ΑΛΕΞΗΣ ΖΟΡΜΠΑΣ-Νίκος Καζαντζάκης

2014-11-01 11:14

 

«…Ας κάμουμε ό, τι μπορούμε να ζήσει λίγο ακόμα

ο εξαίσιος αυτός φαγάς,

πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς κι αλήτης.

Η πιο πλατιά ψυχή, το πιο σίγουρο σώμα,

η πιο λεύτερη κραυγή που γνώρισα

στη ζωή μου…»
Ν.Κ.

 

Μία λογοτεχνική προσωπικότητα, «αναλλοίωτη και ανόθευτη» μέσα στο πέρασμα των χρόνων, «το σύμβολο του αυθόρμητου ανθρώπου, που ζει την κάθε στιγμή», υπήρξε ο Αλέξης Ζορμπάς.

Ο πολυτάραχος αυτός άντρας, που έκανε τον Καζαντζάκη να τον θαυμάσει, να τον αγαπήσει και να τον υμνήσει, δεν είναι ένας φανταστικός ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος που έζησε στην πραγματικότητα –το αληθινό του όνομα ήταν Γιώργης.

 

Τόσο πολύ επηρέασε τον συγγραφέα ώστε, ανάμεσα στις τέσσερις προσωπικότητες που άφησαν «βαθύτερα αχνάρια» στην ψυχή του, περιλαμβάνει και τον Ζορμπά (οι άλλοι τρεις είναι ο Όμηρος, ο Μπέρξον και ο Νίτσε).

 

«Αν ήταν στον κόσμον όλο σήμερα να διάλεγα ένα ψυχικό οδηγό, “γκουρού” όπως τον λένε οι Ιντοί, “Γέροντα” όπως τόνε λένε οι καλόγεροι στο Αγιονόρος, σίγουρα θα διάλεγα τοΖορμπά.

 

Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί: την πρωτόγονη ματιά που αδράχνει ψηλάθεσαϊτευτά τη θροφή της τη δημιουργική, κάθε πρωί ανανεούμενη, αφέλεια, να βλέπει ακατάπαυστα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία -αγέρα,θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί’ τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή, σα να ‘χε μέσα του μια δύναμη ανώτερη από την ψυχή, και τέλος το άγριο γάργαρο γέλιο από βαθιά πηγή, βαθύτερη από το σπλάχνο του ανθρώπου, που ανατινάζουνταν απολυτρωτικό στις πιο κρίσιμες ώρες από το γέρικο στήθος του Ζορμπά’ ανατινάζουνταν και μπορούσε να γκρεμίσει, και γκρέμιζε, όλους τους φράχτες -ηθική, θρησκεία, πατρίδα- που άσκωσε γύρα του ο κακομοίρης ο φοβητσιάρης άνθρωπος για να κουτσοπορέψει ασφαλισμένα τη ζωούλα».

 

Ποιος ήταν όμως ο Αλέξης Ζορμπάς;

«Ένας γέρος, εξηνταπεντάρης, πανύψηλος (κρεμανταλάς), ξερακιανός, με βουλιαγμένα μάγουλα, χοντρή μασέλα, εξογκωμένα ζυγωματικά, ψαρά κατσαρωμένα μαλλιά, μάτια που σπίθιζαν».

«Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ζάρες, σκαλισμένο, σαρακοτρυπημένο, σα να το ‘χαν φάει τα λιοβόρια κι οι βροχές».

Ένας άντρας παθιασμένος με το σαντούρι και τον χορό, με τις γυναίκες και τη ζωή, που, με την αυθεντική, ακατέργαστη προσωπικότητά του, έμαθε στον συγγραφέα «τι θα πει τέχνη, έρωτας της ομορφιάς, αγνότητα, πάθος…».

 

Λάτρης του σαντουριού.

«-Όταν έχω σεκλέτια ή όταν με ζορίσει  η φτώχεια, παίζω σαντούρι κι αλαφρώνω. Όταν παίζω, μου μιλούν και δεν ακούω’ κι αν ακούσω, δεν μπορώ να μιλήσω. Θέλω, θέλω, μα δεν μπορώ.

-Μα γιατί, Ζορμπά;

-Ε, σεβντάς!»

 

Από τους μεγαλύτερους λάτρεις του χορού.

«Ένας διάολος είναι μέσα μου και φωνάζει, και κάνω ό, τι μου πει. Κάθε που πάω να πλαντάξω, μου φωνάζει: Χόρεψε! Και χορεύω. Ξεπλαντάζω.»

«-Χορεύεις; με ρώτησε με λαχτάρα’ χορεύεις;

-Όχι.

-Όχι;!

Κρέμασε τα χέρια κατάπληχτος.

-Καλά, είπε σε λίγο’ τότε να χορέψω εγώ αφεντικό. Στάσου πιο πέρα, να μη σε αναποδογυρίσω. Χάι! Χάι!

Έδωσε ένα σάλτο, πετάχτηκε όξω από την παράγκα, πέταξε τα παπούτσια του, το σακάκι, το γιλέκο, ανασήκωσε τα πανταλόνια ως τα γόνατα, άρχισε να χορεύει. Το μούτρο του, μουντζαλωμένο ακόμα από το κάρβουνο, ήταν κατασκότεινο’ τα μάτια του γυάλιζαν κάτασπρα.

Χύθηκε στο χορό, χτυπούσε τα παλαμάκια, πηδούσε, στρουφογύριζε στον αγέρα, έπεφτε κάτω με λυγισμένα γόνατα κι αντιπηδούσε ανάερα καθιστός, σα λάστιχο. Άξαφνα τινάζουνταν πάλι αψηλά στον αγέρα, σα να το ‘χε βάλει πείσμα να νικήσει τους μεγάλους νόμους, να κάνει φτερά και να φύγει. Ένιωθες μέσα στο σαρακοφαγωμένο αυτό ταγαριασμένο κορμί την ψυχή να μάχεται να συνεπάρει τη σάρκα και να χυθεί μαζί της, αστροβολίδα, μέσα στο σκοτάδι. Τίναζε η ψυχή το κορμί, μα αυτό έπεφτε, δε βαστούσε πολλή ώρα στον αγέρα, το ξανατίναζε, ανήλεη, λίγο τώρα πιο αψηλά, μα πάλι το έρμο ξανάπεφτε αγκομαχώντας.»

 

Σοφός, χωρίς να έχει διαβάσει.

«Ο  άνθρωπος αυτός συλλογίστηκα, δεν πήγε στο σκολειό και το μυαλό του δε χάλασε. Είδε κι έκαμε κι έπαθε πολλά, άνοιξε ο νους του, η καρδιά του πλάτυνε χωρίς να χάσει την αρχέγονη παλικαριά της.»

 

Έξυπνος, δυνατός, ηγετικός.

«Σε άλλες, πρωτόγονες δημιουργικές εποχές, ο Ζορμπάς θα ‘ταν αρχηγός ράτσας, θα πήγαινε μπροστά και θ’ άνοιγε με το τσεκούρι δρόμο’ ή θα ‘ταν ξακουσμένος τροβαδούρος που θα γύριζε τους αρχοντικούς πύργους, και θα κρέμουνταν όλοι, αφεντικά και φαμεγιοί και κυράδες, από τα χοντρά του χείλια…»

 

Με μια καρδιά πληγωμένη, μα απέραντη.

«Είδες κάτι χιλιομπαλωμένα πανιά καραβιού, με κόκκινα, κίτρινα, μαύρα μπαλώματα, ραμμένα με χοντρό σπάγγο, που πια δεν ξεσκίζουνται και στις πιο μεγάλες φουρτούνες; Τέτοια η καρδιά μου. Χιλοτρυπημένη, χιλιομπαλωμένη, αέττητη.»

 

Με μια ψυχή που αφουγκράζεται και παρατηρεί με αγνότητα και αλήθεια, σαν παιδί.

«Σ’ ένα κατήφορο ο Ζορμπάς σκόνταψε σε μιαν πέτρα, κι η πέτρα άρχισε να κατρακυλάει και να φεύγει. Ο Ζορμπάς στάθηκε ξαφνιασμένος σα να ‘βλεπε πρώτη φορά στη ζωή του ένα τόσο καταπληχτικό θέαμα’ στράφηκε, με κοίταξε, και στα μάτια του διέκρινα ανάλαφρο τρόμο.

-Το ‘χεις προσέξει, αφεντικό; μου είπε στ τέλος’ οι πέτρες στον κατήφορο ζωντανεύουν.

Δε μίλησα, μα η χαρά μου ήταν πολλή. Όμοια οι μεγάλοι οραματιστές, όμοια οι μεγάλοι ποιητές, βλέπουν τα πάντα για πρώτη φορά. Κάθε φορά βλέπουν μπροστά τους καινούριο κόσμο’ δε βλέπουν καινούριο κόσμο, τον δημιουργούν.

Ο κόσμος ήταν για το Ζορμπά, όπως και για τους πρώτους ανθρώπους, όραμα πηχτό, τ’ αστέρια τον άγγιζαν, η θάλασσα σπούσε στα μελίγγια του, ζούσε, χωρίς την παραμορφωτική μεσολάβηση του λογικού, τα χώματα, τα νερά, τα ζώα, το Θεό.»

 

Μία προσωπικότητα σπάνια, μεγαλειώδης.

«Δεν μπορώ πια, αφεντικό, είπε, δεν μπορώ’ ή η γης πρέπει να μεγαλώσει ή εγώ να μικράνω’ αλλιώς είμαι χαμένος.»

Σίγουρα δεν είναι τυχαία η επιτυχία του βιβλίου «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Επιτυχία που σαφώς οφείλεται στην πένα του Νίκου Καζαντζάκη, μα και σε αυτήν την ιδιαίτερη, την ακατέργαστη προσωπικότητα του Ζορμπά. Πάνω από 580 ξένες εκδόσεις μετέφρασαν το βιβλίο, σε πάνω από 40 (!) γλώσσες διεθνώς!...

Ο Γιώργης Ζορμπάς άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα χωριό των Σκοπίων, η μνήμη του όμως θα παραμένει ζωντανή για πάντα και θα συμβολίζει την γνήσια παλικαριά, την αυθεντικότητα και την αλήθεια…

«Έλα εδώ, δάσκαλε, μου ‘πε, έχω τον τάδε φίλο στην Ελλάδα’ άμα πεθάνω γράψε του πως πέθανα και πως, ως την τελευταία μου στιγμή, τα ‘χα σωστά τα μυαλά μου, τετρακόσια κα τον θυμόμουν. Και πως ό, τι κι αν έκανα, δεν το μετανιώνω. Και να ‘ναι καλά, να του πεις, και πως είναι καιρός πια να βάλει γνώση… Κι αν έρθει κανένας παπάς να με ξεμολοήσει και να με μεταλάβει, πες του να ξεκουμπιστεί να φύγει, και την κατάρα του να ‘χω! Έκαμα, έκαμα, έκαμα στη ζωή μου και πάλι λίγα έκαμα’ άνθρωποι σαν εμένα πρέπει να ζούνε χίλια χρόνια. Καληνύχτα!

Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια’ κι ευτύς ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια, πέταξε τα σεντόνια, έκαμε να τιναχτεί απάνω. Τρέξαμε να τον κρατήσουμε, η Λιούμπα, η γυναίκα του, εγώ και μερικοί χειροδύναμοι γειτόνοι’ μα αυτός μας πέταξε πέρα, κατέβηκε από το κρεβάτι, πήγε ως το παράθυρο. Κι εκεί, πιάστηκε από το περβάζι, κοίταξε πέρα, κατά τα βουνά, γούρλωσε τα μάτια κι άρχισε να γελάει κι ύστερα να χλιμιντρίζει σαν άλογο. Έτσι ολόρθο, με τα νύχια καρφωμένα στο παράθυρο, τον βρήκε ο θάνατος»

 

Για το BookTour, Γιώτα Κοτσαύτη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

 

Στο βιβλίο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά περιγράφεται η γνωριμία και το χρονικό της φιλίας του Καζαντζάκη και του Ζορμπά, καθώς και τα περιστατικά που διαδραματίστηκαν κατά τη συνεργασία των δύο προσώπων όταν οργάνωσαν την επιχείρηση λιγνίτη στην Πραστοβά της Μάνης.

Η πλοκή του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στην Κρήτη ενώ αντίστοιχα ο πραγματικός Γιώργης Ζορμπάς μεταμορφώνεται στο μυθοπλαστικό πρόσωπο του Αλέξη Ζορμπά. Η ιστορία ξεκινά τη στιγμή που συναντιούνται στον Πειραιά οι δύο βασικοί ήρωες του βιβλίου: ο Συγγραφέας και ο Ζορμπάς. Ο Συγγραφέας, αφού εντυπωσιάστηκε με τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά και το διαρκώς φιλοσοφούμενο πάθος του για τη ζωή, αποφασίζει να τον προσλάβει στην επιχείρηση ως επιστάτη. Στην Κρήτη, εγκαθίστανται στο ξενοδοχείο της Μαντάμ Ορτάνς, μιας ξεπεσμένης σαντέζας, που δεν αργεί να γίνει η ερωμένη του Ζορμπά, μια από τις πολλές γυναίκες της πολυτάραχης ζωής του.

Σημαντικός κορμός του μυθιστορήματος είναι οι συζητήσεις των δύο φίλων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους στο λιγνιτωρυχείο το οποίο αποδεικνύεται ένα προσχηματικό συγγραφικό κατασκεύασμα. Ο Συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται διόλου για επιχειρήσεις και κέρδη, αλλά μοναδική του έγνοια είναι η αέναη αναζήτηση απαντήσεων στα φιλοσοφικά ερωτήματα που τον τυραννούν. Ο Ζορμπάς με την εμπειρία του βίου του και την απλή λογική του προσπαθεί να του αποδείξει ότι οι απαντήσεις που βασανίζουν τον συγγραφέα δεν βρίσκονται ούτε στην περίπλοκη λογική σκέψη ούτε στα βιβλία, αλλά μέσα στην ίδια τη ζωή· οι απαντήσεις των φιλοσοφικών ερωτημάτων αποκαλύπτονται πηγαία, αρκεί κανείς να βιώνει την κάθε στιγμή της ζωής με ειλικρινές πάθος, απαλλαγμένος από οποιεσδήποτε ελπίδες, εμμονές και προσδοκίες. 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Εκδόσεις Έθνος

 

...

Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

yotakotsafti1@yahoo.gr

athina_pk@hotmail.com