Γρηγόριος Ξενόπουλος-Η Αναθρεφτή, εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση

2014-11-09 18:02

 

 

Αποσπάσματα:

«Με την Ανθρεφτή έχω μια όμορφη ανάμνηση.

Ένα βράδυ του 1915, πριν από το σχίσμα, μερικοί λόγιοι και καλλιτέχνες προσκαλεστήκαμε από το φίλο μας Καλομοίρη στο σπίτι του, σε φιλολογική βεγγέρα που θα την τιμούσε κι ο Βενιζέλος.

Ήταν εκεί κι ο Αλέξανδρος Πάλλης, μεγάλος θαυμαστής του Αντωνάκη του Κιτραμή. Κι όταν στο τέλος ήρθε η σειρά μου να διαβάσω κατιτί, μου φώναξε:

-Την Αναθρεφτή!... Ο κ. Πρόεδρος θα τη γουστάρει.

-Μα είναι μεγάλη…

-Ένα κεφάλαιο μονάχα.

Ο Καλομοίρης μου έφερε απ’  τη βιβλιοθήκη του το βιβλίο –έχει όλη τη Λογοτεχνία μας ο μουσικός αυτός-  διάβασα το πρώτο κεφάλαιο της Αναθρεφτής και στάθηκα.

-Παρακάτω; έκαμε ο Βενιζέλος. Εμπρός!

-Μα είναι πολύ ακόμα κ. Πρόεδρε, και για σας ίσως είναι αργά…

-Μα βέβαια, είπε κι ο Δαμβέργης, συνοδός και φύλακας εκείνο το βράδυ. Κύριε Πρόεδρε, είναι ώρα να κοιμηθείτε.

-Όχι, Γιάννη μου, του αποκρίθηκε ο Βενιζέλος με το χαμόγελό του. Αυτή τη φορά δε θα σ’  ακούσω, γιατί η Αναθρεφτή μ’  ενδιαφέρει πολύ. Ο κ. Ξενόπουλος θα ‘χει την καλοσύνη να εξακολουθήσει και να τελειώσει!

Εξακολούθησα και τελείωσα. Έτσι, για ν’  ακούσει ολάκερη την ιστορία του Αντωνάκη του Κιτραμή και της Αναθρεφτής του, ο Βενιζέλος θυσίασε μια ώρα ύπνου. Κι αν ένας Βενιζέλος δε βρήκε τη θυσία μεγάλη, στοχάζομαι πως καθένας μας, κι αντιβενιζελικός ακόμα, μπορεί να διαβάσει μ΄ εμπιστοσύνη αυτό το βιβλιαράκι»

 ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

(Από τους πιο αγαπημένους λογοτεχνικούς ήρωες: η πονόψυχη και καταφερτζού Άντζολα, αλλά περισσότερο ο ψευτογκρινιάρης Αντωνάκης, που –όσο κι αν μουρμουράει-  κάνει πάντα ό, τι του πει η γυναίκα του, δηλαδή το Καλό…)

 

Η σιορ’  Αντωνάκαινα η Κιτραμίνα –Άντζολα τ’  ‘ονομά της- με μια σκουτέλα στο χέρι όπου έδερνε τ’  αβγό για τη σούπα, άλλαξε λίγα λόγια βιαστικά μ’  ένα θεληματάρικο παιδί, στο κεφαλόσκαλο, κι από κει χαρούμενη, καλοκαρδισμένη, τράβηξε ίσα στην κρεβατοκάμαρα.

Ο σιορ Αντωνάκης ο Κιτραμής που ό, τι είχε γυρίσει από το μαγαζί, άλλαξε για να καθίσει στην τάβλα.

-Τα συχαρίκια μου, Αντωνάκη! του φώναξε από την πόρτα.

-Τι είναι πάλι; Μη σου ξεχάραξε, μάτια μου, η καναβουράτη πουλακίδα;

-Ε, κάτι καλύτερο…

-Όπου είναι;

-Μα πες ένα λόγο!

-Λέγε το λοιπόν, και μη με γκαστρώνεις!

-Έλα, η ώρα η καλή: Ελευθερώθηκε η Κρουσταλλένια…

-Όρσε τα συχαρίκια σου! είπε ο σιορ Αντωνάκης, με μια μικρούλα, πολύ φιλική μούτζα από δυο μόνο δάχτυλα.

Κι έπειτα, με πιο σπουδαίο τάχα τρόπο, περιπαιχικό, σαν να ντρεπότανε να δείξει την παραμικρή έγνοια, ρώτησε:

-Και τι παιδί μας έκαμε, μάτια μου;

Η σιορ-Αντωνάκαινα έδερνε τα’  αβγό της με νάζι, και δέρνοντας ολοένα, πρόφερε γελαστά:

-Θηλυκό.

-Όρσε και τα ρέστα! φώναξε θυμωμένος ο σιορ Αντωνάκης, ανοίγοντας τώρα ολοστρόγγυλα και τα πέντε του δάχτυλα.

Η Κιτραμίνα ξίνισε τα μούτρα της. Λίγες στιγμές έγινε σιωπή. Ο Κιτραμής περνούσε τη λινή γιακετόνα του σπιτιού και το κίνημά του, πλατύ και ζωηρό, συνόδευε το ρυθμικό και κάπως φουρκισμένο δάρσιμο της Κιτραμίνας.

-Ε, και τώρα τι κάθεσαι; είπε στο τέλος ο άντρας. Δεν πας ν’  αβγοκόψεις ; να φάμε στο ύστερο, που έχω και μια πείνα αβάσταχτη; Από τη χαρά, γλέπεις! ναίσκε, μάτια μου!

-Πάω, γιέ μου, πάω… Μα δώσ’  μου κανένα τάλαρο να τση στείλω για το καλό… -τση καημένης τση λεχώνας…

-Τι έκαμε, λέει;! προσπάθησε ν’  αντισκόψει ο σιορ Αντωνάκης.

-… Και κανένα τριπένι, ξακολούθησε θαρρετά η γυναίκα, να δώσω του παιδιού που μου ‘φερε το μαντάτο.

-Δεν έχω και να μη με σκοτίζεις! είπε ο Κιτράμης με τον πιο πεισματικό κι απότομο τρόπο.

Μα η Κιτραμίνα, από πείρα μακρινή, ήξερε πως ο τρόπος αυτός ίσα ίσα προμηνούσε μια γρήγορη υποχώρηση. Κι είπε σαν βαριεστημένη:

-Έλα τώρα, κακόρκε, μη με χασομεράς!... Περιμένει και το παιδί στη σκάλα.

-Μπά! μπα; Και πώς δεν το έμπαζες, μάτια μου, στο σαλότο; Και πώς δεν το κάλεσες να μας κάμει το ονόρε να φάμε μαζί; Γιατί όχι; να το ταβλοκαθίσουμε κιόλας το θεληματάρικο. Αμή πώς;

 

[Τελικά ο Αντωνάκης δίνει στο παιδί και στη λεχώνα, πολύ περισσότερα μάλιστα απ’   όσα του ζήτησε η γυναίκα του, η οποία δεν αρκείται σ’  αυτό, αλλά θέλει να βαφτίσει εκείνος το νεογέννητο. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του, αγοράζει το ίδιο βράδυ τον πανάκριβο σταυρό και τα βαπτιστικά και σύντομα γίνεται νονός της μικρής. Τα χρόνια περνούν, ο Αντωνάκης κάνει όλα τα χατίρια της γυναίκας του σε σχέση με την βαπτιστήρα του, αλλά η Άντζολα και πάλι δεν είναι ευχαριστημένη… Αυτή τη φορά ζητάει να στείλουν σχολείο το κορίτσι!]

 

… η σιορ’ Αντωνάκαινα θάρρεψε κάποτε να ρίξει δυο λόγια για ένα ζήτημα, που τώρα-ύστερα τη βασάνιζε φοβερά: για το μέλλο της Αντζολίνας. Τι θα την έκαναν τη βαφτιστικιά τους; Έτσι θα την άφηναν, μες στην πλάνη και την κακία του κόσμου, ανήξερη, αγράμματη, θεόστραβη, μπαίγνιο, να πάρει τον κακό δρόμο και να χαθεί; Δε θα την έβαζαν για λίγο στο σκολειό; δε θα της έπαιρναν τουλάχιστο κανένα δάσκαλο στο σπίτι –το γερο-Βορρέ, παραδείγματος χάρη, το γείτονα, που είχε το καλύτερο όνομα- να μάθει δυο γραμματάκια, να ξεστραβωθεί το κακόμοιρο, να μπορεί καν να διαβάζει τι Σύνεψη και το Βαγγέλιο;

Μα πού να τ’  ακούσει τέτοιο πράμα ο σιορ Αντωνάκης! Παράξενος ήταν πάντα του, μα τώρα-ύστερα, λέει, παραγίνηκε. Πού ο πρώτος Αντωνάκης, που μπορούσες να του μιλάς ελεύθερα, με τα γέλια μάλιστα και με τις μπαρτζολέτες, για το καθετί! Τώρα έπρεπε να τον πιτυχαίνεις στην ώρα του, στον έστρο του, να του το φέρνεις με τρόπο, και… και… Όσο πήγαιναν οι δουλειές του καλύτερα, όσο μάζωνε τάλαρα και τάλαρα, τόσο περισσότερο λες και πονούσε, τόσο λυπόταν να ξοδέψει παραπανιστό ακόμα και το φαρδίνι.

-Μα με δαύτα θα μας θάψουνε, χριστιανέ  μου; μουρμούρισε μια μέρα η Αντωνάκαινα, που την εσταύρωσε ως να της δώσει το πασκάτικο του παπά. Η ιδέα του για την Αντζολίνα ήταν κι αυτουνού πως έπρεπε βέβαια «να γένει καλή» μα για την ώρα, έφτανε να την προσέχουν και, αργότερα, άμα γινόταν δέκα δώδεκα χρονώ, μπορούσαν να την κρατήσουν πια στο σπίτι, «να βοηθάει στσι δουλειές», και να διώξουν την Παρασκευή, που σιγουραμέντε θα έβγαινε κακή. Η Αντωνάκαινα έσκιζε τα ρούχα της.

-Μ’  αλήθεια, στο Χριστό σου, του κλαιγότανε,  λογαριάζεις να κάνεις  τη φιότσα σου μαμούρα;

-Και γιατί όχι; Μηγαρίς μαμούρα δεν ήτανε κι η μάνα τση;

-Ναίσκε’ μα η μάνα τση δεν είχε πατέρα δουλευτή, ούτε νουνό μεγαλέμπορα!

-Βέβαια! αντηχούσε τότε η περιπαίχτρα φωνή του σιορ Αντωνάκη’ άλλα τα μάτια, βλέπεις, του λαγού… Καλέ, δε με ξεφορτώνεσαι με τις ιδέες σου, που θέλεις να κάμεις ούλο τον κόσμο αφεντάδες και κυράδες;! Ακούς εκεί που θα τη στείλω στο σκολειό! Και πού, μάτια μου; Μην ορίζεις και στση Ντακουρούς, που πάνε οι αρχοντοπούλες; να πιάσει φιλίες με τσι κοντεσσίνες, να θέλει να ντένεται σαν και δαύτες και ναν τη βλέπεις εσύ ν’  ανοίγει η καρδία σου σαν τριαντάφυλλο; Και να πηγαίνω να την ασκολιάζω εγώ, να σου την φέρνω κάθε κοντόβραδο, ναν τη γλυκοφιλείς και ναν τση λες πως μοσκοβολάει σαν τα μπουγαρίνια; -ω, ω! βωδίες!... Και να μας καλούνε στσι ζάμινες το Θεριστή, και να βάνεις εσύ το άμπιτό σου κι εγώ με τι μιγρέα μου, με τέτοια κάψα, και να πηγαίνουμε ν’  ακούμε τα τραγούδια τση φιότσας μας;… Άφησέ με, χριστιανή!

 

[Κι όμως, η Αντζολίνα πήγε στο καλύτερο σχολείο. Μα η χαρά της δε βάσταξε πολύ, καθώς μερικά χρόνια μετά πέθανε η μητέρα της. Ε, η σιορ’ Αντωνάκαινα απαίτησε να μείνει στο σπίτι τους πια η «αναθρεφτή» τους. Πάλι διαφωνίες, πάλι αντιρρήσεις από τον άντρα της, που τελικά τα δέχτηκε όλα. Και μετά από λίγο καιρό, όταν το κορίτσι μεγάλωσε, την προίκισε και την πάντρεψε με τον νέο που την «ξελόγιασε», πάλι παρά τη θέλησή του. Έπειτα από πέντε –θλιβερά- χρόνια , αφού ο γαμπρός δεν βγήκε καλός, η Αντζολίνα χώρισε. Και πού βρήκε πάλι καταφύγιο; Μα φυσικά στο νονό της!..]

 

…-Την εβάφτισα αρχοντικά, ναι ή όχι; Την εσπούδασα βασιλικά, ναι ή όχι; Την ανάθρεψα στο σπίτι μου σαν πρώτη νοικοκυροπούλα, ναι ή όχι; Τση συμμάζωξα από τσι ρούγες τον πατέρα τση, για να ‘χει κάνε μια σοφίτα να πέφτει να ξεμεθάει, ναι ή όχι; Την προίκισα με πέντε χιλιάδες κολονάτα μετρητά, με τρία κομό και με μια αρμαράδα ρούχα, ναι ή όχι; Τση έδωκα με την ευχή μου εκείνονε που ήθελε, ναι ή όχι; Ε, σώνει τώρα! Δε θέλω να ξέρω τίποτα1 Τση τα ‘φαγε; Την άφησε κι έφυγε; Λογαριασμός δικός τση! Ας πάει τώρα να γένει…

Κι όμως, την ίδια μέρα, το ίδιο βράδυ, η Αντζολίνα ξαναγύρισε στο σπίτι του νουνού της’ κι ο ίδιος ο νουνός της πήγε και την έφερε…

Πολλές ημέρες ήταν κλεισμένη στην κάμαρά της, κι έκλαιγε τη χαμένη της ευτυχία… Σιγά σιγά όμως τα δάκρυα της στέγνωσαν, και μια μέρα πρόβαλε στο παράθυρο με τη φρεσκάδα… Μια Κυριακή πήγε  και στην εκκλησιά με τη νουνά της, μιαν άλλη βγήκε περίπατο με το νουνό της… Άρχισε πάλι η πρώτη, η ίδια ζωή, σαν να μη στάθηκε τίποτα. Ο Γαρζός χαμένος, Ούτε έγραφε ούτε ακουγόταν. Κι η Αντζολίνα, που τον μισούσε από τα βάθη της ψυχής της, προσπαθούσε τώρα να τον θυμάται χωρίς να θυμώνει αληθινά, και σιγά σιγά το κατάφερε. Νέα ακόμα, κι όμορφη, ίσως πιο όμορφη κι από πρώτα, μπορούσε να την αγαπήσει κανένας άλλος καλύτερος. Δόξα σοι ο Θεός, κι ο νουνός της είχε ακόμα λεφτά κι όλη την καλή διάθεση να εξακολουθήσει τα ψυχικά του… Ποίος ξέρει το γραφτό του ανθρώπου!

Δεν πρόφθασε όμως ο δυστυχισμένος γέρος να δει παρόμοια μέρα ευτυχίας για την πολυαγαπημένη του. Αρρώστησε, έπεσε στο κρεβάτι, και οι ντετόροι, οι καλύτεροι της χώρας, τον απελπίσανε…

-Αντωνάκη μου, χρυσέ μου, πρέπει μα κάμεις τη διάτα σου, να σε χαρώ! του είπε η Αντωνάκαινα. Αλλιώτικα θα έρθουνε τ’  ανιψίδια σου, εκείνοι οι παλιανθρώποι, και θα μας πετάξουνε στη ρούγα. Δε με νοιάζει για μένα, παρά για την Αντζολίνα, το κακόμοιρο.

Ο σιορ Αντωνάκης θύμωσε φοβερά. Κοκκίνισε, ανασηκώθηκε με κόπο και φώναξε:

-Μωρέ, μπράβο! Για θάνατο, παναπεί, μ΄ έχεις εσύ; Καλά το λοιπόν, να έρθει ο νοδάρος, και σου δείχνω εγώ. Ό, τι έχω θαν το κάμω στ’  ανιψίδια μου. Κι ας είναι παλιανθρώποι, και ας έχουνε περισσότερα από μένανε. Έλα, σκάσε, γιατί δεν μπορώ και να μιλώ!

Αυτό ήταν το τελευταίο του κάζο.

Ήρθε ο νοδάρος και του υπαγόρεψε ο σιορ Αντωνάκης τη διαθήκη του, αφήνοντας όλο του το «είναι» στην Αντζολίνα Ιερωνύμου Λαδά, ποτέ Δημητρίου, γυναίκα Διονύσιου Γάρζου, ποτέ Ιωάννου.

Ύστερ’  από δέκα μέρες, ο άγιος άνθρωπος έκλεισε τ’  αγριωπά μάτια και το πικρόλογο στόμα.

……………………………………………………………..

 

Περισσότερα στις σελίδες του βιβλίου.

 

Πηγή κειμένου και εξωφύλλου του βιβλίου: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η Αναθρεφτή, εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση

Πηγή φωτογραφίας συγγραφέα: http://www.zakynthos-net.gr/xenopoulos/

 

Για το BOOK TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.