ΣΤΕΛΛΑ ΒΙΟΛΑΝΤΗ-Γρηγόριος Ξενόπουλος

2014-10-01 13:06

Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων

ΣΤΕΛΛΑ ΒΙΟΛΑΝΤΗ-Γρηγόριος Ξενόπουλος

 

 

«Ω Συ! Που χωρίς να το νιώθεις, εγέμισες τη ζωή μου ολάκερη

με το βαθύτερο πόνο, δέξου από τα σπαραγμένα βάθη τα

της καρδιάς μου, πολυαγαπημένη μου, ένα φιλί αληθινό,

ένα φιλί αθάνατο,  από ‘κείνα που μόνο μια πονεμένη αγάπη,

σαν τη δική μου, μπορεί να δώσει»

 

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος υπήρξε ένας από τους πιο πολυγραφότατους Έλληνες συγγραφείς. Οι πρωταγωνιστές των βιβλίων του δημιούργησαν έντονα συναισθήματα. Παγιώθηκαν, έγιναν σύμβολα.

Ένα τέτοιο σύμβολο, της αιώνιας αγάπης, υπήρξε η Στέλλα Βιολάντη. Μια τραγική ηρωίδα, που «επροτίμησε ν΄ αρνηθεί τη ζωή της παρά της Αγάπης της».

Μία κοπέλα, μετά τα είκοσι, πανέμορφη, «άνθος μέσα στο άνθος των λαμπρών ζακυνθίων παρθένων» που «είχε την κάτασπρη, τη γαλατένια σάρκα του κρίνου’ κι αλήθεια, ήταν περισσότερο λουλούδι, παρά άνθρωπος το δροσερό και λευκό αυτό πλάσμα, με τα μαύρα μάτια τα χαριτοβλέφαρα».

Η Στέλλα Βιολάντη είναι μία περιζήτητη νέα, όμορφη, φρόνιμη, πλούσια, από «καλή» οικογένεια, που έκανε το λάθος, όχι να ερωτευτεί, αλλά να εμπιστευτεί έναν ακατάλληλο άνθρωπο, τον Χρηστάκη Ζαμάνο, που «δεν ήταν ο πιο όμορφος, ούτε ο πιο πλούσιος. Σου είχε όμως μια γλύκα ο μασκαράς! Το γέλιο του μάλιστα –ένα χαμόγελο παιδικό, γεμάτο καλοσύνη κι αθωότητα- έσταζε μέλι και κατακτούσε τον κόσμο. Τον αγαπούσαν όλοι, χωρίς να ρωτά κανείς τι ήταν από μέσα. Οι τσέπες του χαϊδεμένου ήσαν πάντα γεμάτες ραβασάκια».

Μόνο  η Στέλλα τον κοιτάζει αρχικά αδιάφορα. Σοβαρή και αξιοπρεπής ξαφνιάζει τον νεαρό καρδιοκατακτητή, που, επηρεασμένος από την περιφρόνησή της, χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να την προσελκύσει. Μετά από καιρό, της στέλνει ένα γράμμα. Κι αυτό είναι η αρχή του τέλους της…

«Όλη εκείνη η αδιαφορία, που αισθάνετο από υπερηφάνεια, όταν άκουγε τα ερωτικά του άθλα, όταν έβλεπε ότι τον ήθελαν όλες, εχάθη, μόλις ενόησε κι επίστεψε αργά ότι ο Χρηστάκης αυτή επροτιμούσε. Κι αυτή η ίδια η υπερηφάνεια την έκανε τώρα ν’ ανταποκριθεί με προθυμία, να τον αφήσει να ενσαρκώσει τους πόθους της –να τον αγαπήσει».

Ούτε που φανταζόταν αυτά που την περίμεναν όταν του έγραψε το πρώτο και το τελευταίο λιγόλογο ερωτικό γράμμα της:

«Ναι, Χρηστάκη μου, σ’ αγαπώ κι εγώ, σ’ αγαπώ όσο δεν φαντάζεσαι, όσο δεν μπορείς να φαντασθείς, Είμαι δική σου. Αγάπα με. Η Στέλλα σου».

Ο επίδοξος γαμπρός, κολακευμένος -εκτός από την ομορφιά και την χάρη υπάρχει και μία διόλου αδιάφορη προίκα «εκατό χιλιάδες το λιγότερο», όπως τον πληροφορεί ο Άγγλος συνάδελφός του- δεν χάνει ευκαιρία. Γράφει αμέσως  στον πατέρα της και ζητά το χέρι της.

Μία κίνηση επιπόλαιη, που θα προκαλέσει την οργή του σκληρόκαρδου κι εγωιστή Παναγή Βιολάντη, που «ήξερε να φορεί την προσωπίδα του καλού, και για τέτοιον τον είχε ο κόσμος’ κατά βάθος όμως δεν υπήρχε στη χώρα πιο απότομος άνθρωπος. Σίδερο τυλιγμένο με μπαμπάκι ο χαρακτήρας του’ κι έφτανε να έλθεις σε κάπως πιο στενότερη συνάφεια μαζί του για να αισθανθείς όλη του την τραχύτητα».

Από τη στιγμή αυτή ξεκινούν τα μαρτύρια της Στέλλας, παρόλο που ο Χρηστάκης, με τον πρώτο εκφοβισμό του Βιολάντη, παραδίνει αμέσως το γράμμα της κοπέλας την ξεχνάει και την αντικαθιστά χωρίς καμία δυσκολία…Στην αρχή νιώθει λίγο φόβο, όμως μόνο για τον εαυτό του. «Δεν ήξερε ότι άλλος δεν είχε να υποφέρει από αυτή την ιστορία, παρά η Στέλλα, αχ, η δυστυχισμένη η Στέλλα!...».

Εκφοβισμός, απομόνωση, ψυχική και σωματική κακοποίηση από πατέρα και αδερφό. Ψέματα για δήθεν ασθένεια στις μικρότερες κόρες και στον κόσμο. Πλήρης υποταγή της άβουλης και αδιάφορης μητέρας στη θέληση του άντρα της. Μόνο η θεία Νιόνια τολμά να δείξει συμπόνια, συμπάθεια στο τραγικό πλάσμα, όμως μόνο για λίγο, καθώς απειλείται κι αυτή από τον άκαρδο Παναγή.

Κι όμως, η κοπέλα, όσο κι αν βασανίζεται, παραμένει περήφανη, αλύγιστη, σταθερή στον έρωτα που υποσχέθηκε.

«…τον εαυτό μου τον κάνω ό, τι θέλω…. Μπορώ να κόψω τώρα το χέρι μου και να το πετάξω από το παράθυρο; Ε, ορίζω τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου τίποτα δεν μπορεί να με κάμει. Πως θα με δείρει; Πως θα με κλείσει; Πως θα με σκοτώσει; Τι με τούτο; Πάλι εγώ κάνω ό, τι θέλω -τον εαυτό μου- και σα δε θέλω εγώ, άλλον άνθρωπο δεν παίρνω. Όχι’ ποτέ δε θα με δώσει όποιον θέλει εκείνος. Σας το λέω για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα τον ξαναπώ: Ή το Χρηστάκη ή κανένα…»

Τη κρίμα που ο Χρηστάκης είναι ανάξιος για να δεχτεί αυτή την αληθινή, χειμαρρώδη αγάπη…

Εκείνη φυλακισμένη στη σοφίτα της διαβάζει και ξαναδιαβάζει το γράμμα του –η μόνη της παρηγοριά… «το έσφιγγε σα θησαυρό, και το έβγαζε για να το φιλήσει χίλιες φορές την ημέρα…»

Ώσπου στα αυτιά του Παναγή Βιολάντη φτάνει η είδηση: «Ο Χρηστάκης ο Ζαμάνος τα έφτιασε, λέει, με τη θυγατέρα του κόντε-Μαρκότση, την έκλεψε, μάτια μου, εψές το βράδυ, και από δω παν κι οι άλλοι!...».

Ενθουσιασμένος, τρέχει ανυπόμονος στη Στέλλα, να της μεταφέρει τα μαντάτα. Δυο δυο ανεβαίνει τα σκαλιά της σοφίτας-φυλακής. «Η χαρά του ήταν άγρια, εκδικητική χαρά κι εφαντάζετο με απερίγραπτη ευφροσύνη ικανοποιήσεως όλον τον σπαραγμό, όλην την ταπείνωση, όλον τον εξευτελισμό που θα εδοκίμαζε η ερωτευμένη και υπερήφανη Στέλλα».

Ευτυχώς η κοπέλα σβήνει πριν μάθει την αλήθεια… «Ναι’ ο Θεός ελυπήθη τη Στέλλα, και την ελύτρωσε από την είδηση που της έφερε σήμερα ο πατέρας της». Ούτε η αδιαφορία και η προδοσία του «αγαπημένου» της, ούτε η σκληρότητα και η υποκρισία της οικογένειάς της είναι σε θέση πια να την αγγίξουν…

Για το Book Tour, Γιώτα Κοτσαύτη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

 

«Μια καλοκαιρινή βαρκάδα και μια ερωτική επιστολή ήταν αρκετά για να αποκαλυφτούν τα καλά κρυμμένα από καιρό συναισθήματα που έτρεφαν μεταξύ τους η Στέλλα Βιολάντη και ο Χρηστάκης Ζαμάνος. Εκείνη όμορφη, περήφανη, ξεχωριστή προσωπικότητα από πλούσια οικογένεια. Εκείνος, γοητευτικός και περιζήτητος, εργαζόταν στο Αγγλικό Τυπογραφείο της περιοχής. Κανείς τους δε σκέφτηκε ότι η αγάπη τους έπρεπε να δοκιμαστεί. Έτσι όταν η Στέλλα Βιολάντη έγραφε τη φράση «Σ’ αγαπώ» πάνω σε μια κόλλα χαρτιού, με μια μαργαρίτα στην κόχη δεν μπορούσε να φανταστεί ότι χάραζε την αιώνια καταδίκη της. Μια καταδίκη που την όρισε ο ίδιος ο πατέρας της, ο Παναγής Βιολάντης.

Ένα κοινωνικό κατεστημένο των αρχών του 20ού αιώνα έδωσε στον Ξενόπουλο την αφορμή να πλάσει μια ξεχωριστή ηρωίδα που εξυψώνεται στα όρια του ιδανικού, αποτελώντας πρότυπο μιας άλλης καλύτερης ζωής, διαφορετικής απ’ αυτή που ζούνε, την άπνοη και τετριμμένη, όλοι οι γύρω.»

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Στέλλα Βιολάντη, Εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση 

 

Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

yotakotsafti1@yahoo.gr

athina_pk@hotmail.com