή έξι… 

Αποκτήστε το άμεσα: goo.gl/JZUDjr

 

Τα κορίτσια διασχίζουν τις θάλασσες του χρόνου. Τα κορίτσια αγωνίζονται, ελπίζουν. Επιζούν χάρη σε συμπτώσεις, χάρη σε μικρά θαύματα, χάρη σ’ αυτούς που δεν τα βλέπουν. Παλεύουν να μην ξεχωρίσουν, να μη σκαλώσει πάνω τους κανένα βλέμμα.

Κουρνιάζουν μέσα στο πλήθος και γίνονται μητέρες και γιαγιάδες άλλων κοριτσιών. Τα κορίτσια είναι αόρατα μέσα στα καραβάνια των ξεριζωμένων της Ιστορίας, είναι όμως ζωντανά στο μυθιστόρημα-ποταμό της Μανίνας Ζουμπουλάκη που διατρέχει τον χρόνο και οδηγεί από το μακρινό '22 στο αόρατο αύριο. Κρυμμένες πίσω από αντρικές ταυτότητες, τρεις γενιές γυναικών αφηγούνται αριστοτεχνικά τις ιστορίες τους. Ο κόσμος του θεάματος, το θέατρο και η σόουμπιζνες είναι ο χώρος τους για περισσότερο από έναν αιώνα. Μαζί τους τρέχει η μεγάλη Ιστορία που δεν τελειώνει ποτέ...

Αποκτήστε το άμεσα: goo.gl/m7cGP2