Τα μαγικά Χριστούγεννα της Μοναξιάς

2015-01-04 22:35
 
Κούρνιασε το φεγγάρι στη ζεστή αγκαλιά του ουρανού και χαμήλωσε τα ασημένια του βλέφαρα στη γη. Σκόρπισε τριγύρω σκόνη χρυσή, παραμύθι να υφάνει με τις χρυσές κλωστές των αστεριών…
 
Ξημέρωσε στο μικρό χωριό και το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα. Πυκνές νιφάδες στέκονταν στις σκεπές των σπιτιών και τις έκαναν να μοιάζουν ζαχαρένιες, να καραμελώνουν τις αυλές.  Άχνιζαν οι καμινάδες σχηματίζοντας στον ουρανό πουπουλένια σύννεφα. Φυσούσε ο αγέρας και χόρευαν τα ξύλινα παραθυρόφυλλα στο ρυθμό του. Φυσούσε και τα πουλιά κρύβονταν τρομαγμένα στις φωλιές τους.
 
Εκεί ζούσε η μικρή Μοναξιά, ένα γλυκό κοριτσάκι με ροζ μαγουλάκια σαν ροδοπέταλα. Με μπλε ματάκια που θύμιζαν το χρώμα του ουρανού. Κι ένα ζεστό χαμόγελο στα τριανταφυλλένια χείλια της. Όλοι την αγαπούσαν σε τούτο τον όμορφο τόπο. Όλοι. Μα ήταν φορές που χαμήλωνε τα μάτια της και το βλέμμα της σκοτείνιαζε. Υπήρχε κάτι μέσα στην τρυφερή ψυχούλα της, ένα μυστικό που την τρυπούσε σαν αγκαθάκι. Όλα τα είχε η Μοναξιά, όλα, τίποτα δεν της έλειπε: δώρα, παιχνίδια, αγάπη.
 
Νύχτωσε. Το χωριό ντύθηκε στα γιορτινά του. Σε λίγες μέρες η σκαλιστή καμπάνα θα σήμαινε Χριστούγεννα. Οι λιγοστές βιτρίνες γέμισαν με καρυοθραύστες και ροζ μπαλαρίνες, κούκλες, τραινάκια και λογής λογής παιχνίδια που ξετρέλαιναν τα παιδιά. Στολίδια, γιρλάντες γέμισαν τα παραθύρια και τα φώτα της πλατείας φάνταζαν πιο λαμπερά. Μοσχοβολούσε η γειτονιά από ένα σωρό καλούδια που ετοίμαζαν με χαρά οι νοικοκυρές. Νότες, μουσικές, γέμισε η πλακόστρωτη πλατεία με παιδιά που ξεχύνονταν στα μικρά σοκάκια. Γέλια, ήχους και χαρούμενες φωνές άκουγες παντού. Υπήρχε όμως και κάποια εκεί κοντά που στεκόταν αθόρυβη  στο παραθύρι της: η μικρή Μοναξιά. Αυτές οι ημέρες τη γέμιζαν θλίψη, μα κανένας δεν ήξερε το μυστικό της... Κι ήταν τόσο σκοτεινός απόψε ο ουρανός, θαρρείς και κουβαλούσε πάνω του όλη την στεναχώρια της. Παράξενη σιγαλιά -μονάχα η φωτιά που σιγόκαιγε στο τζάκι ακουγόταν δειλά. Όταν ξαφνικά, από το πουθενά, ένα μικρό άστρο που τρεμόσβηνε, έπεσε απ’ τη στέγη του ουρανού στο χεράκι της Μοναξιάς!
 
«Μια ευχή!», σκέφτηκε η Μοναξιά. «Γρήγορα μια ευχή! Αχ! Σκέψου Μοναξιά, γρήγορα, τί θα ήθελες περισσότερο; Τί είναι τούτο που λαχταράει η ψυχή σου; Τί είναι αυτό που σε κάνει να πονάς;». «Μια φίλη, μια φίλη!», ψιθύρισε η φωνούλα της Μοναξιάς κι ένα σμαραγδένιο δάκρυ κύλησε απ’ το ροδαλό μάγουλό της. Κι έτσι, κουρασμένη αποκαμωμένη σαν ήταν, την πήρε στην τρυφερή του αγκαλιά ο ύπνος…
 
Όνειρο να ήταν ή αλήθεια; Η Μοναξιά έτριβε με δύναμη τα ματάκια της. Μπροστά της βρισκόταν μια μικρή νεράιδα με πολύχρωμα φτερά, πασπαλισμένα με μπόλικη χρυσόσκονη και καταγάλανα μάτια σαν αυτά της μαγεμένης λίμνης με τους κάτασπρους κύκνους που της είχε διαβάσει το βράδυ η αγαπημένη της γιαγιά.
 
Σάστισε η Μοναξιά! Δεν είχε ματαδεί κάτι παρόμοιο ποτέ… Μονάχα στις εικόνες των βιβλίων. «Γεια σου», είπε το πλασματάκι με τη μελωδική φωνή του. «Οι φίλοι μου με αποκαλούν Ευχούλα. Με κάλεσες κι εγώ ήρθα να πραγματοποιήσω εκείνο που ζήτησες! Μα πρώτα θα σε ξεναγήσω στη χώρα μου, την Φεγγαρούπολη. Έλα, Μοναξιά!».
 
«Μη φοβάσαι», είπε η Ευχούλα. Και βρέθηκαν μεμιας στην πλάτη ενός πανέμορφου μονόκερου με την ασημένια χαίτη του να ανεμίζει στο άγγιγμα του ανέμου. Χάθηκαν στην μεταξένια τρύπα του ουρανού. Πέρασαν πάνω από παγωμένα δάση, όπου τσακώνονταν τα ξωτικά. «Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν!»,  μονολογούσε η Μοναξιά, «θα πρέπει να ονειρεύομαι!». Τα δέντρα είχαν στήσει γλέντι, είχαν ανθρώπινη μορφή… Να, μια βελανιδιά, μια λεύκα και μια καρυδιά γελούσαν, χόρευαν και σιγοτραγουδούσαν σαν ντύνονταν με το πέπλο του Χιονιά! Μα, να, και μια μαραμένη μυγδαλιά υπομονετικά περίμενε την άνοιξη για να φορέσει το ανθισμένο κατάλευκο φόρεμά της.
 
Σταμάτησαν έπειτα από πολλές ώρες ταξιδιού. Στάθηκαν μπροστά σε μια χρυσή πόρτα κι η Ευχούλα κρατούσε τα σιδερένια κλειδιά. «Άνοιξε, πόρτα» πρόσταξε κι εκείνη ανοιγόκλεισε τα βαριά σκαλιστά μάτια της πρόθυμη να τις υποδεχτεί. Ένα φως, ένα αχνό φως, χάιδεψε το πρόσωπο της Μοναξιάς. Ολάκερο το φεγγάρι έλουζε τη μυστήρια αυτή πόλη, βγαλμένη λες απ’ τα πιο σπάνια παραμύθια. Τα σπίτια της ήταν καμωμένα από ρουμπίνια και διαμάντια, πασπαλισμένα με μπόλικη χρυσόσκονη. Τα πάντα είχαν μια λάμψη μαγική. Πεταλούδες με βελούδινα φτερά πετούσαν γύρω από τα χρωματιστά λουλούδια που τα πέταλά τους ήταν φτιαγμένα από κομμάτια του ουράνιου τόξου. Και Ευχούλες πολλές, αμέτρητες, να τρέχουν από εδώ κι από εκεί βιαστικά! «Τι συμβαίνει;», ρώτησε ανήσυχη η Μοναξιά. «Τίποτα, τίποτα…», απάντησε χαμογελώντας η Ευχούλα και σήκωσε το μενεξεδί κρυστάλλινο ραβδί της. «Πηγαίνουν στα παιδιά απόψε. Είναι η νύχτα των ευχών βλέπεις και πρέπει να τις μοιράσουμε σωστά!».
Ξημέρωνε στο γιορτινό χωριό, όλα φάνταζαν μακρινά. «Ξύπνα, ξύπνα Μοναξιά!», φώναξε η μητέρα. Η γαργαλιστική μυρωδιά που ερχόταν απ’ τον φούρνο της κουζίνας έκανε τη Μοναξιά να σηκωθεί από το ζεστό κρεβατάκι της. «Ήταν μόνο ένα όνειρο», είπε, κρίμα, ένα όνειρο μόνο...». Σήκωσε το κεφαλάκι της και κοίταξε έξω από το θολό τζάμι. «Μπα…» είπε, «τίποτα το διαφορετικό ούτε σήμερα…», κι ας ήταν Χριστούγεννα…
 
 Ντύθηκε βαριεστημένα. Κατέβηκε σιγά σιγά τις μαρμαρένιες σκάλες. Το μεγάλο έλατο, τα δώρα, η κούπα με το γάλα, τα μπισκότα, όλα ήταν στη θέση τους. Η διάθεση της Μοναξιάς δεν ήταν για δώρα. Είχε περάσει καιρός που έπαψε να εντυπωσιάζεται από δαύτα. Όλη η οικογένεια ήταν μαζεμένη γύρω από το στρωμένο στρογγυλό τραπέζι. Η γιαγιά έπλεκε στη γνωστή γωνιά της κι η κουνιστή καρέκλα της πήγαινε και ερχόταν. Ο πατέρας διάβαζε με ενδιαφέρον ένα παλιό βιβλίο. Κι η μητέρα έψηνε, καθάριζε και σιγοτραγουδούσε. Δήθεν αδιάφορα ρώτησε την Μοναξιά: «Τα έμαθες;». «Τι;», αποκρίθηκε το κορίτσι.«Θυμάσαι το σπιτάκι του κυρ-Παράξενου;». «Ναι», είπε νυσταγμένα η Μοναξιά. «Ήρθε μια οικογένεια, να, μόλις χθες το απόβραδο έφτασαν, δεν πρόκανα να τους δω…». «Αλήθεια;» «Όπως σε βλέπω και με βλέπεις», είπε η μητέρα, «μάλιστα έμαθα πως έχουν και ένα μικρό κοριτσάκι. Είναι περίπου στην ηλικία σου, Μοναξιά μου, μονακριβή μου!» και έδωσε στο μετωπάκι της κόρης της ένα ολόγλυκο φιλί. Μα δεν ήταν μόνο το φιλί που έκανε την καρδούλα της να χτυπάει σαν σπασμένο ταμπούρλο. Ήταν και η αγωνία της να γνωρίσει επιτέλους κάποιο παιδί της ηλικίας της. Έτρεξε με όση δύναμη άντεχαν τα αδύναμα ποδαράκια της στο διπλανό σπίτι. Από τη βιασύνη της δεν πρόσεξε και σκόνταψε σε μια πετρούλα που προεξείχε στον σιδερένιο φράχτη. Τότε είδε! Ναι, την είδε! Στεκόταν ακριβώς από πάνω της! Είχε πανέμορφα ξανθά μαλλιά, που θύμιζαν τα στάχυα του καλοκαιριού, καταπράσινα μάτια σαν κυπαρίσσι...Η φωνή της απαλή, σαν θρόισμα του ανέμου… «Είσαι καλά;» «Καλά είμαι, ευχαριστώ. Με λένε Μοναξιά!» «Εμένα με λένε Συντροφιά και θα ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο να γίνουμε φίλες, καλές,αχώριστες!».
 
Από εκείνη την ημέρα η Μοναξιά δεν ήταν πια μόνη! Είχε παρέα τη Συντροφιά κι ο χρόνος κυλούσε ανέμελα, ευχάριστα, όλο γέλια και παιχνίδια! «Ξέρω», είπε η Μοναξιά ένα βράδυ καθώς χάζευε τα αστέρια, «ξέρω πως η ευχή μου εκπληρώθηκε! Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο πιο ακριβό, πιο δυσεύρετο από την αληθινή φιλία!» «Τίποτα πιο σημαντικό από το να έχεις μια συντροφιά. Σκληρό πράμα η μοναξιά…», έλεγε η γιαγιά, «δεν τη βαστάει για πολύ η ψυχή του ανθρώπου, παιδί μου.» Η Μοναξιά το γνώριζε από πρώτο χέρι αυτό, μα τώρα ήταν ευτυχισμένη!
 
«Σε ευχαριστώ, Ευχούλα! Μου έστειλες το πιο όμορφο δώρο της ζωής μου! Σε ευχαριστώ, οπού κι αν είσαι!», σιγοψιθύρισε. Και, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, της φάνηκε πως είδε την Ευχούλα να της χαμογελάει από κάπου ψηλά, απ’ τον φεγγίτη του ουρανού..
 
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΙΑΣΤΑΣΗ (ανέκδοτο κείμενο)
 
Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.
 
Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.
 
Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.
 
Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
 
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ζαχαρούλα Μπόνγκαρντ.
Γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε ναυτιλιακά. Παρακολούθησε σεμινάρια αγγλικής λογοτεχνίας. Ο πρώτος της δάσκαλος ήταν ο Δ. Τηνιακός. Αργότερα μαθήτευσε στο κέντρο Γλυφάδας Εικαστικών Τεχνών. Συνέχισε στη σχολή Βακαλό (fine arts), στο τμήμα ζωγραφικής, χαρακτικής, ιστορίας τέχνης και σκηνογραφία-κοστούμια. Το 2001 συνέχισε με σεμινάρια χαρακτικής στο Saint Martins College of Fine Arts and Design του Λονδίνου, ενώ το 2006 παρακολούθησε σεμινάρια τοιχογραφίας στο μουσείο Μπενάκη. Τον Οκτώβριο του 2009 παρακολούθησε σεμινάρια λιθογραφίας και χαρακτικής σε σχολή στη Βενετία (Scuola Internazionale di Grafica Venezia). Έχει ασχοληθεί με τη σκηνογραφία και την εσωτερική διακόσμηση.
 
Έργα της υπάρχουν σε συλλογές ιδιωτών στην Ιταλία. Αγγλία, Ρουμανία, Ιαπωνία και στη ναυτιλιακή λέσχη Πειραιώς.
 
Το κείμενο έγραψε η Δήμητρα Κολιαστάση.
 
Ημερομηνία γέννησης: 28 Μαΐου 1973.
Απόφοιτη Γενικού Λυκείου Μίκης Θεοδωράκης-Ωρωπός Αττικής.
Σπούδασα στο Executive Secretary Γραμματέας (απόφοιτη της σχολής Didacta) και στη σχολή PAN-SIC Stylistas.
Τόπος διαμονής: Oρωπός Αττικής.
Τόπος καταγωγής: Κάλαμος Aττικής.
 
Για το BOOK TOUR, 
με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: