Η ΜΑΥΡΗ ΤΣΑΝΤΑ-Γιώτα Κοτσαύτη, εκδόσεις Πολύτροπον

2014-12-28 11:59

 

«…Η ευτυχία είναι το μόνο πράγμα που

μπορείς να δώσεις χωρίς να το έχεις…»

 

1.

Καιρό τώρα την έβλεπε να περνάει από τον δρόμο κάθε πρωί, την ίδια ακριβώς ώρα. Τα βήματά της αργά, μακρόσυρτα. Το σουλούπι της οικείο. Της θύμιζε τη δική της γιαγιά. Μικροκαμωμένη, γκρίζα μαλλιά κομμένα αγορέ, ντύσιμο σκουρόχρωμο –φιγούρα μιας περασμένης εποχής. Κρατούσε πάντα σφιχτά μια μεγάλη τσάντα, που έμοιαζε ολοκαίνουρια: πλήρης αντίθεση με την υπόλοιπη εικόνα της. Η Τ. φανταζόταν πως, όταν επέστρεφε σπίτι, θα έσπευδε να τη φυλάξει ευλαβικά στη θέση της, μην τύχει και πάθει καμία ζημιά…

2.

Την Κυριακή  έκλεινε τρεις μήνες στην επαρχιακή πόλη. Ούτε που το είχε συνειδητοποιήσει ακόμα πώς πήρε την απόφαση, πώς μετακόμισε μέσα σε λίγες ώρες στον άγνωστο αυτό τόπο. Το διαμέρισμά της ήταν μικρό. Μια παλιά γκαρσονιέρα –λύση ανάγκης. Ένας θεός ξέρει πως τα κατάφερε και βρήκε κάτι ξενοίκιαστο, προχωρημένο Σεπτέμβριο, σε φοιτητούπολη. Στην αρχή πίστεψε πως θα τρελαινόταν. Μετά ανασκουμπώθηκε. Άρχισε να συγυρίζει. Έβαψε μόνη της τους τοίχους: απαλό ροζ το υπνοδωμάτιο, κίτρινο το καθιστικό, γαλαζοπράσινο το μπάνιο. Ένα μικρό κρεβάτι και ένα γραφείο, αυτά ήταν τα μόνα έπιπλα που αγόρασε. Ο καναπές υπήρχε ήδη. Το ίδιο και το τραπέζι, τέσσερις καρέκλες, οι βασικές ηλεκτρικές συσκευές, έστω και παμπάλαιες. Με αργούς ρυθμούς συμπλήρωνε ό, τι της έλειπε. Χρήματα είχε, τουλάχιστον για την ώρα. Η διάθεση ήταν αυτό που της έλειπε…

3.

19 Δεκεμβρίου. Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Όλα τα μαγαζιά είχαν ήδη στολιστεί. Δύσκολοι καιροί. Οικονομικά προβλήματα, ανεργία, ο φόβος του αύριο έκανε τους περισσότερους ανθρώπους να προσπερνούν τις βιτρίνες βιαστικά, με σκυφτό κεφάλι, σαν ντροπιασμένοι. Μόνο οι παρέες των εφήβων τα αψηφούσαν –ευτυχώς –όλα, ακόμα και το τσουχτερό κρύο και πρόσθεταν  μια χαρούμενη νότα στην παγωμένη ατμόσφαιρα, που πάσχιζε να γίνει γιορτινή.

4.

Κάποτε τα Χριστούγεννα ήταν η αγαπημένη της γιορτή. Τα περίμενε πώς και πώς. Αρχές Νοέμβρη ξεκινούσε τις προετοιμασίες. Δεν άφηνε αστόλιστη γωνιά στο σπιτικό τους, με τον πατέρα να την ενθαρρύνει χαμογελώντας καλόκαρδα και τη μάνα να μουρμουρίζει και να κουνά το κεφάλι, δήθεν δυσαρεστημένη, από τις υπερβολές της. Κι ύστερα ήρθε εκείνος… Το Απόλυτο. Η Καταστροφή. Το Τέλος.

 5.

Δεν θέλει να τα σκέφτεται. Όχι πια. Ανάβει νευρικά τσιγάρο. Πηγαίνει στο παράθυρο. Ο ουρανός είναι θυμωμένος. Μια μαμά σπρώχνει βιαστικά ένα μπλε καροτσάκι. Το κουκουλωμένο μικρό γκρινιάζει. Τα μαγουλάκια του είναι κατακόκκινα από το κρύο. Παραπέρα κάποιος κύριος κουβαλάει άγαρμπα ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ο τεράστιος γιορτινός χιονάνθρωπος έξω από το γυμναστήριο παρατηρεί τα πάντα, σαν αληθινός. Στην Αγροτική Τράπεζα οι άνθρωποι σχηματίζουν ουρά ως τον δρόμο. Παγωμένος αέρας μπαίνει απ’ τα ξεχαρβαλωμένα κουφώματα. Άρχισαν ήδη να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες. 11 ακριβώς. Η ώρα της «αθόρυβης» φίλης της. Και, πράγματι, να, η μαύρη τσάντα -τι πολύτιμο να κρύβει άραγε, εκτός από την αγωνία της φθοράς; -ξεπροβάλλει απ’ το στενάκι στη γωνία. Τα αργά, μακρόσυρτα βήματα κάπου κατευθύνονται, μοιάζουν, όμως, χωρίς προορισμό. Το χιόνι πυκνώνει. Οι νιφάδες πέφτουν τώρα χοντρές σαν πεταλούδες. «Γιαγιά», της έρχεται να φωνάξει…

6.

Ένας εκκωφαντικός θόρυβος την επαναφέρει στο παρόν. Μια μηχανή μεγάλου κυβισμού μειώνει σταδιακά ταχύτητα. Ο νεαρός που κάθεται πίσω, με κρυμμένο το πρόσωπο, αρπάζει το χέρι της. Τραβά τη μαύρη τσάντα με δύναμη. Άνθρωποι αρχίζουν να φωνάζουν από τα καταστήματα. Τελικά η τσάντα ξεμπλέκεται από το γέρικο χέρι. Μια παρέα φοιτητών με χαρούμενα αγιοβασιλιάτικα καπέλα σπεύδουν πρώτοι κοντά της. Βρεγμένη, λασπωμένη, τραυματισμένη, με το πρόσωπο να συσπάται από την ένταση και την ταραχή, δε βγάζει μιλιά. Η Τ., χωρίς να το πολυσκεφτεί, βάζει το μπουφάν της. Αρπάζει τα κλειδιά της. Τρέχει γρήγορα να προλάβει. Λίγα βήματα πριν φτάσει, κάτι τη σταματάει απότομα. Τελικά δυο κοπέλες μεταφέρουν τη γιαγιά σε μια μικρή, παλιά, μονοκατοικία. Για πρώτη φορά χωρίς τη μαύρη της τσάντα, μοιάζει χαμένη, λες κι ο κόσμος της κατέρρευσε. Τα γηρατειά είναι εδώ, πιο απειλητικά από ποτέ…

7.

Σάββατο. Κυριακή. Δευτέρα. Το χιόνι έχει παραλύσει την πόλη. Άραγε θα ’ρθουν παιδιά να της πούνε τα κάλαντα; Πόσο το λαχταράει! Το κουτί με τα κέρματα είναι γεμάτο. Πρέπει να πεταχτεί για τα υπόλοιπα. Ντύνεται με ό, τι πιο ζεστό διαθέτει και βγαίνει.

8.

Η  πιλοτή έχει μεταβληθεί σε ένα απέραντο παγοδρόμιο. Βαδίζει απαλά. Ταυτόχρονα ρίχνει κλεφτές ματιές στην παλιά μονοκατοικία. Τα πατζούρια είναι κλειστά. «Μπορεί να μην τα άνοιξε λόγω κρύου…», σκέφτεται, «και γι’ αυτό δε θα βγήκε τόσες μέρες», συμπληρώνει στο μυαλό της, όμως η καρδιά χτυπά δυνατά από ανησυχία. Στην εξώπορτα διακρίνεται ένα ξεθωριασμένο χριστουγεννιάτικο στεφάνι. «Αχ…», της ξεφεύγει δυνατά.

9.

Το πολυκατάστημα μοιάζει μαγικό. Λαμπιόνια, στολίδια, φωτάκια αναβοσβήνουν. Χριστουγεννιάτικη μουσική ακούγεται δυνατά. Φρεσκοψημένα μάφινς μοσχοβολάνε. Διάδρομοι γεμάτοι παιχνίδια και γλυκά. Τι δεν θα ‘δινε να γινόταν και πάλι για λίγο παιδί… Φορτώνεται με όσο το δυνατόν περισσότερα περιττά. Ούτε που σκέφτεται πώς θα τα κουβαλήσει μ’ αυτή τη γλίστρα στους παγωμένους δρόμους. Για τα χρήματα ούτε συζήτηση. Είναι το τελευταίο που υπολογίζει τώρα πια.

10.

Ξεμπερδεύει από το ταμείο μετά από ώρα. Βαδίζει αργά, φορτωμένη, προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία της. Δυο αγόρια 10-12 ετών την κοιτάζουν με απορία. Πάλι καλά που το σπίτι είναι κοντά. Δεν παραλείπει να ρίξει μια κλεφτή ματιά στο ξεθωριασμένο στεφάνι. Αστραπιαίες σκέψεις περνάνε από το μυαλό της. Αν πήγαινε αυτή να πει τα κάλαντα στην ηλικιωμένη της φίλη; Αν περνούσαν τα Χριστούγεννα μαζί; Το πόδι της μπερδεύεται σε κάτι. Προσπαθεί μάταια να το ελευθερώσει ώσπου πέφτει απότομα δίπλα στους κάδους των σκουπιδιών. Τα πράγματα σκορπίζονται δεξιά κι αριστερά, παντού. Τα παιδιά τρέχουν και ξαναγεμίζουν τις σακούλες. Τραβάει το πόδι της και…  η μεγαλύτερη έκπληξη! Η μαύρη τσάντα! Η μαύρη τσάντα της φίλης της είναι εκεί! Αν αυτό δεν είναι ένα χριστουγεννιάτικο θαύμα, τότε τι μπορεί να είναι…;

 «Άστρο φωτεινό, θα βγει γιορτινό

μήνυμα θα φέρει από τον ουρανό…»

Οι δυο μικροί της φίλοι, που ξέρουν τα κατατόπια, μπαίνουν μέσα θαρραλέα, με θόρυβο. Ακολουθεί ντροπαλά εκείνη, κρατώντας σφιχτά τη γυαλιστερή μαύρη τσάντα.

Η πόρτα ανοίγει διστακτικά.  Το κουρασμένο της βλέμμα συναντά το δικό της. Κι έπειτα πέφτει πάνω στην τσάντα.

«Χρόνια πολλά…».

Χέρια τρεμάμενα από συγκίνηση μπλέκονται μεταξύ τους…

Τα μάτια δακρύζουν.

Η ζωή γυρίζει σελίδα.

 

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ, Ιστορίες κάτω από το γκι, εκδόσεις Πολύτροπον (συλλογικό).

 

Περισσότερα στις σελίδες του βιβλίου.

 

Για το BOOK TOUR, Θεοφάνης Θεοφάνους.