ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-Γιώτα Κοτσαύτη

2015-01-30 08:20

 

«Η ζωή είναι μια πορεία προς τη φυλακή.

Η αληθινή λογοτεχνία οφείλει

 να διδάσκει πώς να διαφεύγεις

ή να υπόσχεται την ελευθερία»

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ

 

1.

Ήταν η τρίτη συνεχόμενη βραδιά στο νέο μου σπίτι. Στριφογύριζα στο κρεβάτι μου ανήσυχος, αποζητώντας αγχωτικά -σχεδόν ικετεύοντας- λίγα λεπτά γαλήνης. Η ώρα είχε πάει δύο. Εφιάλτες συνέχιζαν να με καταδιώκουν ακόμα και ‘δω, στην άλλη άκρη της χώρας. Πουθενά, πουθενά δεν μπορούσα πια να κρυφτώ. Σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου κίνηση, σε κάθε μου προσπάθεια να αποφύγω το παρελθόν, να κάνω επιτέλους μια νέα αρχή, παραφύλαγαν καρτερικά, μα αδυσώπητα, όχι η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη, αλλά κάτι απείρως χειρότερο: οι Τύψεις.

Το ρολόι έδειχνε τρεις παρά τέταρτο όταν μια ασυνήθιστη για την περιοχή και την ώρα φασαρία τάραξε κι άλλο την ήδη αναστατωμένη μου ύπαρξη. Δύο πυροβολισμοί διαπέρασαν την ήσυχη νύχτα. Ένα αυτοκίνητο απομακρύνθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τα αδέσποτα σκυλιά της γειτονιάς ούρλιαζαν μανιασμένα. Στο πάνω διαμέρισμα ακούστηκαν βήματα βιαστικά,  αγχωμένα.

Σηκώθηκα έντρομος. Ιδρώτας έτρεχε από το πρόσωπό μου. Ένας κόμπος στο στομάχι μου μου προκαλούσε εμετό. Ευτυχώς είχα προνοήσει και ξάπλωσα με τα ρούχα. Φόρεσα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα τα παπούτσια και το μπουφάν μου: στην εσωτερική τσέπη έκρυψα το 45άρι μου.

Χωρίς ν’ανάψω το φως, ερεύνησα προσεχτικά τα δύο μικρά μου δωμάτια και το μπάνιο. Απέφυγα να βγω στο μπαλκόνι, στάθηκα όμως πίσω από τα κλειστά ρολά και αφουγκράστηκα. Βρισκόμουν στον τρίτο όροφο, ήταν σχεδόν ακατόρθωτο κάποιος να έχει σκαρφαλώσει ως εδώ, ούτε και υπήρχε λόγος, όμως το σύνδρομο καταδίωξης με οδηγούσε σε σκέψεις και πράξεις παράλογες κι ακατανόητες. Περίμενα για λίγα λεπτά ακίνητος μέσα στο σκοτάδι. Τίποτα δεν ακουγόταν πια. Ούτε καν τα σκυλιά.

Κόντευε να ξημερώσει, ωστόσο όλες μου οι αισθήσεις ήταν ακόμα σε εγρήγορση. Τα νεύρα μου τεντωμένα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Κάθισα. Το πρώτο φως της καινούριας μέρας θα έμπαινε σε λίγο από τις γρίλιες.

Ούτε που κατάλαβα πότε και πως με πήρε ο ύπνος. Τα θολά και μπερδεμένα όνειρα που με βασάνιζαν, διακόπηκαν απότομα απόμερικά μικρά, σταθερά χτυπήματα στην πόρτα. Τινάχτηκα νευρικά από τον καναπέ και περίμενα. Τα χτυπήματα εξακολούθησαν να επιμένουν. Πλησίασα και κοίταξα από το ματάκι. Ο απρόσκλητος επισκέπτης μου ήταν μια νεαρή κοπέλα. Δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε ν’  ανοίξω, μια δύναμη όμως, ανώτερη από τη λογική μου -ίσως η ανάγκη μου να μιλήσω μ’ έναν άνθρωπο, να διώξω για λίγο από το μυαλό μου τις ίδιες και τις ίδιες σκέψεις- οδήγησαν το χέρι μου στο πόμολο της πόρτας.

-Καλημέρα σας. Καλώς ήρθατε στην πολυκατοικία μας. Είμαι η Χρύσα, η γειτόνισσα από τον τέταρτο, είπε χαμογελαστά το κορίτσι προσπαθώντας να κρύψει καλά τις σκέψεις που (προφανώς)έκανε βλέποντάς με σ’ αυτό το χάλι.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι είχα να ξυριστώ βδομάδες. Φορούσα για μέρες τα ίδια τσαλακωμένα χειμωνιάτικα ρούχα, ενώ ήταν ήδη προχωρημένη άνοιξη. Αν εξαιρέσει κανείς τα μπισκότα και τα κρουασάν, είχα να φάω κανονικό φαγητό ούτε καν θυμάμαι από πότε. Είχα αδυνατίσει υπερβολικά. Τα μαλλιά μου ήταν μακριά και βρώμικα. Σίγουρα τα μάτια μου θα ήταν άγρια και κατακόκκινα. Σε γενικές γραμμές δεν ήμουν και το πιο «υγιές» θέαμα όχι μόνο για μία νεαρή κυρία, αλλά και για κάθε ανθρώπινο πλάσμα.

Μεσολάβησαν μερικά δευτερόλεπτα αμηχανίας. Το χέρι της, που παρέμενε απλωμένο, με έκανε να αναθαρρήσω.

-Ανδρέας, ψέλλισα και απόρησα με τον εαυτό μου που συστήθηκα με αυτό το όνομα. Χάρηκα.

Η χειραψία της, ζεστή, φιλική, μου έδωσε κι άλλο κουράγιο. Αντιλαμβανόμουν πως ήταν παρακινδυνευμένο να την αφήσω να μπει μέσα, παρόλ’  αυτά την προσκάλεσα.

Περιεργάστηκε πολύ διακριτικά τον χώρο με μια γρήγορη ματιά, χωρίς να δυσανασχετεί με την ακαταστασία. Κάθισε στον καναπέ και γω στην πολυθρόνα απέναντί της. Πιάσαμε την κουβέντα. Σπούδαζε στη Σχολή Καλών Τεχνών και, ταυτόχρονα, δούλευε σε μια καφετέρια. Από τα πρώτα της λόγια συνειδητοποιούσε κανείς ότι πρόκειται για ένα έξυπνο, καλλιεργημένο, απολύτως συγκροτημένο και ήρεμο πλάσμα. Κι όμως τα μάτια της… Τι μάτια ήταν αυτά…Όλο φλόγα και φως… Μια μικρή επανάσταση!

-Ανδρέα, χάρηκα πολύ, άκουσα την φωνή της να με χαιρετάει. Ελπίζω να τα ξαναπούμε.

Η πόρτα έκλεισε. Έμεινα να ασφυκτιώ στο στενάχωρο διαμέρισμα. Τα επίμονα «γιατί» ζητούσαν άλλη μια φορά απαντήσεις. «Όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος», λένε.  Όλα έγιναν γρήγορα, σε κλάσματα δευτερολέπτου. Σ’ εκείνη τη μία στιγμή που το μυαλό μου θόλωσε,η Λογική έπαψε να υφίσταται. Σαν να βγήκα από το σώμα μου.  Το μυαλό μου ακολουθούσε εντολές κάποιου άγνωστου εισβολέα•αδιαμφισβήτητα δεν ήμουν εγώ: ο ευαίσθητος, ο καλλιτέχνης που ανέβαινε τα σκαλιά της Δημιουργίας και της Δόξας δυο-δυο… Δεν ανέβαινα πια. Τώρα κατρακυλούσα… Είχα ήδη φτάσει στον πάτο…

Στράφηκα στην τηλεόραση. Ανέκαθεν την αποστρεφόμουν, έπρεπε όμως από κάπου να πιαστώ, να πιαστώ για να μην καταρρεύσω. Δεν υπήρχε βέβαια κανένας λόγος να ζω, κι όμως ήταν ανάγκη να ζήσω. Όχι γιατί αγαπούσα τη ζωή. Έπρεπε απλά να τιμωρηθώ. Ήξερα ότι στη φυλακή δεν θα άντεχα, θα αυτοκτονούσα: αυτή και μόνο ήταν η αιτία που δεν παραδόθηκα από την αρχή, αλλά κρυβόμουν σαν αγρίμι έναν ολόκληρο χρόνο τώρα. Είχα καταφέρει να εξαφανίσω κάθε ίχνος, όσο περνούσε ο καιρός μειωνόταν οι πιθανότητες να με ανακαλύψουν. Έτσι,δημιούργησα μόνος μου τη φυλακή μου: γεμάτη από ξάγρυπνα βράδια, σκοτάδι και Ερινύες, πολύ πιο τρομακτικές από εκείνες του σχολείου.

Πάτησα το τηλεχειριστήριο. Η ίδια είδηση έπαιζε παντού. Μια ομάδα νεαρών που προσπαθούσαν να επαναστατήσουν στο άδικο. Πίστευαν άραγε πως θα κατάφερναν να αλλάξουν τον κόσμο; Ετοιμάστηκα να κλείσω το «χαζοκούτι», όταν έκπληκτος άκουσα το όνομα της πόλης στην οποία πρόσφατα μετακόμισα.Μια συμπλοκή κάτω από το ίδιο μου το σπίτι… Κάποιος είχε τραυματιστεί, κάπου στη γειτονιά πίστευε η Αστυνομία ότι κατέφυγε, αλλά δεν είχαν καταφέρει ακόμα να τον βρουν…

Ξάπλωσα προσπαθώντας να μην σκέφτομαι τίποτα. Έμεινα εκεί, ακίνητος, με τα μάτια κλειστά, για ώρες…

 

2.

Δεν κατάφερα να κοιμηθώ πολύ. Το στομάχι μου ήταν άδειο, το στόμα μου ξερό. Δεν υπήρχε περιθώριο να αποφύγω και σήμερα την έξοδό μου από το σπίτι. Ντύθηκα βιαστικά με ό, τι βρήκα μπροστά μου. Όλα μου τα ρούχα  ήταν τσαλακωμένα. Πάλι καλά που μέσα στη φούρια μου δεν πήρα μαζί μου άλλα χειμωνιάτικα. Τουλάχιστον δεν θα ήμουν εκτός εποχής. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου, χτενίστηκα, βούρτσισα τα δόντια μου βιαστικά. Αφού πήρα μια δεσμίδα χαρτονομίσματα που έκρυβα στην παλιά δερμάτινη τσάντα, ετοιμάστηκα να βγω. Ήμουν αποφασισμένος να προμηθευτώ τα απαραίτητα για τουλάχιστον ένα μήνα. Είχα κανονίσει στο μυαλό μου τα πάντα. Το μόνο που παρέλειψα να κάνω ήταν να δω το ρολόι μου. Συνηθισμένος να κινούμαι όσο πιο αθόρυβα τον τελευταίο χρόνο, βγήκα έξω χωρίς να ακουστεί το παραμικρό. Τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είχε ακόμα ξημερώσει. Το φως της νύχτας έμπαινε αχνό από το παράθυρο. Έκανα να ξαναμπώ μέσα στο διαμέρισμα. Πριν προλάβω να ανοίξω ψιθυριστές φωνές ακούστηκαν από τον πάνω όροφο. Τράβηξα σταθερά το κλειδί, κρύφτηκα πίσω από τη σκάλα και περίμενα. Το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν δύο σκιές να κατεβαίνουν προσεκτικά, κοιτάζοντας δεξιά-αριστερά. Η πιο έντονη από τις δύο δυσκολευόταν στο περπάτημα, σαν να κούτσαινε. Κατέβηκαν.Θα πέρασαν 2-3 λεπτά όταν η πιο μικρόσωμη σκιά, μόνη της, φάνηκε και πάλι. Ανέβαινε με μικρά, μελετημένα βήματα.

«Ή τώρα ή ποτέ», σκέφτηκα και έβγαλα το κρυμμένο μου 45άρι. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Ούτε και φώναξε όμως. Την ακινητοποίησα τυλίγοντας το ένα μου χέρι γύρω από το λαιμό της και με το πιστόλι στον κρόταφο την οδήγησα μέσα στο σπίτι μου.Εύκολα καταλάβαινε κανείς ότι ήταν γυναίκα. Φορούσε μαύρο πανωφόρι και κουκούλα. Το μόνο ακάλυπτο σημείο ήταν τα μάτια της. Με κοίταξαν με παράπονο, αλλά χωρίς φόβο. Τι μάτια ήταν αυτά… Όλο φλόγα και φως… Μια μικρή επανάσταση! Κάπου είχα ξανασυναντήσει αυτό το βλέμμα… Τράβηξα την κουκούλα με χέρια που έτρεμαν.

Ο «κρατούμενός» μου ήταν η Χρύσα… Την οδήγησα στις σκάλες, δίχως να ανταλλάξουμε ούτε μία λέξη…

 

3.

Μόλις ξημέρωσε για τα καλά κατέβηκα στην πόλη, προσπαθώντας να αγνοήσω τα ερωτηματικά που κόντευαν να πνίξουν το ταραγμένο μου μυαλό. Προσπέρασα το φούρνο, το κρεοπωλείο, το μανάβικο. Καλύτερα να έκανα όλα μου τα ψώνια από το μεγάλο σούπερ μάρκετ στην είσοδο της πόλης. Με μεθοδικές και γρήγορες κινήσεις γέμιζα το καρότσι μου με τα απαραίτητα. Ευτυχώς η πελατεία ήταν περιορισμένη. Τρεις-τέσσερις αλαφιασμένες νοικοκυρές, που σίγουρα θα βιάζονταν να επιστρέψουν σπίτι για να μαγειρέψουν. Κανά δύο παππούδες με τα εγγόνια τους να τους τραβολογάνε μια από δω και μια από κει. Μερικοί αδιάφοροι εργένηδες που ψώνιζαν σαν από αγγαρεία.  Μου πήρε τουλάχιστον μία ώρα να εφοδιαστώ με όσα θα μου ήταν απαραίτητα τουλάχιστον για έναν ολόκληρο μήνα.

Τα ψώνια μου ήταν αρκετά-αδύνατον να τα κουβαλήσω με τα χέρια χωρίς να γίνω στόχος.  Κάλεσα ταξί. Ο οδηγός, ένας ξανθός άντρας γύρω στα σαράντα, με κοίταξε ερευνητικά, καχύποπτα, το βλέμμα του ήταν κουρασμένο. Δύο χαρούμενα παιδάκια με κοίταζαν από μία φωτογραφία που είχε στερεωμένη δίπλα από το τιμόνι.

Μπορεί να απείχα από τον κόσμο και την πραγματική ζωή εδώ και καιρό, αφουγκραζόμουν όμως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά τελευταία.  Το διάβαζα  στα συννεφιασμένα πρόσωπα που συναντούσα τις ελάχιστες φορές που έβγαινα έξω. Μου το επιβεβαίωναν κάθε βράδυ οι δημοσιογράφοι.

Σε λιγότερο από  5 λεπτά έφτασα σπίτι. Άνοιξα το πορτοφόλι μου. Μέσα είχα αρκετά χαρτονομίσματα και λίγα κέρματα. 4 ευρώ κόστιζε η διαδρομή. Πλήρωσα καταπολεμώντας την παρόρμησή μου να δώσω ένα υπέρογκο πουρμπουάρ. Τελευταία στιγμή πρόλαβα απλά να κρύψω στο καλαθάκι με τα σκυλάκια ένα χαρτονόμισμα των 100 ευρώ. Σίγουρα θα το έβρισκαν κάποια στιγμή τα μικρά.

Κόντευα να γεμίσω με τις σακούλες μου ολόκληρο το διάδρομο. Έψαξα τα κλειδιά μου. Μόνο τότε πρόσεξα ότι στην είσοδο με περίμενε η Χρύσα.

Με κοίταξε με τα μεγάλα της μάτια παρακλητικά. Άνοιξα. Με βοήθησε να βάλω μέσα τα ψώνια. Κάθισε στον καναπέ. Εγώ δίπλα της, αμήχανα, αγχωμένος. Άρχισε να μιλάει με σιγανή φωνή, αφού πρώτα βεβαιώθηκε πως τα παράθυρα ήταν κλειστά. Δεν χρειάστηκε να μου πει πολλά. Είχα καταλάβει, δεν ήταν απαραίτητες οι περιττές κουβέντες.

 Όταν τελείωσε ήταν η σειρά μου. Η ματιά της συνάντησε τη δική μου, αληθινή, ανθρώπινη, ενθαρρυντική. Κατέβασα τα μάτια μου. Ήμουν όλος μια συντριβή. Μου άγγιξε απαλά τον ώμο. Καθίσαμε στον καναπέ δίχως να μιλάμε. «Ανδρέα, δεν είναι απαραίτητο να απολογηθείς για κάτι σε μένα. Να θυμάσαι όμως ότι αν χρειαστείς να ανοίξεις την καρδιά σου σε κάποιον…». Της έκλεισα το στόμα απαγορεύοντάς της να ολοκληρώσει. Έτρεμα, τα δόντια μου χτυπούσαν σαν να είχε -20 βαθμούς Κελσίου, για άλλη μία φορά την οδήγησα στην πόρτα και ήξερα ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά. Όταν το σώμα μου ηρεμούσε, γιατί για την ψυχή μου ήταν αδύνατη η ηρεμία, θα άλλαζα σπίτι, πόλη, μπορεί και χώρα...

 

4.

Βασανίστηκα πολύ να κατασταλάξω. Εν τέλει αποφάσισα να μαζέψω τα πράγματά μου. Μου πήρε μερικές ώρες να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου, περισσότερες να συγκροτηθώ και να πακετάρω τα λιγοστά υπάρχοντά μου. Άλλωστε τα πιο πολλά δεν τα είχα αδειάσει ακόμα. Αυτή τη φορά θα δρούσα πολύ διαφορετικά. Όχι σε μικρή πόλη. Όχι σε ήσυχη γειτονιά. Σε μεγαλούπολη. Σε μια τεράστια πολυκατοικία. Με πολλά διαμερίσματα. Θα έπιανα ένα τριάρι ή και μεγαλύτερο διαμέρισμα, κατά προτίμηση ρετιρέ. Θα συστηνόμουν ως συγγραφέας, που χρειαζόταν ησυχία για να γράψει και όταν τελείωνα το βιβλίο μουθα ερχόταν να με βρει η οικογένειά μου: η γυναίκα μου και τα δυο μου παιδιά. Μπορεί να διαμόρφωνα και δύο δωμάτια ως «παιδικά», ώστε να είμαι ακόμα πιο πειστικός. Απ’ το να φαινόμουν πάλι απόμακρος και αινιγματικός, χαρακτηριστικά που εξάπτουν την περιέργεια των ανθρώπων, καλύτερα να έλεγα ψέματα και να προφασιζόμουν ότι η εκκεντρικότητά και η ηρεμία είναι απαραίτητα για τη δουλειά μου.

Άλλα η ζωή είχε και πάλι άλλα σχέδια για μένα. Φωνές, κλάματα, πυροβολισμοί, βρισιές, τρεχαλητά ακούστηκαν έξω και μέσα στην οικοδομή. Καμία πόρτα δεν άνοιξε. Ούτε ένας γείτονας ρίσκαρε να βγει νυχτιάτικα και να δει τι γίνεται. Ο φόβος καμιά φορά, όταν είναι μεγάλος, νικάει την περιέργεια.

«Τρέξτε, μας ξέφυγαν πάλι», ακούστηκε μία δυνατή αντρική φωνή, συνοδευόμενη από μια αισχρή βλαστήμια..

Τώρα πια ήξερα. Δεν έψαχναν εμένα. Όχι, το δικό μου «έγκλημα» ήταν αδύνατον να ανακαλυφθεί ποτέ. Ο φάκελος είχε κλείσει. Τώρα κάποιον άλλον αναζητούσαν. Δυστυχώς γνώριζα ποιόν και γιατί. «Αχ βρε Χρύσα…», είπα από μέσα μου. Ήταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή που ένα απαλό, αμυδρό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα μου. Από ένστικτο έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο. Ναι, ήταν εκείνη.  Με ένα κοντομάνικο μαύρο μπουζάκι, μαύρη φόρμα και κουκούλα. Έτρεμε. Την αγκάλιασα. Ο κίνδυνος. Ο φόβος. Αχ, ο φόβος… Τα μάτια, εκείνα τα όμορφα μάτια, ήταν αδάκρυτα, μα κατακκόκινα… Άγρια, πονεμένα…«Τον σκότωσαν…»,  ψέλλισε μόνο…

 

5.

Παρόλο που ήταν σχεδόν ξημερώματα, η φασαρία συνεχιζόταν. Στη μικρή γκαρσονιέρα της Χρύσας κατέφτασαν θεοί και δαίμονες. Έγιναν έρευνες σε όλα τα διαμερίσματα. Πού να φανταστούν ότι ακριβώς αυτή που έψαχναν ήταν κρυμμένη μέσα στην τεράστια βαλίτσα μου, που έσερνα από δω κι από κει χωρίς να βρίσκω πουθενά γαλήνη. Δεν υποψιάστηκαν τίποτα. Ο διαχειριστής (και σπιτονοικοκύρης μου) τους διαβεβαίωνε ότι μόλις είχα μετακομίσει.

Όταν τα πράγματα καταλάγιασαν κάπως και στις ειδήσεις έπαιξαν τα πρώτα έκτακτα δελτία: «Γιάφκα τρομοκρατών σε μικρή πόλη της επαρχίας», «Αναζητούνται συνεργάτες», «Νεκρός νεαρός αγνώστων στοιχείων», «Απόπειρα δολοφονίας Υπουργού, που βρισκόταν στη μικρή  πόλη για προσωπικούς λόγους», προσπαθούσα με νοήματα, ψιθυριστά, να πείσω την αμίλητη Χρύσα να φάει, να πιει κάτι. Ευτυχώς είχα κάνει τόσες προμήθειες και δεν θα χρειαζόταν να βγω για μέρες.

Εκείνη κοίταζε στο κενό. Συντετριμμένη. Βουβή. Τα μάτια της μια φωτιά.

Πήγα κοντά της.

Της χάιδεψα εκείνο το μικρό όμορφο κεφαλάκι.

Την αγκάλιασα.

Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της ασταμάτητα.

Μόλις ηρεμούσε λίγο, και ξέρω ότι αυτό θα έπαιρνε μερικές μέρες, θα ξεπακετάριζα τα πράγματά μου. Θα τα ταχτοποιούσα. Θα καθάριζα ως και το σπίτι. Μου χαρίστηκε μία ευκαιρία να γίνω άνθρωπος και είχα αποφασίσει, αυτή τη φορά, να μην την αφήσω να χαθεί…

Οι σημειώσεις αυτές, άτακτα γραμμένες, βρέθηκαν εντελώς τυχαία στο διαμέρισμα της οδού Τ., μετά από πολλά χρόνια, επιμελώς σφηνωμένες σε μία αυτοσχέδια κρύπτη.Ήταν άραγε οι σελίδες από ένα πραγματικό ημερολόγιο; Ή οι σημειώσεις κάποιου συγγραφέα;

Η 40χρονη γυναίκα που τα βρήκε -και βίωνε τον δικό της Γολγοθά-δεν θέλησε να ασχοληθεί παραπάνω. Αφού τα έσκισε πρώτα σε μικρά κομματάκια, τα πέταξε στον πλησιέστερο κάδο.

Αν ήξερε ποιοι ήταν στην πραγματικότητα ο «Ανδρέας» και η «Χρύσα», πόση αξία είχαν αποκτήσει τα συγκεκριμένα χειρόγραφα, σίγουρα θα ξανασκεφτόταν την πράξη της…

ΤΕΛΟΣ

Γιώτα Κοτσαύτη (Ανέκδοτο κείμενο) 

 

Πηγή εικόνας: http://www.babylonberlin.de/pdfs/Programm%2011.-17.9.14.pdf

 

Για το BOOK TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.